ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μεγαλύτερο μαμούθ έζησε στα Γρεβενά

Επειτα από εκατομμύρια χρόνια «ανάπαυσης» κάτω από τόνους χώματος και αφού «είδε» το φως χάρη στη σκαπάνη της επιστημονικής ομάδας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, έφτασε φέτος στο τέλος της μακρόχρονης διαδρομής του, καταλαμβάνοντας μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες.

Για την ακρίβεια, δεν καταχωρείται ο ίδιος -ένα προϊστορικό προβοσκιδωτό αρσενικό Mamut borsoni που ζούσε στα μεγάλα τροπικά δάση των Γρεβενών πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια- αλλά οι χαυλιόδοντές του, που έχουν μήκος 5,02 μέτρα και αποτελούν μοναδικό στα παγκόσμια δεδομένα εύρημα.

Δεύτερο ρεκόρ

Πρόκειται για το δεύτερο ρεκόρ Γκίνες που αποδίδεται στα Γρεβενά στη διάρκεια εκδήλωσης το ερχόμενο Σάββατο, αφού οι τεράστιοι χαυλιόδοντες, που ανακαλύφθηκαν το 2007 σε ένα αμμωρυχείο της Μηλιάς του δήμου Ηρακλεωτών, 15 χιλιόμετρα από την πόλη των Γρεβενών, ανέτρεψαν το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ, που ανήκε και πάλι σε έναν μαστόδοντα που ανακαλύφθηκε το 1997 από την ίδια ομάδα στην ίδια περιοχή, 15 χιλιόμετρα από την πόλη των Γρεβενών. Ο «Γίγας», όπως χαϊδευτικά αποκάλεσε η επιστημονική ομάδα το εύρημα, έφερε χαυλιόδοντες μήκους 4,39 μέτρων και κέρδισε επάξια το παγκόσμιο ρεκόρ, αφού, πέραν του μεγέθους των χαυλιοδόντων του, η ανασκαφή αποκάλυψε και τους μικρούς χαυλιόδοντες της κάτω σιαγόνας που χάθηκαν κατά την εξέλιξη του είδους των ελεφάντων.

Οι δύο γιγαντιαίοι πρόγονοι του σημερινού ελέφαντα, καθώς και ένας τρίτος, ο elephas antiquus, ηλικίας διακοσίων χιλιάδων ετών, που εν ζωή έφτανε τους δώδεκα τόνους βάρος και τα τέσσερα μέτρα ύψος, ζούσαν σε κοπάδια στην ευρύτερη Δυτική Μακεδονία πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια.

Στην κατάφυτη από μεγάλα τροπικά δάση περιοχή με τις μεγάλες λίμνες περνούσαν τη ζωή τους σε θερμό κλίμα, ενώ στην υπόλοπη Ευρώπη επικρατούσε δριμύ ψύχος. Ετσι εξηγείται, σύμφωνα με την επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας του ΑΠΘ, αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Γεωλογίας, κ. Ευαγγελία Τσουκαλά, πώς τα γιγάντια μαμούθ, όπως ο δεύτερος mamut borsoni που βρέθηκε το 2007, μπορούσαν να τρέφονται χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης.

Με βάρος μεγαλύτερο από έξι τόνους, ύψος στους ώμους που έφτανε τα 3,5 μέτρα και χαυλιόδοντες μεγαλύτερους από 5 μέτρα, το προϊστορικό ζώο θα πρέπει να κατανάλωνε περισσότερα από τριακόσια κιλά φυτικής τροφής και τουλάχιστον διακόσια λίτρα νερό ημερησίως.

Χιλιάδες ευρήματα

Ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία, εξάλλου, όπως λέει η κ. Τσουκαλά, φιλοξενούσε πλούσια πανίδα, χάρη στην πυκνή βλάστηση και στα νερά: ρινόκεροι, σαρκοφάγα, ιππάρια (μικρά άλογα με τρία δάχτυλα), βοοειδή και μαχαιρόδοντες (μεγάλα αιλουροειδή με λεπτούς και πριονωτούς κυνόδοντες που προσομοιάζουν με τα σημερινά λιοντάρια) συμπλήρωναν το οικοσύστημα της εποχής.

Αυτό αποκαλύπτουν τα περισσότερα από δύο χιλιάδες απολιθωμένα ευρήματα που στεγάζονται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Μηλιάς του δήμου Ηρακλεωτών Γρεβενών, προς τέρψιν των επισκεπτών, οι οποίοι μέχρι σήμερα ξεπερνούν τα οκτώ χιλιάδες άτομα.

Παρ’ όλα αυτά, τα χιλιάδες ευρήματα που αποκάλυψε η συστηματική παλαιοντολογική έρευνα που πραγματοποιεί η κ. Τσουκαλά και η ομάδα της στην περιοχή των Γρεβενών εδώ και δεκαεπτά χρόνια, από το 1990, αλλά και όσα αναμένεται να ακολουθήσουν -αφού από τις ανασκαφές προκύπτει πως η Μηλιά αποτελεί σημαντική θέση για την εποχή- στεγάζονται στο μικρό κτίριο που κάποτε αποτελούσε το κοινοτικό κατάστημα της Μηλιάς.

Στον ένα και μοναδικό χώρο, οι εντυπωσιακοί χαυλιόδοντες που καταχωρήθηκαν στο Βιβλίο Γκίνες ακουμπούν σε πάγκους, ενώ τα μικρότερου μεγέθους ευρήματα φιλοξενούνται και σε προθήκες στους τοίχους, εξαιτίας της έλλειψης χώρου.

Κέντρο Παλαιοντολογίας

«Λόγω του αριθμού και της σπουδαιότητας των ευρημάτων είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα Κέντρο Παλαιοντολογίας στην ίδια τη Μηλιά. Εκεί θα στεγαστούν με τον κατάλληλο τρόπο και θα πλαισιωθούν με πολλές δραστηριότητες που θα καταστήσουν την περιοχή ελκυστική όχι μόνο για την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα αλλά και για τον μέσο επισκέπτη γενικότερα», καταλήγει η κ. Τσουκαλά.