ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Από την Qatar Airways στον άγονο διαγωνισμό

Η πρώτη φάση του διαγωνισμού ήθελε την Qatar Airways που ενδιαφερόταν για το πτητικό κομμάτι της εταιρείας, την Iberia για την Τεχνική Βάση και μία ακόμη «μεγάλη αεροπορική εταιρεία από την ευρωπαϊκή αγορά» (όπως «διέρρεαν» από το υπουργείο Μεταφορών) να συμμετέχoυν στον διαγωνισμό. Εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι τόσο η Qatar όσο και η Iberia εκδήλωσαν ενδιαφέρον μη δεσμευτικού χαρακτήρα, για να αποχωρήσουν στη συνέχεια. Ειδικά η περίπτωση της Qatar προκάλεσε πολλές αντιδράσεις, καθώς τη συμμετοχή της είχε ανακοινώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στην Ντόχα. Οσον αφορά τη μεγάλη αεροπορική εταιρεία, η ταυτότητά της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, αμφισβητώντας ουσιαστικά την… ύπαρξή της. Ανάλογη κατάληξη είχε και η Etihad, το όνομα της οποίας ενεπλάκη στη συνέχεια.

Η τελευταία φάση του διαγωνισμού βρήκε τις υποψηφιότητες περιορισμένες, με χαμηλό σχετικά τίμημα προσφορών, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια των επίδοξων επενδυτών κρίθηκε από την κυβέρνηση αμφίβολη. Οι προσφορές ήταν μόλις δύο για την Πάνθεον, τέσσερις για την εταιρεία Επίγειας Εξυπηρέτησης και ουσιαστικά καμία για την Τεχνική Βάση. Η μοναδική προσφορά που κατατέθηκε για την Τεχνική Βάση προερχόταν από την Swissport η οποία προσέφερε περίπου 20 εκατ. ευρώ, αλλά θεωρήθηκε από τους συμβούλους τυπικά εκτός διαδικασίας.

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχει βρεθεί αυτή τη στιγμή ο όμιλος Μarfin που έχει δηλώσει, μέσω του αντιπροέδρου του Ανδρ. Βγενόπουλου, ότι ενδιαφέρεται για το σύνολο του ομίλου (Πάνθεον, Επίγεια Εξυπηρέτηση, Τεχνική Βάση). Το τίμημα που προσφέρει βρίσκεται πολύ κοντά στην αποτίμηση που έχει κάνει το Δημόσιο.

Ακόμη μια υποψηφιότητα -για το πτητικό τμήμα μόνο- ενδέχεται να απασχολήσει το υπουργείο Ανάπτυξης, αυτή του εφοπλιστή Βίκτωρα Ρέστη. Πληροφορίες ήθελαν τον εφοπλιστή να ετοιμάζεται να καταθέσει προσφορά κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης του διαγωνισμού η οποία διαμορφώθηκε στα 27 εκατ. ευρώ, με ενδεχόμενο αύξησης στα 40 εκατ. ευρώ σε περίπτωση που εκτός ονόματος, σήματος και slots αποφασιζόταν η παραχώρηση και άλλων στοιχείων προς τον υποψήφιο αγοραστή. Διαμηνύθηκε ωστόσο στον κ. Ρέστη, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι το τίμημα ήταν πολύ χαμηλό, με αποτέλεσμα ο ίδιος να επιλέξει να μη συμμετάσχει. Δεν θα αποτελέσει έκπληξη η ανταπόκριση του ίδιου στο κάλεσμα της κυβέρνησης για απευθείας διαπραγματεύσεις, με το προσφερόμενο τίμημα και σε αυτήν τη φάση να παραμένει, σύμφωνα με κύκλους της αγοράς, αμετάβλητο.

Η πρωτοεμφανιζόμενη αεροπορική εταιρεία Αthens Airways, που την περασμένη εβδομάδα εγκαινίασε την πρώτη της εμπορική πτήση, προσέφερε το υψηλότερο τίμημα στον άγονο διαγωνισμό για την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής. Κατέβηκε μαζί με την SkyOne (αμερικανική εταιρεία, που πραγματοποιεί ναυλωμένες πτήσεις) εκδηλώνοντας ενδιαφέρον για την Πάνθεον, το πτητικό κομμάτι της εταιρείας, και προσέφερε 24,5 εκατ. ευρώ. Πληροφορίες την θέλουν να ανταποκρίνεται και σε αυτό το κάλεσμα με συνολική πλέον πρόταση, ενώ στα σκαριά βρίσκεται συμμαχία με τη Swissport (με την οποία έχει ήδη συνάψει εμπορική συμφωνία) η οποία ενδιαφέρεται για την Επίγεια Εξυπηρέτηση. Βρίσκεται σε αναζήτηση συμμάχου που θα ενδιαφερθεί για την Τεχνική Βάση, ενώ οι ενδείξεις συγκλίνουν στην άποψη ότι θα προσφέρει ποσό ίσο με την αποτίμηση που έχει κάνει το Δημόσιο.

Η αποτίμηση του ανεξάρτητου εκτιμητή ορίζει την αξία της Πάνθεον στα 45,7 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται ότι το αντικείμενο προς πώληση όσον αφορά το πτητικό τμήμα είναι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του ονόματος και του σήματος της εταιρείας τα οποία παραμένουν στην ιδιοκτησία του ελληνικού Δημοσίου (μέσω τέταρτης εταιρείας που δημιουργήθηκε κατά τη διαδικασία αποκρατικοποίησης και η οποία διαθέτει ως μοναδικά περιουσιακά στοιχεί το όνομα και το σήμα). Παράλληλα, στα 45,7 εκατ. ευρώ που ζητεί ουσιαστικά -μέσω της αποτίμησης- το Δημόσιο για την Πάνθεον περιλαμβάνονται και τα slots των αεροδρομίων JFK – Νέας Υόρκης, Heathrow Λονδίνου, Gatwick – Λονδίνου, Μιλάνου, Παρισιού, Ρώμης, Φρανκφούρτης, Βουκουρεστίου και Βρυξελλών. Σημειώνεται ότι πρόκειται για slots τα οποία πλέον δεν είναι ανταλλάξιμα από το 2002, οπότε έπαψε να ισχύει η δυνατότητα μεταβίβασης ή μεταπώλησής τους από τη μία εταιρεία στην άλλη.