ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τι απέγινε ο «εθελοντισμός του 2004»

«Πωλείται πλήρης η στολή (παντελόνι, μπλούζα, μπουφάν, καπέλο, παγουρίνο, τσαντάκι, κορδόνι κάρτας διαπίστευσης) Εθελοντισμού των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004. Τιμή 900 ευρώ. Παρακαλώ επικοινωνήστε στο αναγραφόμενο email». «Μπλουζάκια εθελοντών Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 καινούργια πωλούνται, τιμή 79». «Καπέλο εθελοντή Ολυμπιακών Αγώνων (δεν πωλείται στα καταστήματα, δινόταν μόνο στους εθελοντές) 18,60 ευρώ». Αγγελίες σαν και τις παραπάνω -τις οποίες βρίσκει κανείς σε διάφορα σάιτ στο Ιντερνετ- αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο τον ανώμαλο δρόμο που «έτρεξε» η χώρα από τις ζεστές ημέρες του 2004 μέχρι σήμερα.

Ισως μάλιστα να είναι οι εθελοντές, η καρδιά των οποίων -είναι βέβαιο- σφίχτηκε για μια στιγμή χθες με την έναρξη της νέας ολυμπιακής περιπέτειας, εκείνοι οι οποίοι έζησαν εντονότερα τα σκαμπανεβάσματα των τελευταίων ετών. Οπως λέει η Αλέκα Λουκά, «δεν ήταν απλή διάθεση προσφοράς, ήταν σχεδόν ανάγκη. Κι από αυτήν φτάσαμε να αναζητούμε τρόπο διαφυγής. Δεν τη λες και μικρή διαδρομή».

«Αξέχαστη ατμόσφαιρα»

Ομως, όλα ξεκίνησαν γλυκά. «Κάθε φορά που με θυμάμαι ανεβασμένη σε αυτό το καρεκλάκι να φωνάζω με την ντουντούκα στους επισκέπτες, βάζω τα γέλια», λέει η ίδια, ενώ ο Νίκος Βένιος περισσότερο από όλα θυμάται την εμπειρία των Παραολυμπιακών. «Η ψυχική ανάταση που ένιωσα στο ταρτάν δίπλα σ’ αυτούς τους αθλητές ήταν απίστευτη». Σχεδόν με μια φωνή: «Κάναμε απίθανα πράγματα, πράγματα που δεν είχαμε φανταστεί ποτέ. Οι μέρες της προετοιμασίας, αλλά και των Αγώνων, η γενικότερη ατμόσφαιρα των ημερών ήταν πραγματικά αξέχαστη».

Το «στοίχημα» για το οποίο γινόταν λόγος από την εποχή της ανάληψης των Αγώνων, εάν θα κατορθώναμε να φτάσουμε τον απαιτούμενο αριθμό εθελοντών, τελικά κερδήθηκε και με το παραπάνω. Ο τελικός αριθμός τoυς έφτασε τους 58.000, με το 76% να απαρτίζεται από νέους έως 35 ετών και υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Από κάθε γωνιά της πόλης τότε, έμοιαζε να ξεφυτρώνει και μια πολύχρωμη μπλούζα, όλοι είχαν έναν φίλο εθελοντή. Θα περνούσαν χρόνια μέχρι να σταματούσαμε να βλέπουμε τις χαρακτηριστικές στολές να κυκλοφορούν στον δρόμο…

Πριν όμως κι από την οικονομική κρίση και τα εξαντλητικά μέτρα, ο πληθυσμός των εθελοντών αποκαρδιώθηκε από το ξεφούσκωμα του ονείρου που ήταν γι’ αυτούς το ’04. «Ζω στους Θρακομακεδόνες, δίπλα από το Ολυμπιακό Χωριό. Είδα λοιπόν από πρώτο χέρι πώς κατέληξαν οι εγκαταστάσεις. Πέρυσι επισκέφθηκα τη Βαρκελώνη και είδα πώς διατηρούν εκείνοι το Ολυμπιακό Χωριό. Η διαφορά είναι συντριπτική…», σημειώνει η Αλέκα. Δεν αξιοποιήθηκε ούτε το ανθρώπινο δυναμικό. «Δεν εκμεταλλεύθηκαν τον πλούτο των εθελοντών, με το που τελείωσαν οι Ολυμπιακοί της Αθήνας, σκόρπισαν και οι εθελοντές τους», αναφέρει ο Νίκος.

«Κι όμως, ανατρέχοντας σ’ εκείνες τις μνήμες, σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα κίνημα εθελοντών που θα μπορούσαν να βοηθήσουν μια χώρα σε κρίση. Να αντιμετωπίσουμε για παράδειγμα το θέμα των αστέγων, των ανθρώπων που δεν έχουν να φάνε, να κινηθούν. Αυτό που περισσότερο από όλα χαρακτήριζε εκείνη την εποχή ήταν η δύναμη της ομάδας. Μπορούσαμε να δουλέψουμε μαζί και ακόμα κι αν κάποιοι ήταν αρχηγοί και κάποιοι απλοί στρατιώτες, ήμασταν ίσοι και είχαμε ένα στόχο. Να δείξουμε ότι η Ελλάδα μπορεί». Θα συμμετείχαν όμως εάν οι Αγώνες προκηρύσσονταν σήμερα; «Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι εάν ήξερα τότε ότι εξαιτίας εκείνης της δαπάνης ή και του «φαγοποτιού» που έγινε, σήμερα θα κόβονταν συντάξεις, δεν θα συμμετείχα», τονίζει η Αλέκα.

Τι κράτησαν από τότε

Ομως ο εθελοντισμός, σαν κάθε ιδέα, δεν σβήνει τόσο εύκολα. «Βλέπω γύρω μου ανθρώπους που παρά τα όσα συμβαίνουν εξακολουθούν να διαπνέονται από θετική διάθεση και να εργάζονται για το σύνολο. Αφανείς ήρωες της καθημερινότητας που εργάζονται εθελοντικά στο πλαίσιο οργανώσεων ή και ατομικά», συνεχίζει η ίδια, που δεν το λέει, αλλά δραστηριοποιείται στο φιλοζωικό χώρο. «Αλλωστε αυτό ήταν που εγώ «κράτησα» από το 2004. Ηταν γιατί είδα τη δύναμη της συνεργασίας». Και ο Νίκος: «Τότε μάς διέπνεε η ευγένεια, η συνεργασία, η φιλοξενία. Είχαμε δηλαδή αναδείξει τις ίδιες αξίες που χρειαζόμαστε σήμερα».