ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενας δάσκαλος και πραγματικός δημόσιος λειτουργός

Πριν από λίγες ημέρες αποχαιρετίσαμε εδώ στη Θεσσαλονίκη τον ομ. καθηγητή του Ποινικού Δικαίου του ΑΠΘ Γιάννη Μανωλεδάκη. Εφυγε ξαφνικά σε ηλικία 74 ετών μετά την υποτροπή που παρουσίασε ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας του. Παρέμεινε μέχρι τέλος με το πνεύμα του καθαρό και διαυγές, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Θλίψη έπεσε στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης, αλλά και στον πανελλήνιο νομικό κόσμο. Ηταν ο αγαπητός μας δάσκαλος επί δεκαετίες. Χιλιάδες νομικοί αυτής της χώρας πέρασαν από τα χέρια του. Διδάχθηκαν όχι μόνο Ποινικό Δίκαιο, αλλά και Φιλοσοφία του Δικαίου. Ηταν ένας φιλόσοφος του δικαίου, ένας πραγματικός φιλόσοφος της πράξης και όχι ένας θεωρητικός που χανόταν στους διαδρόμους του μυαλού του.

Θα αναρωτιούνται πιθανόν οι αναγνώστες γιατί άξιζε να γραφεί ένα άρθρο για έναν αποβιώσαντα καθηγητή πανεπιστημίου, ειδικά σήμερα που τίτλοι, αξιώματα και καρέκλες έχουν τόσο απαξιωθεί. Σήμερα που η σκέψη όλων μας αναλώνεται μεταξύ της τρόικας και του ΔΝΤ. Μεταξύ δύο δόσεων εξωτερικού δανείου. Μα ακριβώς γι’ αυτό σήμερα όσο ποτέ αξίζει να γραφεί ένα αφιέρωμα για να έναν σημαντικό άνθρωπο. Το κυριότερο: για έναν σημαντικό Ελληνα. Γιατί ο Μανωλεδάκης δεν ήταν ο συμβατικός (με την κατεστημένη, δυστυχώς, του όρου έννοια) κάτοχος ενός τίτλου. Ηταν ένας πανεπιστημιακός που στο πρόσωπό του απόλυτα ενυλώθηκε η διάταξη του άρθρου 16 §6 του Συντάγματος: «Οι καθηγητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί». Δημόσιος λειτουργός. Αυτό ήταν ο Γιάννης Μανωλεδάκης. Ενας πραγματικός δημόσιος λειτουργός. «Λειτούργημα», εξηγεί ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, «είναι η δημόσια υπηρεσία που ασκείται υπέρ του κοινού συμφέροντος και της πολιτείας, το σύνολο των καθηκόντων που συνεπάγονται στην εκτέλεσή τους κοινωνική προσφορά». Πόσο μακρινές και απρόσιτες φαντάζουν πια αυτές οι έννοιες: «Κοινό συμφέρον», «κοινωνική προσφορά». Σχεδόν προκαλούν μειδίαμα, πικρό γέλιο. Εδώ μας έφτασε ο ευδαιμονισμός της μεταπολίτευσης. Η υπεροχή της κατανάλωσης απέναντι στην παραγωγή.

Πολιτικοποιημένος

Ανθρωπος βαθιά πολιτικοποιημένος ο Μανωλεδάκης και με άποψη για τη σύγχρονη κοινωνία που δεν εντάχθηκε ποτέ όμως σε κάποιο κόμμα. Δεν εγκλωβίστηκε σε συντεταγμένη πορεία, σε «γραμμή». Δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά στην εξουσία. Με ελεύθερη σκέψη και χωρίς εξαρτήσεις διατύπωνε πάντοτε τις σκέψεις του στη διδασκαλία, στα κείμενα και τις ομιλίες του, μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο. Εσπευδε χωρίς δισταγμό όπου τον καλούσαν.

Η μη εξάρτησή του από κάποιο κόμμα ή πολιτικό παράγοντα, τον άφησε, όπως ήταν αναμενόμενο, εκτός άλλων, προσοδοφόρων κυρίως, θέσεων εκτός πανεπιστημίου. Θέσεις που δυστυχώς πολλοί πανεπιστημιακοί έσπευσαν να καταλάβουν εξαργυρώνοντας τον τίτλο ή τις διασυνδέσεις τους. Ομως αυτό ήταν που και ο ίδιος επιδίωκε συνειδητά. Δεν τον ενδιέφεραν περισσότερα χρήματα και αξιώματα. Η μόνη θέση που δέχθηκε εκτός πανεπιστημίου ήταν αυτή του καθηγητή στη Σχολή Δικαστών. Πάλι για να διδάξει. Θυμάμαι ότι όταν σε ηλικία 44 ετών τού προτάθηκε να γίνει πρύτανης στο ΑΠΘ, αρνήθηκε. «Είμαι νέος για να ασχοληθώ με τη διοίκηση», έλεγε «προέχει η διδασκαλία».

Για τον λόγο αυτό αρνούνταν πεισματικά να ασκήσει δικηγορία, παρότι θα θησαύριζε εάν ασκούσε. «Ενας πανεπιστημιακός δάσκαλος», έλεγε, «πρέπει να αφιερώνεται απερίσπαστα στο έργο του».

Συνεργάτες

Η επιλογή των συνεργατών του, των βοηθών του, των νέων πανεπιστημιακών που προσδοκούσαν να ανέλθουν στην ιεραρχία, γίνονταν πάντα με γνώμονα την αξία τους. Κάτι βέβαια εξαιρετικά σπάνιο, ιδίως για τα παλαιότερα χρόνια, καθώς η επιλογή των βοηθών γίνονταν πάντα με γνώμονα τη συγγένεια, τη φιλία, την κομματική ή την ταξική τους θέση. Γι’ αυτό και έφτιαξε μία εξαιρετικής απόδοσης ομάδα επιστημόνων για την οποία πάντα καμάρωνε. Διάλεξε νέα παιδιά με κριτήριο τις ικανότητές τους χωρίς να λάβει υπόψη του ιδεολογία, γνωριμίες ή κοινωνική τάξη. Κάποιους από αυτούς τους διάλεξε κυριολεκτικά μέσα από τα σκουπίδια της κοινωνίας. Γιατί πράγματι το άξιζαν.

Ηταν δάσκαλος με όλη τη σημασία της λέξης. Ανατρέχω πάλι στον Μπαμπινιώτη: «Διδασκαλία είναι η διαδικασία μετάδοσης γνώσεων από τον δάσκαλο στον μαθητή». Ε, σ’ αυτό ήταν πράγματι μοναδικός ο Μανωλεδάκης! Θυμάμαι που τρέχαμε όλοι εμείς οι νεαροί φοιτητές τότε της Νομικής πριν αρχίσει το μάθημά του, να προλάβουμε να βρούμε ένα κάθισμα για να καθίσουμε. Αν αργούσες έπρεπε να καθίσεις στα διαζώματα ή στα παράθυρα. Ηταν μια κλασική εικόνα διδασκαλίας του: η αίθουσα γεμάτη από φοιτητές και στα παράθυρα να κρέμονται σαν τα τσαμπιά κάποιοι που δεν πρόλαβαν να βρουν κάθισμα. Οι πιο πολλοί καθηγητές τότε δεν γέμιζαν ούτε τη μισή αίθουσα. Σε μαγνήτιζαν ο λόγος του, το ύφος του, ο πλούτος των γνώσεών του, το ανοιχτό πνεύμα του, η μετριοπάθεια την οποία εξέπεμπε, το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Γενιές και γενιές διακεκριμένων νομικών ανά την Ελλάδα γαλουχήθηκαν με τις αρχές και τις ιδέες του. Σε όλες κυριαρχούσε ένα πράγμα: η θέλησή του για προσφορά.

Να γιατί άξιζε να γραφούν λίγα λόγια γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Γιατί πέρα απ’ όλα ήταν ένας Ελληνας πολίτης που έκανε απλώς το καθήκον του απέναντι στην κοινωνία. Γιατί αν όλοι οι Ελληνες σκεφτούν έτσι, τότε αυτή η χώρα δεν θα χρειάζεται να προσφεύγει σε ξένους Οργανισμούς.

* Ο κ. Β. Φλωρίδης είναι αντεισαγγελέας Εφετών.