ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι δικοί μας Ρομά είναι Ελληνες αλλά και «γύφτοι»

Ανθρωποι είμαστε κι εμείς! Και τα δικά μας παιδιά χρειάζονται παπούτσια και σχολείο. Με τα λόγια αυτά -σαν φραστικό ράπισμα- μας υποδέχθηκε μια τσιγγάνα, καθώς φεύγαμε από έναν άθλιο καταυλισμό της Αττικής. Το πρόβλημα της δραματικής περιθωριοποίησης των Ρομά που ζουν στην Ελλάδα (150.000 – 300.000, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς, καθώς δεν έχει γίνει κάποια συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης) ήρθε ξανά στο προσκήνιο ύστερα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η επιλογή της κυβέρνησης Σαρκοζί να απελάσει μαζικά Ρομά. Η γαλλική κυβέρνηση κατηγορήθηκε για ρατσισμό, ενώ τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο αναμένονται προσφυγές και παρεμβάσεις. Στην Ελλάδα, οι Τσιγγάνοι ή Ρομ ζουν δίπλα μας για αιώνες. Υπάρχουν και μετανάστες Ρομ, αλλά οι περισσότεροι είναι «δικοί μας», έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Αποτελεί άρα δικό μας θέμα η υπέρβαση του έμπρακτου αποκλεισμού των Ρομά από τα βασικά κοινωνικά δικαιώματα: στέγαση, εργασία, εκπαίδευση, υγεία.

«Είναι μύθος η άποψη ότι για τη σημερινή κατάσταση των Ρομά ευθύνονται τα χαρακτηριστικά της φυλής τους. Είναι οι μακρόχρονες κοινωνικές συνθήκες που τους οδηγούν στο περιθώριο. Με κατάλληλη στήριξη βλέπουμε ότι μπορούν να ζήσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια», λέει στην «Κ» ο κ. Κυριάκος Κατσαδώρος, από την ΜΚΟ «Κλίμακα», που έχει ασχοληθεί επί μακρόν με τους Τσιγγάνους. Στην άποψη αυτή συνηγορεί και πολυσέλιδη επιστημονική μελέτη για λογαριασμό της ΤΕΔΚΝΑ (Τοπική Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος): «Η σταδιακή εξάλειψη του νομαδισμού στους Ελληνες Ρομά είναι γεγονός, καθώς το 95% του πληθυσμού είναι πλέον εδραιοποιημένο, διαθέτουν μία κύρια κατοικία και σε περιορισμένο ποσοστό η μετακίνηση διατηρείται ως συμπληρωματική επαγγελματική δραστηριότητα για λίγους μήνες τον χρόνο».

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες κ. Σπύρος Τσαγκαράτος και Φαίδων Γεωργιάδης, παρά τις προσπάθειες της πολιτείας την τελευταία εικοσαετία να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των Τσιγγάνων (επενδύοντας σημαντικούς πόρους), σε ορισμένους καταυλισμούς (ιδιαίτερα μάλιστα στον Ελαιώνα) οι συνθήκες διαβίωσης προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά και δημιουργούν κινδύνους δημόσιας υγιεινής.

Αξιοποίηση προγραμμάτων

Επιστήμονες που έχουν εργαστεί σε ανάλογα προγράμματα σημειώνουν τον αποσπασματικό τους χαρακτήρα, ενώ άλλα ήταν σε λάθος κατεύθυνση. Για παράδειγμα, παλιότερα δόθηκαν χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια 60.000 ευρώ σε 9.000 οικογένειες. Ελάχιστα όμως αξιοποιήθηκαν για απόκτηση σπιτιού. Θα ήταν πολύ πιο αποδοτικό ένα πρόγραμμα οργανωμένης από τον δήμο στέγασης των Τσιγγάνων. «Οι Ρομά αντιμετωπίζουν πολύ απλά, αλλά αξεπέραστα γι’ αυτούς προβλήματα. Οι περισσότεροι δεν έχουν αστυνομική ταυτότητα ούτε δίπλωμα οδήγησης. Για να πάνε τα παιδιά σχολείο πρέπει, εκτός από το να πειστούν οι γονείς, να έχουν παπούτσια. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθούν. Το 60% – 70% ξεκινάει στην Α΄ Δημοτικού, αλλά μετά αρχίζουν να εγκαταλείπουν», λέει ο κ. Κατσαδώρος. Σημείο-κλειδί είναι η ανάπτυξη υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής υποστήριξης μέσα στους καταυλισμούς, κάτι που σήμερα είναι σπάνιο.

Η περιθωριοποίηση γεννά την παραβατικότητα και οικονομικές δραστηριότητες ρυπογόνες, ενοχλητικές και επικίνδυνες για την υγεία των ίδιων και των γειτόνων (π. χ. καύση καλωδίων για τη συλλογή χαλκού, δημιουργία μικρών χωματερών για ξεδιάλεγμα σκουπιδιών). Στις συνθήκες της κρίσης, οι γυρολόγοι Τσιγγάνοι δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο, καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που αλλάζουν οικιακές συσκευές ή πετούν πράγματα κάποιας αξίας. Οσο στενεύουν οι μέχρι τώρα τρόποι βιοπορισμού των Ρομά, η απειλή της παραβατικότητας ρίχνει βαριά τη σκιά στους καταυλισμούς τους.

Με αποτέλεσμα να γίνεται πιο ασφυκτικός ο κλοιός της αποστροφής και της απόρριψης γύρω από τους «γύφτους» (όπως συχνά τους λέμε με υποτιμητική χροιά), κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την αναγκαία προσπάθεια για την εξασφάλιση μιας αξιοπρεπούς ζωής. Κι όμως, «το κόστος του κοινωνικού αποκλεισμού είναι μεγαλύτερο από την άρση των αιτιών του», υπογραμμίζουν οι ερευνητές.