ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επιπλέον πτυχία στη «μάχη» κατά της ανεργίας

Η αύξηση της ζήτησης για σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνδέεται και με το γεγονός ότι οι επιπλέον σπουδές περιορίζουν τον κίνδυνο της ανεργίας. Συγκεκριμένα, με βάση την έκθεση, στην Ελλάδα το 83,2% των ατόμων 25 έως 39 ετών με υψηλό μορφωτικό επίπεδο έχουν δουλειά, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τα άτομα της ίδιας ηλικίας με μέσο μορφωτικό επίπεδο είναι 75,2% και για τα άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο 72,3%. Οι ελληνικοί δείκτες κινούνται κοντά στους ευρωπαϊκούς. Επίσης, από την έκθεση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα στοιχεία:

– Η Ελλάδα έχει το αρνητικό προνόμιο να βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των παλιών μελών της Ε.Ε. ως προς την ανεργία των νέων. Το 2007 η ανεργία στη χώρα μας για τους νέους από 15 έως 24 ετών ήταν 22,9%, (με τις γυναίκες να πλήττονται περισσότερο), ενώ η Ιταλία ακολουθεί με 20,3%.

– Η απουσία στοιχείων για την Ελλάδα για το 2006 (η τελευταία χρονιά που η έκθεση δίνει στοιχεία για τις άλλες χώρες) δεν αλλάζει τις εντυπώσεις ότι στη χώρα μας η Παιδεία παίρνει το μικρότερο ποσοστό κονδυλίων. Το 2005 το ποσοστό της Παιδείας ήταν 4% επί του ΑΕΠ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 5%. Βέβαια, η χρηματοδότηση στη χώρα μας παρουσίασε αύξηση σε σχέση με το 2001 (ήταν στο 3,5%). Το ελληνικό κράτος ετησίως δίνει 3.800 ευρώ για κάθε μαθητή της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, 4.900 ευρώ για κάθε μαθητή γυμνασίου και λυκείου και 5.200 ευρώ για κάθε φοιτητή.

– Η σημαντική απόσταση της ελληνικής εκπαίδευσης από εκείνες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών καταδεικνύεται και από την αξιολόγηση. Ενώ σε όλα τα άλλα μέλη της Ε.Ε. γίνεται αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα, στην οποία γίνεται μόνο αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Και η αξιολόγηση είναι απλώς θεσμοθετημένη, αφού όταν δεν γίνεται αξιολόγηση του παραγόμενου έργου, πώς μπορεί να γίνει ουσιαστική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών;

– Στην Ελλάδα, πάντως, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αρνητικοί στην αξιολόγηση, με την προϋπόθεση ότι γίνεται με αξιοκρατικά κριτήρια. Σε αυτό συμβάλλει και η ανανέωση του εκπαιδευτικού σώματος. Το 72,5% των εκπαιδευτικών είναι μεταξύ 30 και 50 ετών, το 13,2% κάτω των 30 και το 14,4% άνω των 50. Η χώρα μας έχει το χαμηλότερο ποσοστό εκπαιδευτικών άνω των 50 ετών.

– Τέλος, οι προσλήψεις εκπαιδευτικών που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια -κυρίως λόγω αύξησης των ολοήμερων δημοτικών σχολείων- μείωσαν το 2006 στο 10,6 την αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικών, από 12,7 που ήταν το 2001. Η αναλογία του 2006 έφερε την Ελλάδα στην καλύτερη θέση μεταξύ των 15 μελών της Ε.Ε. Το ερώτημα είναι γιατί με τόσο καλή αναλογία εκπαιδευτικών ανά μαθητή δεν έχουμε ανάλογα αποτελέσματα. Μήπως φταίει η δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία και η απουσία αξιολόγησης;