ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κτίζεται με γοργούς ρυθμούς η B. Αττική

Η δόμηση στα βόρεια της Αττικής αρχίζει να απλώνεται έξω από τα στενά όρια δήμων και χωριών, σαν ποτήρι που γέμισε και υπερχειλίζει. Η Ανοιξη, ο Διόνυσος και η Δροσιά, οι άλλοτε αραιοκατοικημένες περιοχές όσων αναζητούσαν καλύτερη ποιότητα ζωής δίπλα στον πολεοδομικό ιστό της Αθήνας, μετατρέπονται πλέον σε προάστια. Παράλληλα, το Καπανδρίτι, ο Μαραθώνας, οι Αφίδνες και ο Ωρωπός, τα χωριά της βόρειας Αττικής, οικοδομούνται με πρωτόγνωρους ρυθμούς. Μέσα στην τελευταία πενταετία 4.746 νέες οικοδομικές άδειες εκδόθηκαν στη βόρεια Αττική, που πλέον αλλάζει με τον γνωστό ελληνικό τρόπο: χωρίς σχέδιο, χωρίς προγραμματισμό, χωρίς όρια. Αραγε θα είναι τα επόμενα Μεσόγεια;

Δύο είναι οι ζώνες που έλκουν έντονα τους κατασκευαστές. Αυτή κατά μήκος της Αττικής Οδού, που αναπτύσσεται ραγδαία την τελευταία δεκαετία, και το αδόμητο βορειότερο κομμάτι της Αττικής, που συνδυάζει αρκετά «ελκυστικά» χαρακτηριστικά: έχει καλές περιβαλλοντικές συνθήκες, τέμνεται από την εθνική οδό, έχει εγγύτητα στη βιομηχανική ζώνη Οινοφύτων- Σχηματαρίου και, πάνω απ’ όλα, δεν διέπεται από κάποιο ειδικό καθεστώς προστασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η θέσπιση περιορισμών για την προστασία της βόρειας Αττικής (δηλαδή μιας Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, κατά τα πρότυπα της αντίστοιχης των Μεσογείων) έχει από χρόνια μελετηθεί, αλλά το κείμενο μπαινοβγαίνει στα συρτάρια του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας ανάλογα με τις διαθέσεις του εκάστοτε υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, χωρίς να έχει θεσμοθετηθεί. Αιτία, οι πολιτικές πιέσεις που ασκούν οι «άρχοντες» της περιοχής, εκλεγμένοι ή άτυποι.

Αύξηση του πληθυσμού

Η αγορά, βέβαια, δεν περιμένει τους κανόνες, αλλά τους διαμορφώνει. Η δόμηση στα βόρεια της Αττικής, την τελευταία πενταετία, δίνει μια σαφή πρόγευση από την αλλαγή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδας, τη μεγαλύτερη οικοδομική άνθηση στη βόρεια Αττική γνωρίζουν την τελευταία πενταετία (στοιχεία 2002-2006) η Νέα Μάκρη (760 νέες οικοδομικές άδειες), το Καπανδρίτι (583 νέες άδειες), ο Αγιος Στέφανος (482 νέες άδειες), ο Μαραθώνας (457 νέες άδειες), οι Αφίδνες (373 νέες άδειες) και ο Ωρωπός (311 νέες οικοδομικές άδειες). Αριθμοί κάθε άλλο παρά μικροί: για παράδειγμα, οι 583 νέες οικοδομές στο Καπανδρίτι (που στην απογραφή του 2001 είχε πληθυσμό 2.800 κατοίκους) συνεπάγονται ημιδιπλασιασμό του πληθυσμού του.

Η οικιστική ανάπτυξη της βόρειας Αττικής, βέβαια, δεν είναι ζήτημα μόνο της τελευταίας πενταετίας, αλλά έχει ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα. «Απλά δεν είναι τόσο αισθητή γιατί γίνεται με πιο αργούς ρυθμούς από την ανατολική Αττική», εξηγεί στην «Κ» η καθηγήτρια της σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ κ. Κλειτώ Γεράρδη. «Ωστόσο οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού δεν υπολείπονται. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το 2001 ο πληθυσμός ολόκληρης της περιοχής ήταν 94.000 κάτοικοι, ενώ το 1971 ήταν μόλις 26.000!».

Πώς αναπτύσσεται, λοιπόν, η βόρεια Αττική και ποια προβλήματα δημιουργεί η επέκτασή της; Ερευνα του Πολυτεχνείου («Στρατηγικό πλαίσιο χωρικής ανάπτυξης για την Αθήνα-Αττική», επιστημονική υπεύθυνος η κ. Γεράρδη) χωρίζει τη βόρεια Αττική, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης, σε τρεις περιοχές: στην παραλιακή ζώνη (Νέα Μάκρη, Μαραθώνας, Βαρνάβας και Γραμματικό), στην κεντρική ζώνη (Αγιος Στέφανος, Ανοιξη, Διόνυσος, Δροσιά, Κρυονέρι, Ροδόπολη, Σταμάτα) και στο βόρειο τμήμα (Αφίδνες, Αυλώνα, Καπανδρίτι, Μαλακάσα, Μαρκόπουλο Ωρωπού, Νέα Παλάτια, Πολυδένδρι, Συκάμινο, Ωρωπός και Κάλαμος). «Στην κεντρική περιοχή βλέπουμε μια ταχεία αστικοποίηση: περιοχές άλλοτε εξοχικές και απόμακρες, όπως η Δροσιά, η Ανοιξη και ο Διόνυσος είναι πλέον συνέχεια του αστικού ιστού της πρωτεύουσας», εξηγεί η κ. Γεράρδη. «Το κύριο πρόβλημα της ζώνης είναι ότι στην περιοχή Αγίου Στεφάνου έχει δημιουργηθεί από χρόνια ένα βιομηχανικό πάρκο (ΒΙΠΑ), το οποίο χωρίς να είναι ιδιαίτερα οχληρό, δεν συμβιβάζεται πλέον με την απαίτηση των νέων οικιστών για υψηλής ποιότητας φυσικό περιβάλλον. Η λύση θα ήταν η καλύτερη οργάνωση του ΒΙΠΑ».

Πρώτη κατοικία

Η παραλιακή ζώνη έχει από χρόνια αναπτυχθεί, ωστόσο το τελευταίο διάστημα παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική. «Παρατηρούμε μια αύξηση της χρήσης των περιοχών αυτών για πρώτη κατοικία, αλλά και της ανάπτυξης υποδομών παραθερισμού και αναψυχής. Τα κύρια προβλήματα εδώ δημιουργούνται από την τάση άναρχης επέκτασης των οικισμών προς την πλευρά του βιότοπου του Μαραθώνα-Σχινιά», εξηγεί η κ. Γεράρδη. Τέλος, στη βόρεια ζώνη του νομού η οικοδόμηση παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική στην ευρύτερη περιοχή του Καπανδριτίου. Επίσης στον Κάλαμο και τον Ωρωπό, τα εξοχικά συχνά μετατρέπονται σε μόνιμη κατοικία, «ωστόσο η περιοχή παραμένει σε μεγάλο βαθμό γεωργική και η λιγότερο ενσωματωμένη στον αστικό ιστό της πόλης».

Η πληθυσμιακή αύξηση στα βόρεια του νομού τροφοδοτείται από έναν ακόμα παράγοντα. «Η περιοχή βρίσκεται πιο κοντά στο βιομηχανικό τρίγωνο Οινοφύτων – Σχηματαρίου – Χαλκίδας», εξηγεί στην «Κ» ο πολεοδόμος κ. Πάνος Βουλέλης. «Πολλοί εργαζόμενοι στις περιοχές αυτές επιλέγουν συνειδητά να μετακομίσουν στους οικισμούς της βόρειας Αττικής, επιθυμώντας να μειώσουν το μεταφορικό κόστος. Επιλέγουν με άλλα λόγια περιοχές με καλή ποιότητα ζωής, οι οποίες δεν απέχουν πολύ από την Αθήνα και τα όσα αυτή παρέχει». Η αύξηση του πληθυσμού στα βόρεια συνεπάγεται και την ενδυνάμωση ορισμένων τοπικών κέντρων. «Για παράδειγμα το Καπανδρίτι εμφανίζει μια ιδιαίτερη ανάπτυξη, συγκεντρώνοντας πολλές κοινωνικές παροχές (λ.χ. υπηρεσίες, τράπεζες κ.λπ.) ενώ οι περιοχές Δροσιάς, Διονύσου, Ανοιξης κ.λπ. αναπτύσσονται με κέντρο την Κηφισιά, που πλέον έχει αστικοποιηθεί πλήρως».

Ανεξέλεγκτη και εκτός σχεδίου η επέκταση της πρωτεύουσας

«Στα βόρεια της Αττικής και συγκεκριμένα σε περιοχές όπως η Δροσιά, ο Βαρνάβας, ο Αγιος Στέφανος, βλέπουμε τον στρεβλό τρόπο ανάπτυξης των πόλεων στην Ελλάδα», εξηγεί στην «Κ» ο επίκουρος καθηγητής στη σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, κ. Κωνσταντίνος Σερράος. «Ο κόσμος εγκαταλείπει το κέντρο αναζητώντας καλύτερη ποιότητα κατοικίας και περιβάλλοντος. Οι περιοχές ξεκινούν να αναπτύσσονται με το καθεστώς της εκτός σχεδίου δόμησης και σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν μια πυκνότητα η οποία τις μετατρέπει σε οικιστικές. Για παράδειγμα, σε λίγα χρόνια θα δούμε την Αθήνα να «καταπίνει» το Καπανδρίτι. Κατόπιν έρχεται η πολιτεία και αποφασίζει να τις εντάξει στο σχέδιο πόλης, χωρίς όμως να έχει περιθώρια μεγάλων παρεμβάσεων. Αποτέλεσμα είναι οι περιοχές αυτές να είναι καταδικασμένες να έχουν ελλείψεις σε υποδομές».

Οι επιστήμονες, πάντως, τάσσονται κατά της συνεχούς επέκτασης του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αττικής. «Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως στη Βιέννη, η ζήτηση για κατοικία καλύτερης ποιότητας διοχετεύεται μέσα στον αστικό ιστό, με την ανάπλαση μεγάλων περιοχών», λέει ο κ. Σερράος. «Αντίθετα η Αθήνα απλώνεται συνεχώς, δημιουργώντας προβλήματα στις μετακινήσεις, αυξάνοντας την ανάγκη για νέες υποδομές, υποβαθμίζοντας το περιβάλλον. Στην περίπτωση της βόρειας Αττικής θα έπρεπε να σκεφτούμε την οικιστική ανάπτυξη δύο φορές, καθώς καταναλώνει το πολύτιμο περιαστικό πράσινο της Αθήνας». «Πρέπει να υπάρξει μεγάλη προσοχή και να τεθούν περιορισμοί, μέσω της θεσμοθέτησης μιας ισχυρής Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου», λέει η κ. Γεράρδη. «Πρέπει επίσης να δοθεί έμφαση στη διατήρηση του φυσικού πλούτου και στην απορρύπανση του Ασωπού. Θα βοηθούσε, τέλος, η δημιουργία ενός κάθετου άξονα, από το Σχηματάρι έως τον Ασπρόπυργο, ώστε να μην εισέρχεται στο πολεοδομικό συγκρότημα η κίνηση εμπορευμάτων και γενικά η διαμπερής κίνηση. Προτάσεις υπάρχουν πολλές, απλά πρέπει να αποφασιστεί η υλοποίησή τους».