ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επιτέλους Μητρόπολη χωρίς σκαλωσιές για την Αθήνα

Είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν για να δοθεί ένα τέλος στις περιπέτειες της Μητρόπολης. «Θύμα» των σεισμών από τo 1981, μνημείο με πολλά προβλήματα που δεν αντιμετωπίστηκαν αμέσως γι’ αυτό διογκώθηκαν με τον χρόνο, δοκιμάζεται με μια μελέτη πoυ πηγαινοέρχεται στο υπουργείο Πολιτισμού. Από το 1981 που ανέλαβε ομάδα μελετητών, η προμελέτη εγκρίθηκε το 1987, η οριστική το 1994 και τρία χρόνια αργότερα η μελέτη εφαρμογής. Η έλλειψη ουσιαστικών αποφάσεων και μέτρων και κυρίως η αδιαφορία, επιβάρυναν το μνημείο με το τελευταίο «χτύπημα» του εγκέλαδου το 1999. Εκτοτε παρουσιάστηκε μια ακόμη μελέτη το 2001 και η υπόθεση της αποκατάστασης της Μητρόπολης έγινε σίριαλ αφού σύρεται ακόμη.

Τώρα, με καθυστέρηση σχεδόν τριών δεκαετιών, εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (κι όχι το ΚΑΣ που εξέταζε την υπόθεση), η μελέτη αποκατάστασης του καθεδρικού ναού της Αθήνας. Φορέας του έργου είναι η Αρχιεπισκοπή, η οποία εξασφάλισε τα χρήματα από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Την επίλυση του ζητήματος ζήτησε και ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς, όταν πληροφορήθηκε τυχαία το πρόβλημα. Παρακολουθώντας τη συνεδρίαση του ΚΣΝΜ για την καθιερωμενη εθιμοτυπική επίσκεψη γνωριμίας με τα μέλη, έδειξε γρήγορα αντανακλαστικά όταν άκουσε τα καθέκαστα. Κυρίως τους πιθανούς κινδύνους. Ζήτησε την ίδια ώρα επίσπευση των αναστηλωτικών εργασιών διότι υπάρχει κίνδυνος κατάρρρευσης μικρών τμημάτων σε ένα χώρο που συγκεντρώνονται πιστοί και τις επόμενες ημέρες ενημέρωσε με επιστολή του τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο, προφορικά το γραφείο του πρωθυπουργού, τον υπουργό Παιδείας και τον νομάρχη.

Ο αρχιτέκτονας Θεόδωρος Χαμάλης, τεχνικός σύμβουλος του έργου (από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ) εξήγησε στην «Κ» πως πρόκειται για την παλιά μελέτη του 2001, η οποία δέχτηκε βελτιώσεις σύμφωνα με τις έρευνες του καθηγητή Παναγιώτη Καρύδη: «Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών και παρατηρήσεων εφαρμόστηκαν για να γίνει αυτή η διαφοροποίηση στη μελέτη».

Οι εργασίες περιλαμβάνουν αποκατάσταση του κυρίως ναού. Αλλά επειδή θα κλείσει για ένα διάστημα, με την ευκαιρία θα εξεταστεί και η στέγη: ο τρούλος από τον οποίο αποκολλήθηκαν ορισμένα φύλλα χαλκού. Τέτοιες εργασίες προληπτικού χαρακτήρα θα γίνουν και στο υπόγειο. Τα έργα εκεί, δεν σχετίζονται με στατικά προβλήματα, αλλά αφορούν την αντικατάσταση των μηχανημάτων από σύγχρονα μεγαλύτερων απαιτήσεων και τη δημιουργία νέων βοηθητικών χώρων.

Η μελέτη έχει ολοκληρωθεί, αλλά δεν έχουν εκδοθεί τα τεύχη δημοπράτησης. «Περιμέναμε την έγκριση του Συμβουλίου μήπως έχουν κάποιες απαιτήσεις για να προχωρήσουμε σε αλλαγές. Αλλά δεν χρειάστηκε. Εγινε αποδεκτή όπως ήταν και τώρα προχωρούμε στη σύνταξη τευχών δημοπράτησης».

Μαζί με τα τεύχη θα είναι έτοιμο και το χρονοδιάγραμμα. Ωστόσο, αντίθετα με την παλαιότερη μελέτη που απαιτούσε τρία χρόνια εργασιών, το χρονοδιάγραμμα της καινούργιας δεν ξεπερνά τον ένα χρόνο. «Αυτό αφορά τη στατική αποκατάσταση κι όχι την καλλιτεχνική».

Αν και πολλά έχουν γραφτεί την προηγούμενη δεκαετία για την επικινδυνότητα του μνημείου σε περίπτωση σεισμού, ο κ. Χαμάλης διαβεβαίωσε πως κίνδυνος ολικής κατάρρευσης δεν υπάρχει. «Η μεταλλική κατασκευή είναι ένας καλός νάρθηκας που κρατάει τον ναό και σε περίπτωση σεισμού (παρότι δεν γνωρίζουμε την ισχύ του), απλώς θα πέσουν κάποια κομμάτια».

Το ιστορικό

Η Μητρόπολη Αθηνών είναι μείγμα διαφορετικών ρυθμών και στοιχείων. Ο θεμέλιος λίθος του Ιερού Ναού της Αθήνας (είναι αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου) τέθηκε το 1842, τα εγκαίνια όμως, πραγματοποιήθηκαν δύο δεκαετίες αργότερα, το 1862. Είναι βασιλική με τρούλο και τρεις διαδρόμους.

Το κόστος του έργου ξεπέρασε τον προϋπολογισμό και η διαφορά χρειάστηκε πώληση της εκκλησιαστικής περιουσίας για να καλυφθεί και δωρεές. Ανάμεσά τους κι αυτή του βασιλιά Οθωνα και της πλούσιας οικογένειας του εθνικού ευεργέτη Σίνα.

Ο Δανός αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν ετοίμασε τα πρώτα σχέδια, σε ρυθμό ρομαντικό, τη μετατροπή του ναού σε «ελληνοβυζαντινό» ανέλαβε ο Δημήτριος Ζέζος, ενώ η τρίτη φάση άρχισε μετά τον θάνατο του το 1857, όταν ο Δήμος Αθηναίων ανέθεσε τη συνέχιση του έργου στον Γάλλο αρχιτέκτονα FranŒois Boulanger. Ο Μπουλανζέ δούλεψε με τον Παναγιώτη Κάλκο που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών.