ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Καραβάνια από τα Σκόπια

Νωρίς το πρωί κάθε μέρα ξεκινούν από τα Σκόπια λεωφορεία των δέκα – δώδεκα θέσεων ή και μεγαλύτερα, με προορισμό την πόλη της Θεσσαλονίκης. Μεταφέρουν, με φτηνό εισιτήριο, επιβάτες που κατεβαίνουν στην Ελλάδα για ψώνια ή και διασκέδαση και το βράδυ τούς γυρίζουν πίσω. Οπως λέει στην «Κ» τελωνειακός του μεθοριακού σταθμού των Ευζώνων, εκτός από τα λεωφορεία «εκατοντάδες Ι.Χ. από την ΠΓΔΜ περνούν καθημερινά για την Ελλάδα και επιστρέφουν με τα πορτ μπαγκάζ γεμάτα».

Το παράδοξο; Ερχόμενοι προς τη Θεσσαλονίκη οι «βόρειοι» εκδρομείς συναντούν τα καραβάνια των συμπατριωτών μας που κατευθύνονται με αγροτικά αυτοκίνητα, επιβατικά οχήματα και λεωφορεία, στη Γευγελή και τα παζάρια άλλων κωμοπόλεων της ΠΓΔΜ για τις δικές τους αγορές ή για να επισκεφτούν τα οδοντιατρεία της περιοχής ή τέλος για να αναζητήσουν την τύχη τους στις ρουλέτες των καζίνο που είναι διάσπαρτα από την άλλη πλευρά των συνόρων.

Αυτό το πηγαινέλα των ανθρώπων χάνεται στα βάθη των αιώνων, χωρίς να σταθούν ικανές να το ανακόψουν εντάσεις και εθνοτικές οξύνσεις, με πρόσφατο παράδειγμα τη διένεξη για το όνομα που κρατάει στην κατάψυξη τις πολιτικές σχέσεις Αθήνας – Σκοπίων. Ο,τι και αν συνέβη, ακόμα και στις πιο δύσκολες μέρες, όπως εκείνες στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τα εκατέρωθεν μέτρα αποκλεισμού, τις υπερπατριωτικές υπερβολές και τις ένθεν κακείθεν εθνικιστικές ρητορείες, οι κοινωνίες των δύο πλευρών ακολούθησαν και συνεχίζουν να ακολουθούν τις δικές τους «υποδόριες» διαδρομές, αρνούμενες τους τεχνητούς διχασμούς της πολιτικής.

«Είναι κάποιες μέρες, ειδικά στις εκπτώσεις, που στα μεγάλα μαγαζιά στην περιοχή του αεροδρομίου ακούς μόνο τη δική μας γλώσσα», λέει μια νεαρή γυναίκα από τα Σκόπια που αποφοίτησε από ξένο κολέγιο στη Θεσσαλονίκη.

Οι Σκοπιανοί προτιμούν τα πολυκαταστήματα, αλλά και τα επώνυμα εμπορικά στο κέντρο της πόλης όπου βρίσκουν σε καλές τιμές προϊόντα ποιότητας, όπως είδη ένδυσης και υπόδησης, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, κ.ά.

Στην καλή κοινωνία των Σκοπίων -γιατί υπάρχει και εκεί- συνηθίζεται, αν κάποιος θέλει να οργανώσει ένα πάρτι ή ένα καλό γεύμα, να το κάνει σε ένα νυχτερινό κέντρο ή μια παραθαλάσσια ταβέρνα στην ανατολική Θεσσαλονίκη. Οι νέοι από τα Σκόπια, τη Γευγελή, τη Δοϊράνη, κ.α. είναι μια άλλη, εξίσου καλή, πελατεία για την αγορά της Θεσσαλονίκης, αφού καταφθάνουν τα Σαββατοκύριακα για διασκέδαση σε κλαμπ της παραλιακής λεωφόρου Νίκης και συνήθως καταλύουν σε φτηνά ξενοδοχεία στο κέντρο της πόλης.

Οταν πέρυσι καταργήθηκε από τον ΟΣΕ το καθημερινό δρομολόγιο του τρένου προς και από την ΠΓΔΜ, στα Σκόπια έγινε διαδήλωση νεαρών, αφού απώλεσαν το κατ’ εξοχήν φτηνό και βολικό μέσο για να πηγαινοέρχονται και να διασκεδάζουν στη Θεσσαλονίκη, που την θεωρούν «δεύτερο σπίτι» τους.

«Μια κατηγορία συμπατριωτών μου, που έρχονται πολύ συχνά, είναι συγγενείς και φίλοι παιδιών που σπουδάζουν σε κολέγια και ιδιωτικές σχολές στη Θεσσαλονίκη, και είναι πολλοί αυτοί. Με την ευκαιρία κάνουν και τα ψώνια τους» προσθέτει η απόφοιτη του κολεγίου.

Οσο για τα καλοκαίρια, η Χαλκιδική, ειδικά το πρώτο «πόδι» της, αλλά και οι ακτές της Πιερίας, σφύζουν από γείτονες τουρίστες, πολλοί από τους οποίους έχουν εγκατεστημένα τροχόσπιτα (ορισμένοι έχουν αποκτήσει και σπίτια) και έρχονται ακόμα και τον χειμώνα.

Οι Ελληνες «ανταποδίδουν»

Οι Ελληνες της Μακεδονίας, αλλά και από περιοχές νοτιότερα, «ανταποδίδουν» και με το παραπάνω τις ροές των Σκοπιανών στις αγορές της Θεσσαλονίκης, με τη δική τους, καθημερινή και μαζική παρουσία στα παζάρια και τα βενζινάδικα στην άλλη πλευρά των συνόρων. Μια ολόκληρη πόλη, με 15.000 κατοίκους, η Γευγελή, ζει και γιγαντώνεται από την ελληνική οικονομική κρίση.

Σε μια απόσταση τριών χιλιομέτρων από τα σύνορα μέχρι τη Γευγελή, λειτουργούν και κάνουν χρυσές δουλειές με τους Ελληνες τρία μεγάλα καζίνο που απασχολούν χίλιους εργαζομένους από την περιοχή. Σε αυτή την κωμόπολη λειτουργούν, για τις ανάγκες Ελλήνων πελατών, περισσότερα από 20 οδοντιατρεία(!) – όσα δεν έχει η Βέροια ή η Κατερίνη, πόλεις με πολλαπλάσιο πληθυσμό. Κοινή είναι η αντίληψη πως κάθε νέος, αν θέλει να έχει δουλειά στο μέλλον, οφείλει να ξέρει ελληνικά. Οι ουρές ελληνικών αυτοκινήτων στα βενζινάδικα, ειδικά τα Σαββατοκύριακα, εντυπωσιάζουν, κι όλα αυτά δεν είναι παρά κομμάτια ενός μεγάλου παζλ.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι εξέλιπαν οι πολέμιοι αυτής της κατάστασης. Ωστόσο, οι κατά καιρούς προσπάθειες διαφόρων κύκλων -κινδυνολογώντας και από τις δύο πλευρές- για να κλείσουν αυτόν τον προαιώνιο δίαυλο επικοινωνίας των τοπικών κοινωνιών, απέτυχαν.