ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κερδισμένοι και χαμένοι της Πλατείας

Δεν είναι εύκολο να είσαι ξενοδόχος στο Σύνταγμα αυτές τις μέρες. Από το απόγευμα και μετά, τα ταξί είναι αδύνατον να φέρουν τους τουρίστες στην πόρτα σου, οι πελάτες διαρκώς γκρινιάζουν, οι πορτιέρηδες ασφυκτιούν μες στο πλήθος των «Αγανακτισμένων», ακόμα και οι γέρικοι σκύλοι από το πλατύσκαλο της «Μεγάλης Βρεταννίας» εξαφανίζονται. «Αμα ήθελα επανάσταση, καθόμουν και στη Μαδρίτη», έλεγε ένας πάμπλουτος ογδοντάρης Ισπανός προ ημερών. Ηταν εξαιρετικά νευριασμένος γιατί εκείνο το απόγευμα του είπαν πως για να πάει στην Ακρόπολη ο μόνος τρόπος είναι το… ποδήλατο.

«Κουβαλάμε βαλίτσες απ’ τη Σόλωνος και τη Σκουφά», λέει απαρηγόρητος ο πορτιέρης έξω από τη «Μ. Βρεταννία». Με δεδομένο πως είναι υποχρεωμένος να φοράει όλη μέρα την πράσινη στολή με το βαρύ τσόχινο σακάκι, αυτό που περιγράφει ακούγεται σαν πραγματικό βασανιστήριο. «Ξεφορτώνουν τα ταξί τους πελάτες στην Πλάκα και μας στέλνουν εμάς με τα πόδια να κουβαλήσουμε τις αποσκευές τους», κάνει στωικά. «Και οι πελάτες διαμαρτύρονται;», τον ρωτάω. «Οχι, δεν διαμαρτύρονται», απαντάει κοφτά. Ο νεαρός κοιτάζει προς το βάθος. «Κοίτα τώρα», λέει. «Δέκα άτομα έκλεισαν πάλι την Αμαλίας. Πώς να κάνεις δουλειά έτσι;».

Η ώρα είναι 6.15, απόγευμα Τετάρτης. Πλησιάζω τους δέκα νεαρούς με τις σημαίες και τα ταμπούρλα που μπορεί να καταλαμβάνουν μόνο μια λωρίδα στη μέση της Αμαλίας, αλλά απαιτούν να μην περάσει άλλο αυτοκίνητο απ’ το μικρό τους μπλόκο. Μπροστά τους, τρία ταξί κορνάρουν σαν τρελά. «Οχι πάλι τα ίδια!», ουρλιάζει ο ταξιτζής που έχει βγάλει το κεφάλι του απ’ το παράθυρο. Ο αστυνόμος στο πεζοδρόμιο ήδη ετοιμάζεται να απλώσει την ταινία για να κόψει την κίνηση. «Ελεος, ρε φίλε», φωνάζει ο ταξιτζής. «Ούτε πελάτη δεν έχω, ποιος θα την πληρώσει τη βενζίνη;».

Αλλά βέβαια υπάρχουν και χειρότερα: από τη μέρα που οι «Αγανακτισμένοι» κόντεψαν να εισβάλουν στη Βουλή, τα λουλουδάδικα της Βασιλίσσης Σοφίας μαραζώνουν ανάμεσα στις κλούβες των ΜΑΤ. Ηδη από τις παλαιότερες διαδηλώσεις με τα δακρυγόνα και τις μολότοφ η πελατεία τους είχε φυλλορροήσει – από τα δέκα ανθοπωλεία απέμειναν μόνο δύο. Και ύστερα, ήρθαν οι «Αγανακτισμένοι» να αποξηράνουν και τους δύο εναπομείναντες λουλουδάδες. Πλησιάζω τον ανθοπώλη στο πρώτο και… «δημοσιογράφος ή εφορία;», με ρωτάει χωρίς καθόλου να χαμογελάει. Φως – φανάρι, έχει καιρό να μπει πελάτης στο μαγαζί. Με τις κλούβες παραταγμένες τριγύρω, ο ανθοπώλης ακούει το «πώς πάνε οι δουλειές;» κι αναστενάζει. «Απ’ το τηλέφωνο ό, τι πουλήσω», λέει. «Εδώ, σε ποιον να τα δώσω τα μπουκέτα κορίτσι μου; Στους εύζωνες;».

Αλλά ο πιο αγανακτισμένος απ’ όλους είναι ο κουλουράς στην κάτω πλευρά της πλατείας. «Δεν φτάνει που μες στη διαδήλωση μου κλέβουν τα κουλούρια», λέει, «μου έφεραν και τις καντίνες! Ξέρεις τι πληρώνω εγώ στον δήμο για να είμαι εδώ;».

Τσίκνα και φοροδιαφυγή

Στις καντίνες της αγανάκτησης, βέβαια, που δουλεύουν χωρίς άδεια, το κλίμα είναι εντελώς διαφορετικό – σχεδόν επαναστατικό. Παραταγμένες στη σειρά γύρω γύρω στην πλατεία, περιμένουν ποιος αγανακτισμένος θα πεινάσει. Κάτω απ’ το σύννεφο της τσίκνας, οι πελάτες φλερτάρουν με τα βρώμικα και οι 22 καντινιέρηδες με τη φοροδιαφυγή. «Απόδειξη δεν έχει;», ρωτάω τον ψήστη που μόλις έβαλε στην τσέπη τα 4 ευρώ για το σάντουιτς. «Βλέπεις καμιά ταμειακή στη σχάρα;», ρωτάει κι ύστερα ξεκαρδίζεται με το αστείο του. Μαζί του γελάει πρόσχαρα και ο νεαρός πελάτης – γιατί προφανώς οι «Αγανακτισμένοι» αποτελούν εξαιρετικά ανεκτικό αγοραστικό κοινό. Οι καντινιέρηδες δεν είναι οι μόνοι που επωφελούνται.

Γύρω στις 11.00 το πρωί που το πλήθος ξυπνάει, το εσωτερικό των MacDonald’s παρουσιάζει εικόνα ρωμαϊκών λουτρών: ένα τσούρμο εικοσάρηδων με μποξεράκια και σαγιονάρες περιφέρεται στο κατάστημα, αξιοποιώντας τους νιπτήρες και τα burgers του μαγαζιού. Αλλά και το απόγευμα η δουλειά δεν σπάει – ο νεαρός με το σορτσάκι, που τώρα επιστρέφει πίσω στη σκηνή του κρατώντας ένα ποτήρι που γράφει «Everest», δείχνει πολύ ευχαριστημένος με το απόκτημά του.

«Τέτοιο κόσμο είχαμε να δούμε από τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2007», λέει ένα από τα γκαρσόνια στα καφέ του Συντάγματος. «Μόνο που τότε οι Αγγλοι έφερναν δικές τους μπίρες». Τώρα, το «Παναθήναιον» στη δεξιά γωνία του Συντάγματος έχει βγάλει την πραμάτεια του σε προσφορά. Το χαρτί που έχουν τοιχοκολλήσει τα γκαρσόνια γύρω γύρω στις σκηνές γράφει «1,5 ευρώ ο καφές, 2 ευρώ η μπίρα».

«Οταν ξυπνούν, πουλάμε καφέδες, όταν διαδηλώνουν, πουλάμε νερά και πριν κοιμηθούν, πουλάμε μπίρες», λέει κυνικά ο σερβιτόρος. Και καθόλου δεν συμμερίζεται τον ρομαντισμό τού να είσαι «Αγανακτισμένος» στο Σύνταγμα.