ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ: Καταδίκη για παράνομη δημοσίευση

Παράνομο δημοσίευμα και φωτογραφίες σε εφημερίδα (Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, απόφ. 63/2010).

Κατά την πάγια θέση της Αρχής (υπ’ αριθ. 53/04, 25/05, 26 και 58/07, 17 και 18/08 αποφάσεις), το δικαίωμα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 9 παρ. 1 Συντάγματος) και των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) συχνά συγκρούεται με την ελευθερία της έκφρασης και ειδικότερα του Τύπου να ενημερώνει το κοινό, καθώς και με το δικαίωμα στην πληροφόρηση (άρθρο 14 παρ. 1 και 2 και άρθρο 5Α Συντάγματος).

Από το Σύνταγμα δεν προκύπτει in abstracto επικράτηση του ενός ατομικού δικαιώματος επί του άλλου. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνεται μία ad hoc στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων κατά τις αρχές της πρακτικής αρμονίας και αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος), με τέτοιον τρόπο, ώστε τα προστατευόμενα αγαθά (αφενός η ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου και το δικαίωμα στην πληροφόρηση και αφετέρου το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό) να διατηρήσουν την κανονιστική τους εμβέλεια.

Κρίθηκε ότι η δημοσίευση φωτογραφίας θυγατέρας προσώπου που είχε εμπλακεί σε υπόθεση του «παραδικαστικού κυκλώματος» σε εφημερίδα συνιστά παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της θυγατέρας. Επίσης και δημοσίευμα που αφορά τον γάμο της μητέρας με τον πρώην σύζυγό της.

Και στις δύο περιπτώσεις δεν θεμελιώνεται ως υπερέχον το δικαίωμα του κοινού στην πληροφόρηση, αφού απλώς ικανοποιεί μόνο την ενδεχόμενη περιέργεια του αναγνωστικού κοινού αναφορικά με την επαγγελματική δραστηριότητα της κόρης της πρώην δικαστού.

Η Αρχή, εν όψει τούτων επέβαλε πρόστιμο ανά 5.000 ευρώ για κάθε παραβίαση στην εφημερίδα.

Καταδίκη για βραδύτητα απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αποφ. της 16/9/2010, Παπαδοπούλου κατά Ελλάδος).

Η προσφεύγουσα στις 16/6/1992 άσκησε αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Λαϊκού Νοσοκομείου Αθηνών, όπου εργαζόταν ως καθαρίστρια και ζητούσε το ποσό των 10.313 ευρώ περίπου για μισθούς.

Το δικαστήριο στις 29/9/1995 έκρινε ένα μέρος της απαίτησης ως απαράδεκτο και για το υπόλοιπο έταξε αποδείξεις. Στις 30/6/1997 το δικαστήριο απέρριψε και το υπόλοιπο της απαίτησης.

Η προσφεύγουσα στις 3/4/1998 άσκησε έφεση, την οποία το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών στις 27/6/2002 απέρριψε. Στις 24/10 /2003 αυτή άσκησε αναίρεση, την οποία στις 21/1/2008 το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως αβάσιμη.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που επιβάλλει, μεταξύ άλλων, την επίλυση των διαφορών εντός λογικής προθεσμίας, και καταδίκασε την Ελλάδα να πληρώσει στην προσφεύγουσα το ποσό των 18.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη και 500 ευρώ για τη δικαστική της δαπάνη.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα, κατ’ επίκληση του ίδιου άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής, παραπονείται για την αντικειμενικότητα της διαδικασίας, βεβαιώνοντας ότι τα ελληνικά δικαστήρια διέπραξαν νομικά και πραγματικά σφάλματα, το οποία ευνόησαν το αντίδικο νοσοκομείο και έτσι αυτή απώλεσε το ποσό που ζητούσε δικαστικώς.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά το άρθρο 19 της ΕΣΔΑ δεν είναι δικαστήριο «τέταρτου βαθμού» και δεν έχει δικαιοδοσία να διαπιστώνει τα νομικά ή πραγματικά σφάλματα των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, παρά μόνο στο μέτρο που αυτά μπορούν να θίξουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ, οι αποφάσεις δε των ελληνικών δικαστηρίων δεν στέρησαν την προσφεύγουσα από περιουσία προστατευόμενη από το άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.