ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η δωρεά οργάνων εκδήλωση φιλαλληλίας

Η μεταμόσχευση ενός οργάνου, αποτελεί το μοναδικό μέσο επιβίωσης ενός ασθενούς που βρίσκεται σε τελικό στάδιο ανεπάρκειας κάποιου ζωτικού του οργάνου. Υπολογίζεται ότι εως και 100.000 άνθρωποι μπορεί να χάνονται κάθε χρόνο, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από έλλειψη μοσχευμάτων.

Κύρια πηγή προμήθειας των προς μεταμόσχευση οργάνων είναι η «δωρεά». H δωρεά, που αποτελεί τη μέγιστη έκφραση αγάπης προς το συνάνθρωπο και εκδήλωση φιλαλληλίας.

Είναι πράγματι περίεργο ότι μια χώρα, όπως η δική μας, οι άνθρωποι της οποίας διακρίνονται από τα φιλάνθρωπα συναισθήματα και που όλες οι κύριες κοινωνικές δυνάμεις, όπως είναι η πολιτεία, οι διάφορες οργανώσεις και η Εκκλησία είναι ευνοϊκά διατεθειμένες για τη δωρεά, στην πράξη να κατατάσσεται στις τελευταίες σε μεταμοσχεύσεις, λόγω ακριβώς μικρής προσφοράς οργάνων. Τι φταίει άραγε;

Ασφαλώς το Νομοθετικό Πλαίσιο που διέπει τη δωρεά οργάνων και την όλη οργανωτική δομή έχει την κύρια ευθύνη.

Με πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της η πολιτεία προτείνει να καθιερωθεί, ως προϋπόθεση για τη λήψη ενός οργάνου από ένα «κλινικώς νεκρό» υποψήφιο δότη, η αρχή της «εικαζομένης συναίνεσης». Κατ’ αρχήν η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, για λόγους ουσιαστικούς, προτείνει τον όρο «τεκμαιρομένη» συναίνεση. Σε χώρες που ισχύει η «Αρχή» αυτή όπως η Αυστρία ή το Βέλγιο, καταγράφεται μεγάλη αύξηση μεταμοσχεύσεων. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο καθένας μας έχει το απόλυτο δικαίωμα να εκφράσει την ελεύθερη βούλησή του, να μη γίνει δωρητής και αυτό είναι σεβαστό. Το δικαίωμα για αρνητική τοποθέτηση του κάθε πολίτη εξασφαλίζει την αυτονομία του ατόμου και θα πρέπει να εφαρμόζεται κάτω από τρεις αυστηρές προϋποθέσεις:

1) Οτι θα μεσολαβήσει μια ικανή μεταβατική περίοδος, πάνω από ένα χρόνο, πλήρους και πολύπλευρης ενημέρωσης των πολιτών, σ’ ολόκληρη την επικράτεια, γι’ αυτό τους το δικαίωμα. Προς τούτο θα πρέπει να επιστρατευθούν όλα τα πρόσφορα μέσα, όπως τα MME, το προσωπικό των νοσοκομείων, των Κέντρων Υγείας και των περιφερειακών ιατρείων, τα σχολεία, οι οργανωμένες ομάδες, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και εν γένει οι τοπικές κοινωνίες. Θεωρούμε ότι η φιλαλληλία των συμπολιτών μας είναι δεδομένη και σύμφωνη με την αλτρουιστική φύση του ανθρώπου. Θεωρούμε επίσης ότι είναι και προσβλητικό για την ηθική υπόσταση του κάθε πολίτη να εκλαμβάνουμε ως δεδομένη την «άρνηση προσφοράς» και όχι τη «βούληση για προσφορά».

2) Δεδομένου ότι η ανοργανωσιά είναι το εθνικό μας γνώρισμα, θα πρέπει να γίνει μια καλοσχεδιασμένη οργανωτική προσπάθεια. Αυτό σημαίνει ότι αναγκαία προϋπόθεση είναι να δημιουργηθεί ένα εθνικό δίκτυο συντονισμού, αρχής γενομένης από τα περιφερειακά νοσοκομεία, όπου θα εδρεύει μια ειδική υπηρεσία «συντονισμού μεταμοσχεύσεων» και η οποία θα είναι στελεχωμένη από ειδικούς επαγγελματίες, τους «συντονιστές μεταμοσχεύσεων», οι οποίοι θα συντονίζουν σε τοπικό επίπεδο όλο το σχέδιο αξιοποίησης των δυνητικών δοτών.

Η υπηρεσία αυτή θα πρέπει να διαθέτει πλήρη μηχανοργάνωση, ώστε να περιλαμβάνονται όλοι οι πολίτες που επιθυμούν να δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν να γίνουν δότες.

Επιπροσθέτως, οι «συντονιστές» θα πρωταγωνιστήσουν στην οργάνωση της προαναφερθείσας «πλήρους ενημέρωσης». H υπηρεσία αυτή θα πρέπει βεβαίως να είναι συνδεδεμένη και με την Κεντρική Υπηρεσία Συντονισμού Μεταμοσχεύσεων (Εθνικός Οργανισμός Μεταμοσχεύσεων), στην οποία θα υπάρχουν όλα τα σχετικά στοιχεία, σε εθνικό επίπεδο. Σε χώρες που εφαρμόστηκε η οργανωτική αυτή δομή, όπως η Ισπανία, παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση των μεταμοσχεύσεων.

Και ας μην ισχυρισθούμε ότι η οργάνωση μιας τέτοιας υπηρεσίας συνεπάγεται «κόστος». Το «κόστος» μιας μεταμόσχευσης στο εξωτερικό, που δικαιούνται και όπου συχνά οι πολίτες μεταβαίνουν για τον σκοπό αυτό στις περιπτώσεις που η επέμβαση δεν πραγματοποιείται στη χώρα μας, είναι υπερπολλαπλάσιο, αφού κάθε μία τέτοια μεταμόσχευση στοιχίζει στο Ταμείο του πάνω από 150.000 ευρώ.

3) H «λήψη» οργάνου δεν θα πρέπει τελικώς να πραγματοποιείται εάν υπάρχει κάθετη, έντονη και έγγραφη άρνηση των οικείων του δυνητικού δότη. Ετσι οι «οικείοι» αναλαμβάνουν την ευθύνη της «άρνησης προσφοράς», παρά τη νομικώς ισχυρή «τεκμαιρομένη συγκατάθεση» του δυνητικού δότη. Με αυτό τον τρόπο όμως προστατεύεται ο «θεσμός» από τυχόν αντιπαραθέσεις και δυσμενή σχόλια. O καθένας οφείλει να αναλαμβάνει τις ηθικές του ευθύνες.

Αλλωστε, όπως αναφέρει ο Παν. Κανελλόπουλος, το αρνητικό καθήκον, δηλαδή το να μη βλάψεις έναν συνάνθρωπό σου -και βλάπτεις ασφαλώς τον πάσχοντα συνάνθρωπό σου όταν του αρνείσαι το μοναδικό μέσο θεραπείας- έχει μείζονα ηθική αξία. Με το να εναντιώνεται κάποιος προς την «τεκμαιρομένη» θετική βούληση του υποψηφίου δότη, παραβαραίνει το αρνητικό του καθήκον, την ιπποκράτειον εντολήν, του «μη βλάπτειν».

Τότε οι αρνητικώς τοποθετούμενοι είναι και ηθικώς κατακριτέοι.

* O κ. Γιάννης Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής.