ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επτά όπλα στη μάχη κατά της λειψυδρίας

Μικρά φράγματα και ταμιευτήρες νερού για τη συλλογή ύδατος αλλά και τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα, αλλαγή του τρόπου άρδευσης και μείωση των υδροβόρων καλλιεργειών, αξιοποίηση των νερών των βιολογικών καθαρισμών, επαναχρησιμοποίηση του «γκρίζου» νερού στο σπίτι και μετατροπή της κάθε οικίας (ειδικά στα νησιά και στην επαρχία) σε χώρο συλλογής βρόχινου νερού, μονάδες αφαλάτωσης και πάνω απ’ όλα συνολική αντίληψη μείωσης της κατανάλωσης νερού, είναι ορισμένα από τα «όπλα» που μπορεί να παρατάξει η χώρα μας στον αγώνα κατά της λειψυδρίας.

Πρόκειται για μέσα δοκιμασμένα και αποτελεσματικά. Η μείωση στην κατανάλωση νερού, κατά τομέα και συνολικά, που μπορεί να επιτευχθεί είναι πολύ σημαντική. Εως και 30% μπορεί να μειωθεί άμεσα το νερό που σπαταλιέται στο πότισμα με τη χρήση της υδροκάρτας ή με την απλή αξιοποίηση των ενδείξεων που καταγράφουν τα υδρόμετρα, έτσι ώστε ο κάθε αγρότης να συμμετέχει στα συνεταιριστικά έξοδα ανάλογα με την κατανάλωσή του. Το ένα τρίτο του νερού για την άρδευση 15.000 στρεμμάτων στην κοιλάδα του Αξιού προέρχεται ήδη από τον βιολογικό καθαρισμό Θεσσαλονίκης. Εως και 40% μπορεί να μειωθεί το νερό που χρησιμοποιούμε στα σπίτια, εάν το καζανάκι μας γεμίζει με «γκρίζο νερό», που προέρχεται από το ντους και το πλυντήριο, ύστερα από ένα ελαφρύ καθαρισμό.

Γιατί δεν προωθούνται αυτά τα μέτρα; Γιατί η Πολιτεία, η κεντρική αλλά και η τοπική εξουσία, τα μεγάλα αλλά και ορισμένα μικρά συμφέροντα σχεδιάζουν την «ανάπτυξη» με τη λογική ότι το νερό είναι απεριόριστο. Και αν παρουσιαστεί έλλειψη, μπορεί να μετατραπεί σε ένα κερδοφόρο εμπόρευμα, όπως γίνεται με τους «νερουλάδες» του Αιγαίου. Η Ελλάδα, μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη κατανάλωση νερού στον κόσμο και με έντονο το πρόβλημα της μείωσης των αποθεμάτων, δεν έχει μέλλον με υδροβόρες επενδύσεις, αλλά με έργα εξοικονόμησης νερού.

Στέρνες και μικρά φράγματα

«Μπορούμε να κερδίσουμε τη μάχη του νερού στο Αιγαίο χρησιμοποιώντας παραδοσιακές μεθόδους, φιλικές προς το περιβάλλον», λέει στην «Κ» ο κ. Κρίτωνας Αρσένης, χωροτάκτης – οικονομολόγος, υπεύθυνος προγράμματος «Αειφόρο Αιγαίο» (www.diktioaigaiou.gr), της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

Για παράδειγμα, σχεδόν σε όλες τις παραδοσιακές οικίες υπήρχαν υδατοδεξαμενές, οι γνωστές στέρνες. Εκεί συγκεντρωνόταν μεγάλο μέρος από το νερό που χρειαζόταν η οικία για όλο το έτος. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει ξανά και στις ημέρες μας, κάνοντας τις στέρνες υποχρεωτικές στις οικοδομές των νησιών (ειδικά των άνυδρων), όπως στην Αθήνα είναι υποχρεωτική η θέση στάθμευσης. Σήμερα, οι στέρνες είτε δεν προβλέπονται είτε γίνονται… rooms to let! «Στις εντός σχεδίου οικοδομές οι στέρνες δεν είναι υποχρεωτικές. Στα εκτός σχεδίου σπίτια είναι, αλλά η στέρνα μετατρέπεται σε πισίνα ή ακόμα και σε δωμάτιο, αν η κλίση του εδάφους το επιτρέπει», σημειώνει ο κ. Αρσένης.

Πώς θα κρατήσουμε όμως το νερό στα νησιά; «Δεν χρειάζονται τεράστιες υδατοδεξαμενές και άλλα μεγάλα έργα που δοκιμάστηκαν συχνά ανεπιτυχώς στο Αιγαίο. Απεναντίας, πρέπει να ενισχύσουμε τον υδροφόρο ορίζοντα με ήπιο και αποτελεσματικό τρόπο, όπως είχε γίνει στην Απείρανθο της Νάξου. Με μια σειρά 66 μικρών φραγμάτων ανάσχεσης της ροής των μικρών χειμάρρων επιτεύχθηκε η ενίσχυση του υδροφόρου ορίζοντα από βρόχινο νερό που ειδάλλως κατέληγε στη θάλασσα. Το έργο είχε ιδιαίτερη αντιδιαβρωτική και αντιπλημμυρική αξία», εξηγεί ο κ. Αρσένης. Ταυτόχρονα, περιφράχτηκαν 2.500 στρέμματα όπου αποκαταστάθηκαν οι πεζούλες, που συγκρατούν νερό και έδαφος, αλλά καταρρέουν σε όλο το Αιγαίο με γοργούς ρυθμούς.

Το εντυπωσιακό όμως είναι, ότι παρά τη διεθνή αναγνώριση του έργου, δεν βρήκε μιμητές ούτε στα γειτονικά χωριά της Νάξου ούτε σε άλλα νησιά. Δυστυχώς, τα δημόσια έργα καθορίζονται συχνά από τα συμφέροντα των εργολάβων και προκρίνονται εκείνα που είναι πολυδάπανα…

Μονάδες αφαλάτωσης

«Με το εργοστάσιο αφαλάτωσης ξενοιάσαμε από την αγωνία του νερού» μας λέει ο κ. Γιώργος Χάλαρης, πρόεδρος της Κοινότητας Οίας στη Σαντορίνη. «Με τις τρεις μονάδες αφαλάτωσης παράγουμε περίπου 1.000 κυβικά μέτρα νερού την ημέρα και καλύπτουμε πλήρως τις ανάγκες μας. Η πρώτη μονάδα έγινε το 1994 και ήταν μια προσφορά της οικογένειας Αλαφούζου. Το νερό του εργοστασίου είναι πόσιμο, κάνουμε αναλύσεις κάθε μήνα». Το κόστος παραγωγής δεν είναι βέβαια μικρό, υπολογίζεται σε 2 ευρώ ανά κυβικό μέτρο -αν και οι εταιρείες που προωθούν την αφαλάτωση υπόσχονται κόστος 0,5 με 1 ευρώ το κυβικό- με αποτέλεσμα τα τιμολόγια νερού στην Οία να είναι σχετικά αυξημένα, εκτός από όσους έχουν μικρές καταναλώσεις και τους φτωχούς, για τους οποίους είναι δωρεάν. Σε κάθε περίπτωση, το κόστος του αφαλατωμένου νερού είναι πολύ φθηνότερο από αυτό του μεταφερόμενου ύδατος με τα πλοία – υδροφόρες. «Για τη Θηρασιά πληρώνουμε 10-11 ευρώ το κυβικό» μας λέει ο κ. Χάλαρης. Γι’ αυτό, η Κοινότητα Οίας έχει αιτηθεί τη δημιουργία μονάδας αφαλάτωσης και στη Θηρασιά. «Κατά τη γνώμη μου η μεταφορά νερού από την Αθήνα πρέπει να σταματήσει. Ηδη η στεριά αντιμετωπίζει προβλήματα, τα νησιά πρέπει να βρουν τις δικές τους λύσεις. Με εξοικονόμηση νερού, με καλύτερη αξιοποίηση αυτού που έχουν -για παράδειγμα στην Ανάφη βρέθηκε πίδακας νερού, αλλά χρειάζεται δίκτυο για να αξιοποιηθεί- και με αφαλατώσεις».

Σήμερα προγραμματίζονται πολλά έργα αφαλάτωσης σε μια σειρά νησιών -Ηρακλειά, Δονούσα, Αμοργός, Αντίπαρος, Κύθνος και Φολέγανδρος- για να αναφερθούμε μόνο στις Κυκλάδες. Παρ’ όλα αυτά η αφαλάτωση δεν είναι πανάκεια. Κατ’ αρχάς απαιτείται σημαντική κατανάλωση ενέργειας -που ανεβάζει το κόστος και ρυπαίνει το περιβάλλον- εκτός εάν χρησιμοποιηθούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το πείραμα της Ηρακλειάς, όπου το πλωτό σύστημα Υδριάδα, στηριγμένο σε μια ανεμογεννήτρια ισχύος 30 KW και σε φωτοβολταϊκά πάνελ, παράγει περίπου 45 κυβικά μέτρα την ημέρα, με δυνατότητα για 70 κ.μ. -παρά τις όποιες δυσκολίες μπορεί να εμφανίστηκαν αρχικά- δείχνει ότι μπορεί να προχωρήσει η αφαλάτωση και με βιώσιμο τρόπο.

Επιπλέον, η αφαλάτωση έχει αρνητικές συνέπειες στο θαλάσσιο οικοσύστημα, καθώς το νερό που επιστρέφει στη θάλασσα είναι… πλούσιο όχι μόνο σε αλάτι, αλλά πολλές φορές και σε χημικά που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό του, έτσι ώστε να μη φθείρονται οι μεμβράνες – χλώριο και βιοκτόνα. «Εμείς πάντως δεν έχουμε διαπιστώσει πρόβλημα στη θάλασσα» τονίζει ο κ. Χάλαρης. «Παρακρατούμε τα χημικά και ρίχνουμε το νερό σε βαθιά νερά, όπου πιστεύουμε ότι γρήγορα αναμειγνύεται. Στην περιοχή υπάρχουν και αχινοί και πεταλίδες και κοχυλάκια». Ο κοινοτάρχης παραδέχεται όμως ότι δεν έχει γίνει συστηματική μελέτη. Στην περίπτωση της Υδριάδας, όπως μας λέει ο κ. Θανάσης Βατίστας, εκ των συντελεστών του έργου υπάρχει μια τεχνολογία πιο προηγμένη -αλλά και πιο ακριβή- που δεν χρησιμοποιεί χημικά. «Το κόστος πέφτει σήμερα. Με 300.000 ευρώ μπορείς να αγοράσεις και να εγκαταστήσεις μια μονάδα δυναμικότητας 500 κ.μ. την ημέρα» λέει ο κ. Χάλαρης. Το πρόβλημα είναι ότι όπου διαμορφώνεται λογική άνεσης νερού μέσω αφαλάτωσης, δεν προωθούνται πρακτικές εξοικονόμησης. «Η αλήθεια είναι ότι στην Οία και στη Θηρασιά υπάρχει μεγάλη σπατάλη. Ο τουρισμός εδώ είναι γκλάμουρους και ζητάει πισίνες, τζακούζι και δεν συμμαζεύεται…» παραδέχεται ο κοινοτάρχης.

Υδρόμετρα και υδροκάρτα

«Με έναν άμεσο εξορθολογισμό της διαχείρισης νερού στον γεωργικό τομέα, θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του νερού στην Ελλάδα. Αρκεί να σοβαρευτούμε!». Ο κ. Αθανάσιος Πανώρας, τακτικός ερευνητής στη Διαχείριση Υδάτινων Πόρων του Ινστιτούτου Εγγειων Βελτιώσεων του ΕΘΙΑΓΕ είναι κατηγορηματικός. «Οταν για τις ανάγκες του γεωργικού τομέα απαιτείται περίπου το 80% του νερού της χώρας, ενώ μόλις το 12% πηγαίνει για ύδρευση, με μια μείωση της κατανάλωσης κατά 20% στην άρδευση, που είναι απόλυτα εφικτή άμεσα, θα εξοικονομούσαμε περισσότερο από το νερό που χρειαζόμαστε σήμερα για ύδρευση».

Πώς μπορεί να γίνει αυτό; «Κατ’ αρχάς, να χρεώνουμε τον παραγωγό με την κατανάλωση νερού και όχι με τα στρέμματα. Σήμερα, όπου υπάρχουν Τοπικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων οι παραγωγοί λαμβάνουν νερό από κλειστό συλλογικό αρδευτικό δίκτυο (που κατασκευάστηκε από το κράτος) και πληρώνουν για τη συντήρηση και τη λειτουργία του και όχι φυσικά για να βγάλει κέρδος. Το κόστος όμως μοιράζεται ανάλογα με τα στρέμματα που έχει ο κάθε γεωργός και όχι με την κατανάλωση νερού. Ετσι, ο παραγωγός που εξοικονομεί νερό δεν επιβραβεύεται, ούτε εκείνος που το σπαταλά πληρώνει παραπάνω». Και αυτό παρά το γεγονός ότι σε πολλούς οργανισμούς υπάρχουν υδρόμετρα (που μετρούν την παροχή νερού), τα οποία όμως δεν αξιοποιούνται…

«Μια άλλη τεχνολογία που χρησιμοποιείται πιλοτικά είναι η λεγόμενη υδροκάρτα. Πρόκειται για ένα σύστημα, το οποίο προσαρμόζεται στο στόμιο της υδροληψίας και καταμετρά ακριβώς την κατανάλωση νερού. Η εφαρμογή της συγκεκριμένης συσκευής αλλάζει και τον τρόπο χρήσης, αφού όποιος δεν πληρώσει δεν παίρνει νερό. Αντιμετωπίζεται έτσι και το πρόβλημα των κακοπληρωτών», λέει στην «Κ» ο κ. Πανώρας.

Το αποτέλεσμα; Εκεί όπου εφαρμόστηκε (Σέρβια Κοζάνης, Νευροκόπι κ.λπ.) καταγράφηκε μείωση της κατανάλωσης νερού έως και 30% από τον πρώτο χρόνο! Σημαντικό είναι ότι ανάλογα μειώνεται και η κατανάλωση ενέργειας για το πότισμα, με αποτέλεσμα να εξοικονομούνται χρήματα για τον οργανισμό, δηλαδή για τους αγρότες-μέλη του. «Η υδροκάρτα δεν είναι μονόδρομος. Εχει το μειονέκτημα ότι κοστίζει 700-800 ευρώ η καθεμιά και μπορεί ένας αγρότης να έχει 3-4 υδροληψίες. Την ίδια δουλειά μπορεί να κάνει και ένα απλό υδρόμετρο, αλλά χρειάζεται σοβαρότητα από τον οργανισμό, έτσι ώστε να χρεώνεται ο καθένας ανάλογα με το νερό που χρησιμοποιεί». Εξίσου σημαντικό είναι να γνωρίζουμε πόσο νερό χρειάζεται μια καλλιέργεια. Πώς να υπολογίσουμε πόσο νερό να ρίξουμε σε ένα χωράφι, εάν δεν γνωρίζουμε τι ποσότητα απαιτείται; «Εχουμε ξεκινήσει μια πιλοτική εφαρμογή στη Νιγρίτα, για να μετρήσουμε τις απαιτήσεις», μας λέει ο κ. Πανώρας.

Στάγδην άρδευση

Κρίσιμο ζήτημα είναι και ο τρόπος άρδευσης. «Σε βαμβακοκαλλιέργεια στο χωριό Πλατύκαμπος στον νομό Λαρίσης, γίνεται ένα ενδιαφέρον πείραμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με την ονομασία «Πλειάδες». Αποδείχθηκε ότι μπορεί να μειωθούν οι ανάγκες σε νερό από 400 σε 270 κυβικά μέτρα το στρέμμα, με τέσσερις κινήσεις: Δεν ποτίζουμε το μεσημέρι, δεν χρησιμοποιούμε «κανόνι», ούτε ανοικτούς αγωγούς, καταπολεμούμε τον ευτροφισμό», λέει στην «Κ» ο κ. Ζήσης Αργυρόπουλος, χημικός και μελετητής έργων περιβάλλοντος από τη Λάρισα. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η στάγδην άρδευση πραγματοποιεί τη μικρότερη κατανάλωση νερού και μπορεί να αξιοποιήσει και μικρές ποσότητες νερού», συμφωνεί και ο κ. Πανώρας. Ηδη στην Κρήτη (όπου υπάρχουν και πολλά θερμοκήπια) το 90% της άρδευσης γίνεται στάγδην. «Η πρακτική αυτή αρχίζει να επεκτείνεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα, στη Μακεδονία είναι μόνο 10%. Αλλά δεν υπάρχουν τέλειες τεχνικές άρδευσης, ούτε άλλες που είναι για πέταμα. Στη στάγδην άρδευση είναι κρίσιμο θέμα η ποιότητα του νερού, καθώς υπάρχει κίνδυνος φραγής των στομίων με άλατα. Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτο να ποτίζουμε με «κανόνια» 12-3 το μεσημέρι ή με αέρα…», τονίζει ο κ. Πανώρας.

Αλλαγή καλλιεργειών

Η αλλαγή των καλλιεργειών στη Θεσσαλία μπορεί να οδηγήσει σε εξοικονόμηση νερού, ίση με τη «μικρή» εκτροπή του Αχελώου, που προωθείται. «Σύμφωνα με μελέτη του ΕΘΙΑΓΕ, που πραγματοποιήθηκε πριν από τρία χρόνια, εάν στον θεσσαλικό κάμπο καλλιεργηθούν κηπευτικά και σιτηρά, που είναι απαραίτητα για τη διατροφή στην Ελλάδα και τη διατροφική αυτάρκεια, θα κερδίσουμε 540 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού τον χρόνο. Το νερό της προβλεπόμενης εκτροπής είναι 600 εκατομμύρια, χώρια οι απώλειες, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και 40%», τονίζει ο κ. Ζήσης Αργυρόπουλος. «Πρέπει να αλλάξουν οι καλλιέργειες. Δεν μπορεί σε ένα ξηροθερμικό περιβάλλλον, όπως είναι της Θεσσαλίας, να έχουμε υδροφόρες καλλιέργειες», τονίζει ο μελετητής.

Βιολογικοί καθαρισμοί

Το νερό των βιολογικών καθαρισμών δεν είναι για πέταμα. Εδώ και ένα χρόνο ο βιολογικός καθαρισμός της Θεσσαλονίκης αρδεύει 15.000 στρέμματα, όπου καλλιεργείται βαμβάκι, καλαμπόκι, τριφύλλι, τεύτλα και ρύζι. «Καλύπτει όχι μόνο το 30% των αναγκών, ειδικά την περίοδο της αυξανόμενης ζήτησης, αλλά προσθέτει στις καλλιέργειες άζωτο, κάλλιο και φώσφορο», υπογραμμίζει ο κ. Πανώρας.

Περίπου 200.000 κυβικά μέτρα νερού την ημέρα από τη δευτεροβάθμια επεξεργασία του βιολογικού κατευθύνονται μέσα σε κανάλια άρδευσης όπου αναμειγνύονται με νερό από τον ποταμό Αξιό. «Πάμε πολύ καλά, το νερό είναι πολύ καλής ποιότητας και σχεδιάζουμε διπλασιασμό των στρεμμάτων που θα αρδεύουμε», λέει ο κ. Πανώρας. «Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα στις καλλιέργειες, αλλά χρειάζεται συνεχής έλεγχος του ύδατος και αξιόπιστη μονάδα, όπως ο βιολογικός της Θεσσαλονίκης. Το Ινστιτούτο Εγγειων Βελτιώσεων παρακολουθεί διαρκώς την ποιότητα του νερού». Οπως μας είπε ο κ. Πανώρας χρειάστηκε ερευνητική προετοιμασία δέκα ετών για να πιστοποιηθεί ότι το νερό του βιολογικού δεν θα έχει ανεπιθύμητες επιδράσεις στις καλλιέργειες. «Η χρήση των εκροών των βιολογικών καθαρισμών μπορεί να επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα, με ιδιαίτερα ευεγερτικά αποτελέσματα. Ομως για κάθε μονάδα και για κάθε χρήση χρειάζεται ειδική μελέτη», υπογραμμίζει ο κ. Πανώρας.

«Ανακύκλωση» νερού στο σπίτι

Το κάθε σπίτι μπορεί να γίνει, με πολύ μικρό κόστος, μια μικρή μονάδα «ανακύκλωσης» νερού, όπου θα μπορεί να πετύχει μείωση της κατανάλωσης μέχρι 40% – 50%! Σε αυτόν το «πράσινο» στόχο, όπλο είναι το «γκρίζο νερό», δηλαδή το νερό το οποίο συλλέγεται μετά τη χρήση του και αφού υποστεί ένα ελαφρύ καθαρισμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο καζανάκι ή στον κήπο. «Εάν υπολογίσουμε ότι στο καζανάκι ξοδεύεται το 40% περίπου του νερού που καταναλώνει ένα σπίτι, η εξοικονόμηση μπορεί να φτάσει έως το 50%» λέει η κ. Μαίρη Βιταλιώτου, υπεύθυνη της εκστρατείας για το νερό του δικτύου Μεσόγειος SΟS.

«Παίρνουμε το νερό απ’ όλες τις χρήσεις (από το μπάνιο, το πλυντήριο), εκτός από τον νεροχύτη της κουζίνας, όπου το νερό που φεύγει έχει μεγάλη σχετικά περιεκτικότητα σε λίπη και οργανικό φορτίο. Στη συνέχεια το διοχετεύουμε σε μια πολύ απλή συσκευή καθαρισμού, που μπορεί να βρίσκεται και σε ένα ντουλαπάκι στο μπάνιο και από κει με σωλήνες διοχετεύεται όπου θέλουμε». Σύμφωνα με την κ. Βιταλιώτου είναι μια φθηνή σχετικά επένδυση. Αλλά για να προωθηθεί στην Ελλάδα χρειάζεται «σπρώξιμο». Στην Κύπρο, που γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων, δίνεται επιδότηση 1.000 ευρώ για κάθε νοικοκυριό. Ενα δεύτερο μέτρο, που θα μπορούσε να προωθηθεί, είναι η κατασκευή δεξαμενών βρόχινου νερού στις ταράτσες των σπιτιών. «Ηδη πωλούνται σε πολυκαταστήματα πλαστικές δεξαμενές. Το νερό της βροχής, αφού συλλεχθεί, μπορεί να οδηγηθεί με σωλήνες και να χρησιμοποιηθεί κυρίως για πότισμα», σημειώνει η κ. Βιταλιώτου. Η πρακτική αυτή ήταν πολύ διαδεδομένη στην επαρχία και ειδικά στα νησιά. Οταν όμως η Πολεοδομία άρχισε να ζητά άδειες για την κατασκευή των μόνιμων δεξαμενών, πολλοί αποθαρρύνθηκαν και η καλή αυτή πρακτική σταμάτησε.

Βέβαια, όλες αυτές οι προσπάθειες δεν μπορούν παρά να συμπληρώσουν την ανάγκη να αντιμετωπιστεί επιτέλους το πρόβλημα των διαρροών στα κεντρικά δίκτυα, όπου στην περίπτωση της ΕΥΔΑΠ φτάνουν μέχρι και το 50%!