ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εφιάλτης διοξινών στα καμένα

Τoξικά υπολείμματα από εγκαταλελειμμένα σε αγροικιές και χωράφια φυτοφάρμακα, μονωτικά υλικά, αμίαντος, πλαστικά κ.ά., που κάηκαν σε μεγάλες ποσότητες στις καταστροφικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου προκαλούν σοβαρές ανησυχίες στους κατοίκους των πληγεισών περιοχών και συνιστούν την κρυφή απειλή για τη δημόσια υγεία. Ηδη, και έπειτα από πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας έχουν γίνει συστάσεις στους πολίτες να αποφεύγουν τη δερματική επαφή με τη στάχτη και να μην πίνουν νερό από πηγάδια και γεωτρήσεις λόγω της τοξικότητας των μικροσωματιδίων που απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα, στο χώμα και, βεβαίως, στα ύδατα. Μιλώντας στην «Κ» ο αντιδήμαρχος Ζαχάρως κ. Σπύρος Μπηλιώνης σημειώνει ότι «γίνεται προσπάθεια να ενημερωθούν οι πάντες όχι μόνον για τους κινδύνους αλλά και για τα μέτρα προφύλαξης που χρειάζεται να λάβουν» εκφράζοντας παράλληλα και τον προβληματισμό του. «Δυστυχώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μόνον τις πλημμύρες και την οικονομική καταστροφή. Εχουμε να διαχειριστούμε και τις νέες παραμέτρους που συνδέονται με τη μόλυνση του περιβάλλοντος από τη φωτιά».

Ανησυχία

Ειδικότερα, πάντως, για τις διοξίνες και τις άλλες χλωριωμένες ενώσεις που παρήχθησαν από την καύση των τοξικών υλικών, η ανησυχία εστιάζεται στο γεγονός ότι μετά την έκλυσή τους παραμένουν παρούσες στο περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπενθυμίζεται ότι βιοχημικές και τοξικολογικές μελέτες σε ομάδες ανθρώπων που είχαν υποστεί υψηλή έκθεση σε διοξίνες κατέδειξαν ευρύ φάσμα βλαπτικών επιδράσεων στην υγεία, όπως τοξικότητα στο ανοσολογικό, ενδοκρινολογικό και νευρικό σύστημα, γενετικές ανωμαλίες στις ανδρικές ορμόνες και στα έμβρυα, καθώς επίσης δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς αδένα. Επιπροσθέτως, η δράση τους είναι αθροιστική, οι δε βλάβες που προκαλούνται εμφανίζονται μετά πάροδο ετών εξαιτίας της βιοσυσσώρευσης υψηλών συγκεντρώσεων διοξίνης στον οργανισμό.

Βάσιμοι φόβοι εκφράζονται για το ενδεχόμενο εκτεταμένης μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα, καθώς οι τοξικές ουσίες της τέφρας, αναμένεται να περάσουν στο νερό δίχως κανείς να γνωρίζει ακόμη κατά πόσο θα επιβαρυνθούν με διοξίνες, βαρέα μέταλλα και άλλα προϊόντα καύσεως τα υπόγεια ύδατα των καμένων εκτάσεων. «Στην Πελοπόννησο, μετά τις εκτεταμένες πυρκαγιές που έπληξαν και χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας.

Οι στάχτες των καμένων δένδρων δεν είναι οι στάχτες και τα αποκαΐδια των παλιότερων χρόνων», σημειώνει η κ. Πολυξένη Νικολοπούλου – Σταμάτη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και συντονίστρια των ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων με θέμα Περιβάλλον και Δημόσια Υγεία, «ASPIS» και «AHRENA». «Πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι πόσο ιδιαίτερα επικίνδυνες είναι λόγω της τοξικότητάς τους. Κατά συνέπεια, και πέραν των ενημερωτικών φυλλαδίων, χρειάζεται άμεσα η ανάπτυξη δίκτυου ενημέρωσης στα σχολεία και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη ώστε να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή προφύλαξη. Κι επειδή ακούγεται ότι στο πλαίσιο των αποκαταστάσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη υπάρχει η πρόθεση να χρησιμοποιηθούν χρηματοικονομικοί συμβούλοι, καλό θα είναι να λάβουν υπ’ όψιν στο σχεδιασμό και τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν καθώς και τις απειλές για τη δημόσια υγεία. Θα πρέπει να γίνει σοβαρή δουλειά προκειμένου να δούμε το ακριβές μέγεθος της περιβαλλοντικής ρύπανσης που προκλήθηκε», λέει η κ. Νικολοπούλου. «Μέχρι πρότινος ανησυχούσαμε μόνον για την ατμοσφαιρική ρύπανση. Και ήρθαν οι πυρκαγιές για να καταδείξουν ότι χρειάζεται να ασχοληθούμε και με τις τεράστιες ποσότητες ρύπων στο χώμα και στο νερό. Είναι γεγονός ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να ενημερώσουμε. Ποτέ άμεση έκθεση στη στάχτη, καθώς οι τοξικές ουσίες απορροφούνται, εκτός της αναπνοής, και από το δέρμα. Είναι ακόμη επιβεβλημένη η ενημέρωση ιδιαίτερα των ευπαθών ομάδων, εγκύων και παιδιών, αλλά και όσων πάσχουν από αναπνευστικά νοσήματα», καταλήγει.

Ρύπανση από τη στάχτη και στην πρωτεύουσα

Προβλήματα ρύπανσης όμως, λόγω τοξικότητας της στάχτης, αναμένονται και στην Αττική, καθώς οι πυρκαγιές σε Πάρνηθα, Πεντέλη και Υμηττό θα δημιουργήσουν προβλήματα στα υπόγεια νερά τους, τα τελευταία «αμόλυντα» στο νομό. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Γιάννης Κουμαντάκης, επικεφαλής του Εργαστηρίου Τεχνικής Γεωλογίας και Υδρογεωλογίας στο ΕΜΠ, «λεπτόκοκκα σωματίδια στάχτης και καμένων υλικών μπορούν να διηθηθούν με τη βροχή εκεί όπου τα πετρώματα το επιτρέπουν, ή μέσα σε καταβόθρες και σπήλαια. Με δεδομένο ότι τα τρία αυτά βουνά έχουν στο υπόστρωμά τους μάρμαρο και ασβεστολιθικά πετρώματα, είναι πολύ πιθανό η ρύπανση να φθάσει στους υπόγειους υδροφορείς. Μάλιστα, αν μέσα στα δάση υπήρχαν μικρές χωματερές και κάηκαν, τότε τα υπόγεια νερά μπορεί να ρυπανθούν ακόμα και με βαρέα μέταλλα. Το πρόβλημα δεν θα είναι έντονο, αλλά σε κάθε περίπτωση δείχνει ότι πρέπει να επισπευσθεί η αναδάσωση».