ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μείωση σύνταξης ανώτατου δικαστή για δημοσιονομικούς λόγους

Παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου

(Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, απόφ. 1 και 2/2012)

Ανέκυψε αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα του άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 από την έκδοση αντιθέτων αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ της άποψης του Αρείου Πάγου και έκρινε συνταγματική την άνω διάταξη, η οποία προβλέπει χρόνο παραγραφής δύο ετών, από τη γένεσή τους, των αξιώσεων κατά του Δημοσίου των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών και των συνδεομένων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με αυτό από καθυστερούμενες αποδοχές ή κάθε άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Αναδρομική επιβολή «προληπτικής κράτησης», ως μέτρου ασφαλείας

(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 7.6.2012, Κ. κατά Γερμανίας και G. κατά Γερμανίας)

Οι προσφεύγοντες είναι Γερμανοί και κρατούνται σε γερμανικές φυλακές. Ο κ. Κ. έχει καταδικασθεί για πράξεις βιασμού σε στερητική της ελευθερίας ποινή 8 ½ ετών το 1987. Ενώ ο κ. G. για πράξεις ανθρωποκτονίας σε ποινή στερητική της ελευθερίας 15 ετών το 1990.

Και στις δύο περιπτώσεις τα δικαστήρια, πέραν των ποινών, διέταξαν την εισαγωγή τους σε ψυχιατρικά καταστήματα, μετά την πλήρη εκτέλεση της ποινής. H εκεί κράτησή τους περατώθηκε από τα περιφερειακά δικαστήρια εκτέλεσης των ποινών το 2007, που δέχθηκαν ότι οι προσφεύγοντες δεν τελούσαν σε κάποια κατάσταση που να ελαττώνει την ποινική τους ευθύνη. Οι δύο προσφεύγοντες ακολούθως τέθηκαν σε προληπτική κράτηση που διέταξε το πρωτοδικείο Φραγκφούρτης κατά την παρ. 66b του γερμανικού ποινικού κώδικα, διάταξη που είχε εντεθεί στον ποινικό κώδικα το 2004 και επέτρεπε την αναδρομική εφαρμογή της.

Το γερμανικό περιφερειακό δικαστήριο έκρινε ότι μια ολοκληρωμένη εκτίμηση των προσφευγόντων, των εγκλημάτων τους και της ανάπτυξής τους κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης στο ψυχιατρικό νοσοκομείο αποκάλυψε ότι, αν αφήνονταν ελεύθεροι, ήταν πολύ πιθανό να τελέσουν και πάλι σοβαρά αδικήματα που θα είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ψυχολογικής ή σωματικής βλάβης στα θύματα.

Περαιτέρω, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας δέχθηκαν ότι ο εν λόγω νόμος που επέβαλε αναδρομικά την κύρωση της προληπτικής κράτησης στους προσφεύγοντες είναι σύμφωνος προς το γερμανικό Σύνταγμα. Ακόμη και σήμερα οι δύο προσφεύγοντες κρατούνται.

Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρθηκε στην προηγούμενη απόφασή του, της 17.12.09 Μ. κατά Γερμανίας, με την οποία αποφάνθηκε ότι η προληπτική κράτηση του γερμανικού ποινικού κώδικα αποτελεί ποινή, κατά το άρθρ. 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού διατάχθηκε από τα ποινικά δικαστήρια, κατόπιν καταδίκης για ποινικό αδίκημα και είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας επ’ αόριστο χρόνο. Αλλά και περαιτέρω το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας με μεταγενέστερη απόφασή του της 4.5.2011 έκρινε αντισυνταγματική την επιβολή της προληπτικής κράτησης αναδρομικά.

Και καταλήγει το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο συμπέρασμα ότι με την επιβολή της προληπτικής κράτησης στην ουσία επιβάλλεται μια νέα ποινή που δεν είχε επιβάλει το δικάσαν την υπόθεση αρχικώς δικαστήριο, αφού δεν προβλεπόταν τότε ως κύρωση.

Δέχεται κατόπιν τούτων τις δύο προσφυγές. Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρ. 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 7.000 ευρώ στον πρώτο και 5.000 ευρώ στον δεύτερο προσφεύγοντα, καθώς και ποσό 7.140 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Μείωση σύνταξης ανώτατου δικαστή για λόγους δημοσιονομικούς

(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 19.6.2012, Κhoniakina κατά Γεωργίας)

Η προσφεύγουσα υπήρξε μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Γεωργίας, από όπου συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2000 και έλαβε τη νόμιμη σύνταξή της των 492 ευρώ, που αντιστοιχούσαν στον τελευταίο της μισθό. Κατά τον κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου η σύνταξη αναπροσαρμοζόταν στον μισθό των εν ενεργεία δικαστών. Αργότερα η ρήτρα αναπροσαρμογής απαλείφθηκε νομοθετικά και μετέπειτα επαναφέρθηκε σε παραλλαγμένη μορφή. Μετά ταύτα δε, το ποσό της σύνταξης ορίσθηκε σε αντίστοιχο των 551 (καθ’ ον χρόνο ο μισθός των εν ενεργεία μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ορίσθηκε σε 1.378 ευρώ). Ορίσθηκε δε αναδρομικά νέα ρύθμιση, με βάση την οποία δεν διετηρείτο η αντιστοιχία της σύνταξης προς τους μισθούς των εν ενεργεία.

Η προσφεύγουσα άσκησε τα ένδικα βοηθήματα που της παρείχε το εθνικό δίκαιο και η πρώτη αγωγή της έγινε δεκτή (κατά πλειοψηφία), η δε δεύτερη απορρίφθηκε συνολικά.

Η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε ότι με την τροποποίηση της νομοθεσίας της 23.12.2006, με την οποία καταργήθηκε αναδρομικά η ρήτρα αναπροσαρμογής της σύνταξής της ανάλογα με τους μισθούς των εν ενεργεία, παραβιάσθηκε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επαναλαμβάνει προηγούμενες κρίσεις του ότι η εν λόγω διάταξη του Πρώτου Πρωτοκόλλου δεν εγγυάται το δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ποσού. Ωστόσο, εφόσον το συμβαλλόμενο κράτος έχει σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή σύνταξης -που εξαρτάται ή όχι από την προηγούμενη καταβολή των εισφορών- τούτο το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ένα περιουσιακό συμφέρον που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 για τα πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας. Η μείωση ή η διακοπή της σύνταξης σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να συνιστούν παρέμβαση στην ιδιοκτησία, η οποία πρέπει να αιτιολογείται (βλ. και Rasmussen κατά Πολωνίας, απόφ. της 28.4.09), κάτω από τη «νομιμότητα», το «δημόσιο συμφέρον» και την «αναλογικότητα», αρχές που εμπεριέχονται στο άρθρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εν προκειμένω, αφού έλαβε υπόψη το ευρύ περιθώριο εκτίμησης του κράτους, σταθμίζοντας τα δικαιώματα που διακυβεύονται σε σχέση με την οικονομική πολιτική και εξετάζοντας το συνολικό δημόσιο συμφέρον, συμπεραίνει ότι η κατάργηση της ρήτρας αναπροσαρμογής της σύνταξης της προσφεύγουσας δεν υπήρξε δυσανάλογη με τον νόμιμο σκοπό που επιδιώχθηκε.

Απέρριψε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την αιτίαση της προσφεύγουσας κατά μέλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου που δίκασε και τη δεύτερη υπόθεσή της, ενώ είχε εκφέρει δυσμενή μειοψηφούσα γνώμη στην πρώτη υπόθεσή της. Τούτο, διότι, κατά την άποψη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το γεγονός μόνο ότι ο δικαστής εξέφρασε μια διαφορετική δυσμενή γνώμη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής απόδειξη μιας εκ των υστέρων προκατάληψης προς την προσφεύγουσα, κατά την εκδίκαση της δεύτερης υπόθεσής της. Η δε συμμετοχή του στην εκδίκαση και της δεύτερης υπόθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμμετοχή του στην «ίδια υπόθεση», αφού αφορούσε διάφορα πραγματικά και νομικά ζητήματα.