ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δωμάτιο για δεκατέσσερις…

Πόσοι άνθρωποι χωρούν σε δύο δωμάτια; Αυτό το ερώτημα από τις αρχές του Ιουλίου βασανίζει τον κ. Μανώλη. Βλέπετε, τα δύο επίμαχα δωμάτια είναι εκείνα του εξοχικού του, στο Πόρτο Ράφτη. «Μέχρι πέρυσι», λέει, «οι περισσότεροι που μπορούσα να φανταστώ πως χωρούν εκεί μέσα ήταν έξι άνθρωποι: η οικογένειά μου κι ένας καλεσμένος». Ωσπου πριν από μία εβδομάδα τον πήρε η κόρη του τηλέφωνο. «Πατέρα», του είπε, «ήρθα στο εξοχικό και βρήκα στρωματσάδα 14 άτομα! Δέκα μέσα και τέσσερις απέξω!». Σύντομα η κοπέλα διαπίστωσε πως οι επισκέπτες ήταν όλοι φίλοι των αδελφών της, των άλλων δύο παιδιών του κ. Μανώλη. Και αν βρέθηκαν εκεί μαζεμένοι, είναι γιατί το εξοχικό της οικογένειας έπεσε θύμα της νέας τάξης που γέννησε η κρίση και που αποτελείται από τους λεγόμενους «τζαμπατζήδες των διακοπών»!

Δεν είναι λαθρεπιβάτες, ούτε καταληψίες – είναι απλώς οι άνθρωποι που εξαντλούν τα όρια των φιλικών δεσμών για να περισώσουν ό, τι έχει απομείνει στο πορτοφόλι τους. Αν αυτό παλιά ήταν συνηθισμένο για τους φτωχούς φοιτητές και τους άφραγκους πιτσιρικάδες, τώρα πλέον η όχι και τόσο ευγενής τάξη των τζαμπατζήδων έχει επεκταθεί στις ηλικίες μετά τα πρώτα -άντα. Οι φίλοι των παιδιών του κ. Μανώλη, ας πούμε, είναι όλοι τους πάνω από 30 χρόνων. Και όπως λέει και ο παθών, που εξαιτίας της κατάληψης έμεινε χωρίς εξοχικό, «το χειρότερο είναι πως δεν έφευγαν! Φανταστείτε πως όταν είπε η κόρη μου πως θέλει το ένα δωμάτιο για να μείνει αυτή και ο αρραβωνιαστικός της, οι «καλεσμένοι» άρχισαν να τσακώνονται για το ποιοι δικαιούνται να μείνουν στο δεύτερο δωμάτιο! Και στο τέλος, έριξαν κλήρο!».

Αν η συγκεκριμένη ιστορία σάς φαίνεται υπερβολική, θα πει πως ακόμα δεν έχετε υποστεί τη θερινή επίθεση των τζαμπατζήδων, η οποία, όπως μπορεί να σας διαβεβαιώσει ο Στέλιος Π., είναι εξαιρετικά σφοδρή. «Κάθε δεύτερη μέρα», λέει ο νεαρός, «τουλάχιστον ένας γνωστός θα με πάρει τηλέφωνο. Συνήθως το πάνε γύρω γύρω, μήπως και τους καλέσω από μόνος μου. Αλλά έπειτα από κανένα δεκάλεπτο συζήτησης, περνούν στην ευθεία προσέγγιση». Ο Στέλιος, που είναι ασκούμενος δικηγόρος, αυτές τις μέρες ετοιμάζεται για διακοπές στο πατρικό του, στην Κορινθία. «Οι πιο πολλοί είναι φίλοι απ’ τη δουλειά, άλλοι είναι παλιοί συμφοιτητές που με θυμήθηκαν ξαφνικά μόλις έπιασαν οι ζέστες. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι θέλουν· ύστερα συνειδητοποίησα πως όλα τα τηλέφωνα τελειώνουν στο «το σπίτι στην Κορινθία πώς πάει;»». Ρωτάω τον Στέλιο ποιος είναι ο πιο θρασύς απ’ τους αυτοπροσκληθέντες, κι εκείνος δεν διστάζει. «Ηταν ένας άλλος δικηγόρος που τον ήξερα απ’ τη σχολή. Με πέτυχε στην Ευελπίδων και με ρώτησε αν μπορεί να έρθει», λέει. «Εγώ του απάντησα πως τώρα είναι οι γονείς μου και η αδελφή μου εκεί, και απ’ την άλλη εβδομάδα θα πάω κι εγώ να μείνω μαζί τους. Κι εκείνος με κοίταξε και είπε: «Δεν πειράζει, βρε παιδί μου, θα φέρω κι εγώ την κοπέλα μου, εμένα δεν με ενοχλείτε!»».

Στο πλαίσιο του δόγματος «όλοι οι καλοί χωράνε», η κοινοκτημοσύνη πλασάρεται ως αντίδοτο της κρίσης – κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα εξοχικά σπίτια. «Το αυτοκίνητό μου έχει γίνει πλέον σαν παράρτημα του ΚΤΕΛ!», λέει η Μαίρη Παπαδήμα που από την αρχή του Ιουνίου κάνει σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο το δρομολόγιο Αθήνα – Σπέτσες για να δει τους γονείς της που ζουν στο νησί. «Τις πρώτες φορές», λέει η κοπέλα, «πήρα μαζί στο ταξίδι έναν-δύο φίλους μου. Υστερα οι φίλοι έφεραν τους φίλους τους, και τώρα πια δεν υπάρχει περίπτωση να πάω ή να γυρίσω μόνη μου». Την περασμένη Κυριακή από τα τέσσερα άτομα που γύρισαν μαζί με τη Μαίρη στο αυτοκίνητο, η οδηγός ήξερε τον έναν καλά κι έναν άλλον απλώς τον είχε μεταφέρει άλλη μία φορά. Αν σκεφτείτε πως το αυτοκίνητο που πηγαινοέρχεται φορτωμένο με πέντε επιβάτες είναι ένα Mini Cooper δεκαετίας, η εικόνα αρχίζει να μοιάζει με πλάνο απ’ το «Σαραβαλάκι, αγάπη μου». Και τα στιγμιότυπα απ’ τη διαδρομή κάνουν την ομοιότητα ακόμα πιο έντονη. «Μια κοπέλα έφερε και το κανισάκι της μαζί», λέει η ταλαίπωρη οδηγός, «και απ’ τις στροφές μετά την Επίδαυρο το σκυλί έκανε εμετό στα πόδια ενός νεαρού!». Τη ρωτάω αν ντράπηκε, και η Μαίρη σηκώνει τους ώμους – «ούτε που τον ήξερα!», λέει.