ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δεν παρέδωσαν ελληνικά εδάφη στον εχθρό

Ενώ η εκκένωση της Μ. Ασίας από το ελληνικό στοιχείο βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, οι Πλαστήρας και Γονατάς συγκρότησαν Επαναστατική Επιτροπή μαζί με τον κυβερνήτη του καταδρομικού «Λήμνος», πλοίαρχο Φωκά, και απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης και του βασιλιά. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, ο Κωνσταντίνος, υποκύπτοντας στο τελεσίγραφο των επαναστατημένων μονάδων που βρίσκονταν στα ανοιχτά του Λαυρίου, εγκατέλειψε τον θρόνο και την Ελλάδα, αφήνοντας τη θέση του στον πρωτότοκο γιο του Γεώργιο. Η κυβέρνηση Κροκίδα, που διόρισε η Επαναστατική Επιτροπή, παραχώρησε στις 14 Νοεμβρίου τη θέση της σε νέα υπό τον Γονατά, με υπουργό στρατιωτικών τον Πάγκαλο και τρεις ακόμη υπουργούς αξιωματικούς. Ο Πλαστήρας ανακηρύχθηκε «δικτάτωρ Αρχηγός της Επαναστάσεως». Αξιωματικοί της Αθήνας όπως ο Πάγκαλος, ο Οθωναίος και ο Χατζηκυριάκος, καθώς και ο Κονδύλης, έγιναν οι κυριότεροι φορείς των δυναμικών λύσεων.

Αντιμετωπίζοντας τις πιέσεις των αδιαλλάκτων και ιδιαίτερα των κατωτέρων αξιωματικών, η Επαναστατική Επιτροπή υπαναχώρησε στην αρχική της δήλωση ότι οι κατηγορούμενοι για την Καταστροφή θα δικάζονταν από πολιτικό δικαστήριο. Ο Πλαστήρας ανέθεσε προσωπικά στον Πάγκαλο το έργο της ανάκρισης και στον Οθωναίο την προεδρία του στρατοδικείου με την ελπίδα ότι η ευθύνη των καθηκόντων αυτών θα μετρίαζε τη διάθεσή τους για εκδίκηση. Ωστόσο, σύμφωνα με το συμπέρασμα των ανακρίσεων, οι πολιτικοί Γούναρης, Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής, Στράτος και Θεοτόκης μαζί με τους στρατιωτικούς Στρατηγό, Γούδα και Χατζανέστη, θεωρήθηκαν ένοχοι εσχάτης προδοσίας, ότι δηλαδή ηθελημένα και σκόπιμα παραχώρησαν ελληνικά εδάφη στον εχθρό. Η κατηγορία του δόλου δεν έγινε από κανέναν ψύχραιμο παρατηρητή πιστευτή, καθώς τα εδάφη από τα οποία εκδιώχθηκε ο ελληνισμός της Μ. Ασίας υπήρξαν το βραβείο των νικητών. Στη δευτερολογία του, ο κατηγορούμενος Ν. Στράτος απέκρουσε πειστικά την κατηγορία του δόλου: «Κατηγορούμεθα ότι υπεστηρίξαμεν την εισβολήν του εχθρού εις την επικράτειαν και συγχρόνως παρεδώκαμεν πόλεις, φρούρια κ.λπ. εις τον εχθρόν. Ποίον ήτο το αίτιον διά να πράξωμεν ταύτα; Ητο το σύνηθες αίτιον ή πρόθεσις να ωφελήσωμεν τον εχθρόν και να βλάψωμεν την Πατρίδα; Υπήρξε πρόθεσις ωφελείας ημών ατομικής, ιδιαίτερα χρηματικής, η οποία είναι εν των συνήθων ελατηρίων δόλου;».

Το εγκλητήριο της δίκης ανέφερε ότι παραδόθηκαν στον εχθρό πόλεις όπως η Σμύρνη και η Αδριανούπολη, χωρίς να χρησιμοποιείται η λέξη (της ελληνικής) «επικράτειας». Η κατηγορία όμως της εσχάτης προδοσίας δεν μπορούσε να ευσταθεί για παράδοση της Σμύρνης, η οποία δεν είχε προσαρτηθεί στην επικράτεια της Ελλάδος. Η Ελλάδα έλαβε από τους συμμάχους εντολή (mandate) να τηρήσει την τάξη στη διοικητική περιοχή Αϊδινίου (με πρωτεύουσα τη Σμύρνη). Πρόθεση των συμμάχων υπήρξε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος εντός πενταετίας για να αποφασιστεί το καθεστώς της πόλης. Η Καταστροφή πρόλαβε την εξέλιξη αυτή και η Σμύρνη δεν έγινε ποτέ έδαφος της Ελλάδος. Η απώλεια της πόλης δεν υπήρξε προϊόν δόλου εκ μέρους της τότε ελληνικής κυβέρνησης, αλλά συνέπεια της ήττας. Η Θράκη, η οποία παραχωρήθηκε στην Τουρκία μετά την κατάρρευση, υπήρξε τμήμα της ελληνικής επικράτειας, αλλά η παράδοση έγινε από την «Επανάσταση του 1922».

Πέρα από το πρόβλημα της νομιμότητας μιας τέτοιας δίκης, η εξέταση του αρχιστράτηγου Παπούλα ως μάρτυρα κατηγορίας έθεσε ένα μεγάλο θέμα ηθικής τάξης. Οπως ο ίδιος ο Χατζανέστης παρατήρησε στην απολογία του: «Διώκησα, κύριοι, δυόμισι μήνας, διώκησεν ο προκάτοχός μου είκοσι μήνας. Δεν νομίζετε ότι, επειδή απέθανεν εις τας χείρας μου η Μικρά Ασία, είναι άδικον να κατηγορηθώ, και θα ήτο άδικον να κατηγορηθή ο τελευταίος ιατρός ενός πάσχοντος, εις τον οποίον έκαμε κακήν θεραπείαν ένας άλλος;». Η διαβλητή στάση του Παπούλα ως μάρτυρα κατηγορίας με μοιραίο για τον αποδιοπομπαίο Χατζανέστη αποτέλεσμα, χαρακτηρίζει σε μικρότερο βαθμό την ψυχολογία ολόκληρου σχεδόν του σώματος των αξιωματικών. Η μεταβίβαση όλης της ευθύνης στους πολιτικούς και στο επιτελείο της αντιβενιζελικής παράταξης, αποτέλεσε πλήγμα σοβαρό για το γόητρο του κοινοβουλευτισμού.

Ο Βενιζέλος εξακολουθούσε το 1922 να υποστηρίζει το φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό σύστημα έναντι μιας απροκάλυπτης, αν και φιλικής προς αυτόν, δικτατορίας. Ετσι, ήταν εκείνος που από το τέλος του 1922 είχε επιδείξει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους πολιτικούς της παράταξής του για την επαναφορά της χώρας στον κοινοβουλευτισμό. Αντιλαμβάνονταν ότι οι πρωτοβουλίες των αξιωματικών εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων υπονόμευαν το αντιπροσωπευτικό σύστημα, με συνέπειες αστάθμητες για το μέλλον της παράταξης των Φιλελευθέρων.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.