ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Χωριά που «ανασταίνονται» κάθε Πάσχα

Η σκονισμένη τραπεζαρία, κλειστή για καιρό, που περιμένει επισκέπτες για να ξαναβάλει τα καλά της. Το παροπλισμένο πλοίο που, δεμένο στο λιμάνι, περιμένει πώς και πώς να βγει στα ανοιχτά. Τέτοιες εικόνες θυμίζουν δεκάδες χωριά της χώρας μας που, σχεδόν ερημωμένα τον υπόλοιπο χρόνο, περιμένουν τις γιορτινές ημέρες για να ξαναζωντανέψουν, υποδεχόμενα ξεριζωμένους κατοίκους και επισκέπτες.

«Είμαστε σε χειμερία νάρκη και ξυπνάμε ξανά το Πάσχα. Αυτή είναι Ανάσταση!», λένε χαριτολογώντας οι λιγοστοί μόνιμοι κάτοικοί τους, που έχουν ήδη κάνει τις απαραίτητες ετοιμασίες για να καλοδεχθούν συγγενείς, φίλους και παλιούς συγχωριανούς. «Να ‘ταν όλο τον χρόνο έτσι», συμπληρώνουν όμως με πίκρα. «Ο χειμώνας κυλάει πολύ αργά εδώ».

Η εγκατάλειψη της ελληνικής υπαίθρου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, παρότι κατά καιρούς το πρόβλημα έχει χαρακτηριστεί εθνικής σημασίας λόγω άμεσης σχέσης με το δημογραφικό (παραδοσιακά η δημογραφική «δεξαμενή» της Ελλάδας ήταν η επαρχία, όμως τώρα αυτή φαίνεται να έχει στερέψει, με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις σχεδόν παντού, πλην της Αθήνας). Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να σταματήσει την πληθυσμιακή διαρροή από τα χωριά προς τις πόλεις, εκεί που βρίσκονται οι δουλειές, οι υποδομές, η προοπτική για μια καλύτερη ζωή.

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή πληθυσμού, περισσότερα από διακόσια χωριά σε όλη τη χώρα δεν έχουν σήμερα ούτε έναν κάτοικο εγγεγραμμένο στους εκλογικούς τους καταλόγους, ωστόσο ο πραγματικός αριθμός των «χωριών-φαντασμάτων» είναι πολύ υψηλότερος (κάποιες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πάνω από χίλια). Σε χιλιάδες άλλα, την ίδια ώρα, Θερμοπύλες φυλάττουν λίγοι γέροντες και γερόντισσες που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τα παιδιά τους στην πόλη.

Υπάρχουν βέβαια και οι φωτεινές εξαιρέσεις -χωριά που σχεδόν αναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους χάρη κυρίως στο όμορφο τοπίο τους (και ίσως σε έναν διορατικό τοπικό άρχοντα). Ολα δείχνουν όμως ότι απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Αισιόδοξο το γιορτινό μήνυμα

Οι ημέρες όμως είναι γιορτινές και ο Παλαιόπυργος Ιωαννίνων, το Μεσολούρι Γρεβενών, ο Ασπροπόταμος Τρικάλων, η Αναβρυτή Λακωνίας, το Διακόπι Φωκίδας, το Σιδηρόνερο Δράμας και οι Οθωνοί στέλνουν το ίδιο μήνυμα μέσω της «Κ»: «Ανοίξαμε και σας περιμένουμε».

Αναβρυτή

Σκαρφαλωμένη στις παρειές του Ταϋγέτου, σε υψόμετρο 850 μέτρων, η Αναβρυτή μπορεί να μην «αποτελεί το σημαντικό κέντρο εμπορίου ούτε και το πολύβουο χωριό του παρελθόντος», όπως κομψά το θέτει στην ιστοσελίδα του ο Δήμος Μυστρά, ωστόσο «αποτελεί έναν ιδανικό προορισμό για τον επισκέπτη που επιθυμεί ηρεμία, χαλάρωση και ψυχική ανάταση». «Η αλήθεια είναι ότι κάθε άλλο παρά σφύζει από ζωή η Αναβρυτή», παραδέχεται μιλώντας στην «Κ» ο δήμαρχος Μυστρά κ. Δημήτρης Αποστολάκος. «Εχει δεν έχει 20 μόνιμους κατοίκους το χωριό – όπως άλλωστε και πολλά άλλα ορεινά ή ημιορεινά χωριά του δήμου μας. Δυστυχώς, οι περισσότεροι Αναβρυτιώτες ζουν σήμερα στη Σπάρτη. Κάποιοι επιστρέφουν τα Σαββατοκύριακα, αλλά μόνο το Πάσχα μπορείς να πεις ότι η περιοχή αποκτά κάποια ζωή». Αυτές τις ημέρες, λέει ο κ. Αποστολάκος, δεν υπάρχει επιστροφή μόνο από τη Σπάρτη ή την Αθήνα, αλλά και από τις ΗΠΑ ή τον Καναδά όπου ζουν πολλοί ντόπιοι.

Είναι όμως όμορφο χωριό – το ομολογούν όλοι. Εκτός από το πλήθος των εκκλησιών, κτισμένων στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, ο επισκέπτης μπορεί ακόμα να θαυμάσει βιοτεχνικές εγκαταστάσεις παλαιών βυρσοδεψείων, νερόμυλων, υφαντουργείων και υποδηματοποιείων (η Αναβρυτή υπήρξε κάποτε το σημαντικότερο βιοτεχνικό κέντρο της περιοχής με πανελλήνιες εμπορικές συναλλαγές), αρχοντικά, κελαριστές πηγές. Δύο παραδοσιακά μεζεδοπωλεία και ο δημοτικός ξενώνας συμπληρώνουν το παζλ. «Κάνουμε ό,τι μπορούμε να αναπτύξουμε τον τουρισμό», λέει ο κ. Αποστολάκος. «Αλλά προς το παρόν το χωριό «ξεκλειδώνει» κάθε Πάσχα και καλοκαίρι».

Ασπροπόταμος

Αυτή κι αν είναι χειμερία νάρκη! Από… μηδέν κατοίκους τον χειμώνα, ο Ασπροπόταμος εκτοξεύεται στους 10.000 το καλοκαίρι. «Ναι, είμαστε… διχασμένοι» λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της κοινότητας Ασπροποτάμου του Νομού Τρικάλων κ. Δημήτρης Βουρλίτσης. «Τον χειμώνα στα χωριά της περιοχής (Ανθούσα, Χαλίκι, Κρανιά, Κατάφυτο, Μηλιά, Αγία Παρασκευή, Καλλιρρόη, Πολυθέα και Στεφάνι) ζουν μόνο οι… φύλακες και λίγοι εναπομείναντες κτηνοτρόφοι. Το καλοκαίρι αντίθετα γίνεται χαλασμός». Και βέβαια η επίσημη πρώτη της θερινής περιόδου είναι το Πάσχα.

Ηδη τα δύο μεγάλα ξενοδοχεία της περιοχής εμφανίζουν 100% πληρότητα. «Είναι δημότες που επιστρέφουν ή και επισκέπτες. Η περιοχή προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για εναλλακτικό τουρισμό, από κατάβαση ποταμού (η περιοχή βρίσκεται στις όχθες του Αχελώου) με ράφτινγκ ή κανόε-καγιάκ μέχρι πεζοπορία στο δίκτυο μονοπατιών στη νότια Πίνδο και τα γύρω βουνά και ορειβασία». Τον Ασπροπόταμο έβγαλε… «ασπροπρόσωπο» η φυσική ομορφιά του τοπίου του – και η ευρηματικότητα των ανθρώπων του. «Αυτό έχει κρατήσει ζωντανή την περιοχή. Γι’ αυτό ζητάμε να μη συνενωθούμε με άλλους δήμους και να παραμείνουμε ξεχωριστή κοινότητα. Το αντίθετο θα ήταν ολέθριο για τον τόπο», καταλήγει ο κ. Βουρλίτσης.

Μεσολούρι

Ο κ. Βασίλης Κανιάς είναι δάσκαλος στα Γρεβενά. Τα Σαββατοκύριακα ανηφορίζει στο χωριό του, το Μεσολούρι, στην αγκαλιά της Πίνδου, για να συναντήσει τους γονείς του και να βοηθήσει στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση, έναν όμορφο ξενώνα που λειτουργούν εδώ και λίγα χρόνια. Οι δικοί του, μαζί με ένα ακόμα ζευγάρι, είναι οι μοναδικοί μόνιμοι κάτοικοι του χωριού.

«Το Πάσχα το περιμένουμε πώς και πώς. Οχι γιατί ανοίγει η «δουλειά», αλλά γιατί αποκτά λίγη ζωή το χωριό μας. Μη φανταστείτε, βέβαια, τίποτα φοβερό. Αντε να ανοίξουν άλλα 20 σπίτια. Ομως μέχρι και η Εκκλησία ανοίγει το Πάσχα», λέει ο ίδιος στην «Κ» με ενθουσιασμό. «Η Ανάσταση βέβαια γίνεται πολύ νωρίς», προσθέτει, «μαγειρίτσα τρώμε πριν από τις δώδεκα!»

Τα παλιά χρόνια, στο Μεσολούρι, το βράδυ του Μ. Σαββάτου γινόταν μεγάλο γλέντι. «Πάνε αυτά τώρα», ακούγεται από μακριά η φωνή της μητέρας του. «Εχουμε κόσμο, αλλά αυτά δυστυχώς τελειώσανε». Και το Μεσολούρι έχει αφήσει την τύχη του στις δυνατότητες που παρέχει το φυσικό τοπίο. «Είναι ιδανικός τόπος για ηρεμία και ξεκούραση, αλλά και μια εναλλακτικές διακοπές – εδώ μπορείς να κάνεις από σκι και ποδήλατο, μέχρι ιππασία, ράφτινγκ και αναρρίχηση. Μπορεί κάλλιστα επίσης να γίνει ορμητήριο για τη γύρω περιοχή, από τα Ζαγοροχώρια έως τα Μετέωρα».

Παλαιόπυργος

Πριν από λίγες ημέρες χτύπησε το τηλέφωνο του Κώστα Χαρίση. Ηταν ένας 88χρονος θείος του. «Τι θα γίνει, ρε παιδιά; Ποιος θα με ανεβάσει στο χωριό;» του είπε, βυθίζοντάς τον σε σκέψεις. Ο Κώστας, μπορεί να ζει και να εργάζεται στην Αθήνα, αλλά -με εξαίρεση δύο ζευγάρια που ζουν μόνιμα εκεί- είναι ο… πιο «μόνιμος» κάτοικος του Παλαιόπυργου Ιωαννίνων. «Αυτό είναι το χωριό μου, αυτή η καταγωγή μου και κάνω ό,τι μπορώ να παραμένει ζωντανό. Ομως γίνεται όλο και πιο δύσκολο», λέει στην «Κ», καθώς πλησιάζει με το αυτοκίνητό του το Ανω Πωγώνι.

Ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων έχει περιοριστεί δραματικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ωστόσο έως σήμερα, την κατάσταση «έσωζε» η πρώτη γενιά των ντόπιων που επέστρεφαν με κάθε αφορμή – και παρέσυραν και τους υπόλοιπους. «Οπως οι γονείς μου. Ομως αυτοί πια έχουν μεγαλώσει. Δεν τους είναι πια εύκολο να πηγαίνουν «εκτός σεζόν», φοβούνται. Είναι πραγματική ερημιά. Ο θείος μου για παράδειγμα που με πήρε στο τηλέφωνο, ενώ παλιά έμενε στο χωριό απ’ το Πάσχα έως τον Οκτώβριο, φέτος θα έρθει από τον Ιούνιο, να έχει κάπως γεμίσει το χωριό, να μην είναι μόνος. Το μόνο παρήγορο είναι ότι και οι μεγαλύτεροι και εμείς έχουμε εμφυσήσει την αγάπη μας για την περιοχή στα παιδιά μας, τα οποία με χαρά βλέπουμε ότι έρχονται εδώ, τουλάχιστον τις γιορτές και τα καλοκαίρια. Βέβαια, ακόμα και τότε, έρχονται μόνο όσοι έχουν κάπου να μείνουν. Οσοι δηλαδή έχουν σπίτι. Υποδομές δυστυχώς δεν έχουμε για φιλοξενία».

Και είναι πράγματι κρίμα για μια τόσο όμορφη περιοχή. «Ειδικά αυτόν τον καιρό είναι υπέροχα στα μέρη μας. Ενας ανθισμένος, καταπράσινος τόπος, πνιγμένος στις μυρωδιές. Ομως απρόσιτος», καταλήγει ο κ. Χαρίσης.

Διακόπι

«Οσο κρατάμε το σχολείο ανοιχτό έχουμε ελπίδες!» Στο Διακόπι ή Γρανίτσα στην ορεινή Δωρίδα του νομού Φωκίδας, ένα όμορφο χωριό απλωμένο στους πρόποδες των Βαρδουσίων, σε υψόμετρο 700 μέτρων, οι μόνιμοι κάτοικοι έχουν περιοριστεί στους 52, με κύρια ασχολία την κτηνοτροφία. Οπως όμως λέει στην «Κ» ο επί 22 συναπτά έτη πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου της περιοχής, κ. Γιάννης Τρίγκας, που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει τη ζωή στο χωριό, «οι οκτώ μαθητές του μονοτάξιου σχολείου μας, μας διαφοροποιούν από τα άλλα χωριά της ευρύτερης περιοχής, που δυστυχώς έχουν τελείως ερημώσει».

Το Πάσχα ο πληθυσμός του χωριού αυξάνεται αισθητά – έως το καλοκαίρι θα έχουν φθάσει τους 300 κατοίκους. «Ειδικά το Πάσχα, όμως, έχουμε και ωραίες εκδηλώσεις! Εδώ τηρούμε τα ρουμελιώτικα έθιμα – τόσο στο φαγητό με το παραδοσιακό ψητό αρνί και τη γαρδούμπα, όσο και στο γλέντι με τους παραδοσιακούς χορούς. Ευτυχώς, ακόμα η συνεισφορά του κόσμου στα έθιμα είναι μεγάλη. Μέχρι και διαγωνισμό κάνουμε για το καλύτερο ψήσιμο του οβελία!»

Το στοίχημα βέβαια για τον ίδιο είναι να «κρατήσουμε», όπως λέει, τους νέους ανθρώπους. Δύσκολο εγχείρημα όπως έχει αποδειχθεί. «Η τρίτη γενιά δεν έχει τόσο ισχυρούς δεσμούς με τον τόπο μας. Και δεν τους αδικώ. Ο γιος μου, για παράδειγμα, γεννήθηκε στην Αθήνα. Προσπαθώ να του εμφυσήσω κάποια πράγματα για την καταγωγή του, αλλά είναι δύσκολο η νέα γενιά τελικά να δεθεί με τους τόπους καταγωγής της». Τι κι αν το Διακόπι προσφέρει ωραίους περιπάτους, ηρεμία. «Η προοπτική κάθε τόπου εξαρτάται από την υποδομή. Και υποδομή δεν υπάρχει ακόμα εδώ».

Οθωνοί

Στο μικρό ξενοδοχείο του κ. Τάσου Κασίμη, οι κρατήσεις φέτος το Πάσχα δεν είναι πολλές. «Ειδικά φέτος, δεν έχουμε κίνηση, δυστυχώς. Πρέπει να περιμένουμε το καλοκαίρι», λέει στην «Κ», πίσω από τον πάγκο του μίνι μάρκετ που διατηρεί ανοικτό όλο τον χρόνο για να βγάζει τα προς το ζην. Οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού φθάνουν τους 80-100, «υπολογίζοντας βέβαια και τους αλλοδαπούς». Πάντοτε, το Πάσχα οι Οθωνοί γέμιζαν κόσμο – συγγενείς και παλιοί κάτοικοι που τώρα ζουν στην Κέρκυρα, στην Αθήνα, τον Πειραιά, αλλά και οι ξενιτεμένοι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έφθαναν στο νησί και στήνονταν πολυήμερα γλέντια. «Καλά, αυτά τα έθιμα έχουν εκλείψει προ πολλού», λέει ο κ. Κασίμης. «Αλλά και ο κόσμος έχει σταματήσει να έρχεται αυτές τις μέρες. Η οικονομική στέρηση βλέπεις. Κι αυτό το δολάριο μας κατέστρεψε! Το νόμισμα ξεφτιλίστηκε και οι ομογενείς που έρχονταν εδώ για ψύλλου πήδημα τώρα το σκέφτονται διπλά», προσθέτει. «Κοίτα να δεις πώς η κίνηση του δολαρίου επηρεάζει τη ζωή σε ένα νησάκι τόσο μακριά», προσθέτει. Υπολογίζεται ότι 400 Οθωνιώτες ζουν σήμερα στις ΗΠΑ, όσοι περίπου και στην Αθήνα.

Σιδηρόνερο

Στους πέντε οικισμούς της διευρυμένης κοινότητας Σιδηρόνερου, βόρεια της Δράμας, μια ανάσα από τα βουλγαρικά σύνορα, οι μόνιμοι κάτοικοι («όχι οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους, οι πραγματικοί μόνιμοι», όπως διευκρινίζουν οι ντόπιοι) δεν ξεπερνούν τους 50, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Σχολείο δεν έχει πια η περιοχή, «να ‘ναι καλά η κατάρα που μας χτύπησε τη δεκαετία του ’60 και του ’70 με τη μαζική φυγή», όπως λέει ο πρόεδρος της κοινότητας κ. Κώστας Σκούλος. Παρόλ’ αυτά, κάθε Πάσχα το Σιδηρόνερο ξανανιώνει. Οι πέντε ταβέρνες και τα δύο ξενοδοχεία σχεδόν γεμίζουν κόσμο, ντόπιους, αλλά και επισκέπτες που θέλουν να θαυμάσουν το περίφημο δάσος στο Καράντερε, την παρθένα φύση και την άγρια πανίδα. Το χωριό έχει ήδη τις πρώτες αφίξεις. «Αν κρίνω από το πώς γεμίζουν οι εκκλησίες, θα περάσουμε όμορφες γιορτές φέτος», λέει ο ίδιος. «Αχ, η προοπτική είναι μεγάλη για την περιοχή μας και λέγεται αγροτοτουρισμός. Μακάρι οι αρμόδιες υπηρεσίες να μπορούσαν να συνεννοηθούν να πηγαίναμε μπροστά».