ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Εγκλωβισμένοι» στο κέντρο

Πλατεία Αμερικής, Κυριακή, γύρω στις 9 μ. μ. Μερικοί κάτοικοι της περιοχής συναντιούνται για να συζητήσουν τα προβλήματα της γειτονιάς. Οι περισσότεροι έχουν περάσει τη ζωή τους εδώ και βλέποντας τη γειτονιά τους να αλλάζει τελείως χαρακτήρα τα τελευταία χρόνια αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα σωματείο με στόχο να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους. «Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, νιώθουμε εγκλωβισμένοι στα ίδια μας τα σπίτια, η αξία τους έχει σχεδόν εξανεμιστεί, ενώ ακόμα και φίλοι μας φοβούνται να έρθουν να μας επισκεφθούν», μας λέει η κ. Κατερίνα Τόγια.

Η συζήτηση διακόπτεται όταν μπροστά από την πλατεία περνάει πορεία αντιεξουσιαστών με δίκυκλα που φωνάζουν συνθήματα όπως «φασίστες θα πάτε κατευθείαν στην κρεμάλα». Οι κάτοικοι πετάγονται από τις καρέκλες τους ανήσυχοι και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά μια διμοιρία ΜΑΤ εμφανίζεται, κάτοικοι από τις πολυκατοικίες έχουν βγει στα μπαλκόνια και φωνάζουν εναντίον των μεταναστών, οι αντιεξουσιαστές συγκρούονται με κατοίκους και μέλη ακροδεξιών ομάδων, ενώ λίγο αργότερα ένα ασθενοφόρο φτάνει. Δύο άνθρωποι είναι τραυματισμένοι και διακομίζονται στο νοσοκομείο. «Δεν μας έφταναν όλα τα προβλήματα τώρα θα γίνουμε και η παιδική χαρά μεταξύ αντιεξουσιαστών και ακροδεξιών. Αρκετά!» λέει με αγανάκτηση κάτοικος της περιοχής.

Η Μ. Μ. ζει στην πλατεία Αμερικής από τότε που γεννήθηκε. Τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να καταγράψει τις παρανομίες που γίνονται καθημερινά στον δικό της δρόμο. Στο μπαλκόνι κρεμασμένο ένα ζευγάρι κιάλια και στο διαμέρισμα πάντα εύκαιρη η φωτογραφική της μηχανή. «Μαζεύω υλικό και το δίνω στην Αστυνομία», λέει. Από το μπαλκόνι δείχνει έναν διακινητή -αφρικανικής καταγωγής- που περιμένει τους «πελάτες» σε «γνωστή» γωνία της οδού Τενέδου. «Κάθε πρωί ξεκινάει η διακίνηση ναρκωτικών σχεδόν έξω από την πόρτα μου». Κουνώντας το κεφάλι, παίρνει τηλέφωνο το «100» καταγγέλλοντας διακίνηση ναρκωτικών, δίνοντας τη διεύθυνση.

Είναι Σάββατο 6.30 μ. μ. Εχει περάσει μισή ώρα αλλά η Αστυνομία δεν έχει εμφανιστεί. Οι διακινητές έχουν φύγει και η Μ. Μ. κατηφορίζει προς την πλατεία. Εκεί, εκατό μέτρα από το σπίτι της βρίσκει δύο αστυνομικούς της ομάδας ΔΙ. ΑΣ. πάνω στις μηχανές. «Την κλήση για τη διακίνηση των ναρκωτικών στην Τενέδου δεν την λάβατε;» Αυτοί απαντούν ότι δεν είναι ενήμεροι. «Για πες μου τι να κάνω για να μην τρελαθώ εδώ;» μάς λέει η Μ. Μ., που συμμετέχει ενεργά σε αντιρατσιστικό κίνημα εδώ και 20 χρόνια και είναι από τους πρωτεργάτες του πολυιατρείου για τους μετανάστες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Η ίδια βιώνει καθημερινά ένα ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στα πιστεύω της και τη δύσκολη καθημερινότητα. «Πολλές φορές για να βγω από το κτίριο πρέπει να σπρώξω κάποιον τοξικομανή από τα σκαλιά, ενώ το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ από τους καβγάδες που στήνουν οι πόρνες στον δρόμο»

Τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ. Μόνο τις τελευταίες δύο εβδομάδες στη γειτονιά σημειώθηκαν δύο επιθέσεις σε μαγαζιά μεταναστών. Αγνωστοι εισέβαλαν και προέβησαν σε βανδαλισμούς στο κέντρο πολιτισμού Τανζανών, ενώ δύο μέρες μετά, άγνωστοι πάλι, «έσπασαν» το μπαρ του 35χρονου Πατρίκ Αμουκού Σιπριέν από το Καμερούν. «Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει πάρα πολύ στην Ελλάδα», λέει ο Πατρίκ που ζει νόμιμα στη χώρα μας εδώ και πέντε χρόνια και σήμερα ανησυχεί για τη ζωή του. «Το κράτος πρέπει να μας προστατέψει. Δεν είμαστε όλοι οι μετανάστες το ίδιο. Εγώ θέλω την Αστυνομία στη γειτονιά μας, να εφαρμόζεται ο νόμος». Λέει ότι φοβάται να ανοίξει ξανά το μπαρ αλλά και να κυκλοφορήσει στην περιοχή. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλετε από εμάς. Προσπαθώ να ζήσω και να είμαι παραγωγικός στη χώρα σας. Αν μου σπάτε το μαγαζί τι θέλετε να κάνω, να αρχίσω να κλέβω;»

Μερικά οικοδομικά τετράγωνα, η μικρογραφία ενός προβλήματος που πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστεί. Οι κάτοικοι νιώθουν την εγκατάλειψη του κράτους και όπως λέει και ο Πατρίκ, «σήμερα έχουν στραφεί εναντίον μας, όμως άμα το κράτος δεν παρέμβει, σε λίγο οι ίδιοι άνθρωποι θα στραφούν εναντίον σας και τότε θα είναι πολύ αργά…».