ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι «διεθνείς» κυνηγότοποι συχνά στο στόχαστρο των Ελλήνων κυνηγών

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Είναι τόσο μεγάλο το πάθος μερίδας Ελλήνων για το κυνήγι, που τα όρια της πατρίδας τους δεν τους χωρούν, αναζητούν την ικανοποίηση και εκτός συνόρων, σε κυνηγότοπους άλλων χωρών, από τα γειτονικά Βαλκάνια και την Τουρκία έως τη Σκωτία, την Αφρική (το «παραδοσιακό» σαφάρι) και την Αργεντινή. Στα γειτονικά Σκόπια και τη Βουλγαρία όπου η κυνηγετική περίοδος ξεκινάει νωρίτερα, σπεύδουν οι ανυπόμονοι για τρυγόνια και ορτύκια, στη Σκωτία ταξιδεύουν για φάσα που είναι επικηρυγμένη, στην Τουρκία, όπου λόγω θρησκείας δεν καταναλώνεται χοιρινό κρέας, πηγαίνουν για αγριογούρουνο και στη μακρινή Κενυα ή τη Ζιμπάμπουε για αποδημητικά, αντιλόπες και περιπέτεια στη ζούγκλα.

Αυτοί ο Ελληνες κυνηγοί (που κατά κανόνα είναι και… έχοντες) μετακινούνται οργανωμένα μέσω ταξιδιωτικών πρακτορείων που ανακαλύπτουν μια άλλη μορφή επικερδούς δραστηριότητας, τον κυνηγετικό τουρισμό, και οι απασχολούμενοι σε αυτόν λένε ότι κερδίζει συνεχώς έδαφος.

Με «πακέτα» που κυμαίνονται από 200 ευρώ για τριήμερες κυνηγετικές εξορμήσεις στις βαλκανικές χώρες, έως και 600 ευρώ για αντίστοιχα ταξίδια στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, «συν τα έξοδα» για τα θηράματά τους -που ξεκινούν από 6 ευρώ για κάθε τρυγόνι, για να φτάσουν τα 40 ευρώ το «κομμάτι» για τους λαγούς, τις πέρδικες και τις χήνες, εκατοντάδες Βορειοελλαδίτες κυνηγοί, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Τουριστικών Πρακτόρων Μακεδονίας – Θράκης, κ. Μιχ. Πεζίκογλου, ζώνονται τα όπλα και τα φυσίγγια τους, παίρνουν τα λαγωνικά τους και ξεκινούν για τους «διεθνείς» κυνηγότοπους.

Σε ομάδες των πέντε έως δέκα ατόμων, με οργανωμένα γκρουπ που διοργανώνουν παλαιοί κυνηγοί ή ταξιδιωτικά πρακτορεία ή και μεμονωμένα χάρη σε ντόπιες γνωριμίες τους, αλλά πάντα γνωρίζοντας και τηρώντας στην εντέλεια τους κατά τόπους αυστηρότατους νόμους που διέπουν το κυνήγι, επελαύνουν τούτη την περίοδο στην ΠΓΔΜ και τη Βουλγαρία για ορτύκια, τρυγόνια και φάσες και αργότερα, τον Οκτώβριο, για μπεκάτσες, πέρδικες, υδρόβια πτηνά, λαγούς, αγριογούρουνα, ελάφια και ζαρκάδια.

Μέχρι τη Σκωτία

Στην Ουγγαρία την «τιμητική» τους έχουν τα υδρόβια, τα ζαρκάδια και τα ελάφια, οι λαγοί, αλλά και οι φασιανοί και οι πέρδικες.

Στην Πολωνία, νότια της Βαρσοβίας κυνηγούν πεδινές πέρδικες και φασιανούς που απαντώνται σε μεγάλους πληθυσμούς, ενώ στη Βαλτική, πάπιες.

Αλλα οι Ελληνες κυνηγοί φτάνουν μέχρι και τη Σκωτία για το κυνήγι της φάσας. «Ο Ελληνας κυνηγός φτάνει όσο μακριά χρειάζεται για να ικανοποιήσει το πάθος του και να δει πώς κυνηγούν έξω», είπε στην «Κ» ο κ. Παναγιώτης Αδάμ, έμπειρος κυνηγός και διοργανωτής κυνηγετικών ταξιδιών στο εξωτερικό, με έδρα τη Βουλγαρία.

«Πηγαίνω στην ΠΓΔΜ κάθε Σαββατοκύριακο. Είμαι ανυπόμονος οπότε αρπάζω την ευκαιρία, καθώς εκεί η κυνηγετική περιόδος ανοίγει είκοσι ημέρες νωρίτερα και τα θηράματα είναι περισσότερα απ’ ό, τι στην Ελλάδα», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, κ. Γιώργος Μπαμπαράτσας. Πρόσθεσε, πάντως, πως δεν θα το συνιστούσε σε άλλους συναδέλφους του, καθώς οι τυπικές διαδικασίες στα σύνορα, για άδειες όπλου και φυσιγγίων, κυνηγιού στην ξένη χώρα και μεταφοράς των σκυλιών συχνά είναι χρονοβόρες, «ειδικά πέρυσι που η ένταση μεταξύ των δύο χωρών λόγω της ονομασίας ήταν μεγάλη», κατέληξε.

Μαρόκο, Τυνησία, Αίγυπτος, Σουδάν, Ν. Αφρική ελκύουν το ενδιαφέρον όσων θέλουν να κυνηγήσουν πτηνά και υδρόβια, αλλά και όσων δηλώνουν συλλέκτες τρόπαιων. Οι τελευταίοι, μικρό ποσοστό των Ελλήνων κυνηγών, ενδιαφέρονται περισσότερο για αντιλόπες, ελέφαντες, λιοντάρια.

«Κανονικό σαφάρι» παρατήρησε ο κ. Αδάμ, εξηγώντας ότι το ενδιαφέρον για ταξίδια στην Αφρική, που στη χώρα μας εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, είναι έντονο, καθώς περίπου εξήντα άτομα ετησίως απευθύνονται στον ίδιο για τέτοιες εκδρομές.