ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κυνήγι δίπλα στα καμένα της Ζαχάρως

Αγριο παζάρι έγινε τις τελευταίες εβδομάδες με την απαγόρευση του κυνηγιού στις εκτάσεις πέριξ των καμένων (στις εκτάσεις που έχουν καεί η απαγόρευση ισχύει αυτόματα). Από τη μία η μεγάλη οικολογική καταστροφή που κανένας δεν μπορούσε να αρνηθεί, από την άλλη η προεκλογική περίοδος και οι πιέσεις των κυνηγών… Η κυνηγετική περίοδος για όλα τα είδη «άνοιξε» ανήμερα τις εκλογές, δηλαδή την προηγούμενη Κυριακή, με απαγορεύσεις αλλά και υπαναχωρήσεις υπέρ των ανά την Ελλάδα κυνηγετικών ομοσπονδιών.

Δήμος Ζαχάρως, μόλις μία εβδομάδα μετά την καταστροφή. Στην πλατεία ενός χωριού του δήμου καμιά δεκαριά άτομα συζητούν για το τι μέλλει γενέσθαι. Ανάμεσά τους και μέλος του δασαρχείου της περιοχής. Και ενώ το θέμα είναι τι θα γίνει με την υλοτόμηση του δάσους, ξαφνικά ένας από την ομάδα αποφασίζει να αλλάξει συζήτηση. «Δεν πιστεύω εσείς εδώ να απαγορεύσετε το κυνήγι και οι άλλοι δίπλα να μπορούν να κυνηγάνε» λέει στον δασικό υπάλληλο.

Πιγκ πογκ η απόφαση

Τo παραπάνω στιγμιότυπο φανερώνει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε όταν στις 29 Αυγούστου το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων έστειλε στις Διευθύνσεις Δασών των Περιφερειών έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο τις καλεί να ορίσουν τις ζώνες όπου απαγορεύεται το κυνήγι (καμένες εκτάσεις και περιμετρικά αυτών) ρίχνοντας ουσιαστικά το μπαλάκι της απόφασης στην Περιφέρεια. Η Περιφέρεια με τη σειρά της απευθύνθηκε στα κατά τόπους δασαρχεία, γεγονός που δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο στην κατάσταση. Γιατί, πώς μπορεί κάποιος που βρίσκεται σε διαρκή και άμεση επικοινωνία με τους ανθρώπους ενός τόπου και δέχεται πιέσεις να προχωρήσει στις αναγκαίες απαγορεύσεις; Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά τις πυρκαγιές, τα τηλέφωνα στα δασαρχεία των περιοχών δεν έπαψαν να χτυπούν. Την ημέρα που το υπουργείο έστελνε την απαγόρευση του κυνηγιού, ο πρόεδρος της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ν. Παπαδόδημας δήλωνε σε συνέντευξή του σε μεγάλη εφημερίδα ότι η ανάκαμψη του οικοσυστήματος δεν έχει σχέση με το κυνήγι, γιατί τα πουλιά και τα ζώα μπορούν να αλλάζουν τόπους κατοικίας αντίθετα από τους ανθρώπους.

Ετσι η τελική απόφαση αναβαλλόταν, ενώ από τις 20 Αυγούστου οι κυνηγοί είχαν ξεκινήσει τις εξορμήσεις τους σε συγκεκριμένες περιοχές χωρίς καμία απαγόρευση. Στις 11 Σεπτεμβρίου από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος και τη Γενική Διεύθυνση Δασών εκδόθηκε η απόφαση απαγόρευσης ασκήσεως της θήρας εντός των καμένων δασικών εκτάσεων για τις περιοχές του νομού Ηλείας. Δύο μέρες μετά η απόφαση ανακλήθηκε για να αλλάξει προς το ευνοϊκότερο, δηλαδή να επιτρέπει το κυνήγι σε περισσότερες περιοχές.

Στις περιοχές που έχουν καεί, το κυνήγι αυτόματα απαγορεύεται. Αλλωστε τι θα κυνηγήσει κάποιος στις στάχτες; Το θέμα αφορούσε κυρίως στις περιμετρικές ζώνες που θα ορίζονταν ως ζώνες προστασίας, προκειμένου να προφυλαχθούν τα πουλιά που έχουν καταφύγει σε αυτές. Στις περισσότερες περιοχές, λοιπόν, απαγορεύτηκε το κυνήγι στις μικρότερες δυνατές εκτάσεις. Στον νομό Ηλείας, συγκεκριμένα, απαγορεύτηκε εντελώς η άσκηση της θήρας του αγριόχοιρου και της πέρδικας καθώς σε αυτά τα είδη έτσι κι αλλιώς υπήρχε πρόβλημα. Πάντως όλοι συμφωνούν ότι με την κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να ελεγχθούν οι περιοχές όπου επιτρέπεται το κυνήγι και εκείνες στις οποίες απαγορεύεται. Και βέβαια ποιος θα ενημερώσει τα ζώα ότι οι πυροβολισμοί δεν τα αφορούν…

«Στα κέντρα προστασίας φτάνουν πουλιά που έχουν υποστεί στρες, εκτός από εκείνα που έχουν πυροβοληθεί» τονίζει ο κ. Ξενοφών Κάππας, διευθυντής της Ορνιθολογικής Εταιρείας. «Τα ζώα είναι εξαντλημένα και ταλαιπωρημένα» εξηγεί η κ. Μαρία Γανωτή από το ΑΝΙΜΑ Σύλλογο Προστασίας και Περίθαλψης Αγριας Ζωής. «Και αυτά που έχουν καταφύγει σε άλλες περιοχές συναντούν εκεί άλλα ζώα και στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτα» συμπληρώνει. Το WWF υποστηρίζει την πλήρη απαγόρευση του κυνηγιού στις ευρύτερες περιοχές της Πελοποννήσου, της Αττικής, της Εύβοιας και του Πηλίου. Η κ. Γανωτή λέει ότι η πλήρης απαγόρευση μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα γιατί θα βρεθούν πολλοί που θα διαφωνήσουν. Οπως εξηγεί, θα έπρεπε να οριστούν μεγαλύτερες περιοχές προστασίας, στις οποίες όμως θα απαγορεύεται κάθε κυνηγετική δραστηριότητα.