ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εριδες μεταξύ ελληνοκαθολικών και ορθοδόξων στη Ρουμανία

Αιτιάσεις δικηγόρου που διαγράφηκε από τον πίνακα εκκαθαριστών
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 12.11.13, Galina Kostova κατά Βουλγαρίας)

Η προσφεύγουσα είναι δικηγόρος, η οποία περιλαμβανόταν στον κατάλογο εκκαθαριστών εταιρειών που τελούσαν σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Ο υπουργός Δικαιοσύνης τον Αύγουστο του 2004 διέγραψε την προσφεύγουσα από τον πίνακα των εκκαθαριστών, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα πίνακα πιστωτών μιας κρατικής εταιρείας, της οποίας ήταν εκκαθαρίστρια. Τελικά (Μάρτιος του 2005) τα εθνικά δικαστήρια της Βουλγαρίας, στα οποία κατέφυγε η προσφεύγουσα, απέρριψαν οριστικά την αίτησή της για αναθεώρηση της απόφαση διαγραφής της. Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι τα εθνικά δικαστήρια αρνήθηκαν την αναθεώρηση της υπουργικής απόφασης, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν δικαιοδοσία να ελέγξουν τη μεγάλη αυστηρότητα αυτής (δικαίωμα ακρόασης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ). Επίσης, παραπονείται ότι η υπουργική απόφαση τη στέρησε από μελλοντικό εισόδημα, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που προστατεύει την περιουσία.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τονίζει, κατ’ αρχήν, ότι δεν ελέγχει την ίδια την ερμηνεία και εφαρμογή των εθνικών διατάξεων από τα δικαστήρια των κρατών-μερών της Σύμβασης, αλλά μόνον αν οι αποφάσεις τους παραβιάζουν διατάξεις της ΕΣΔΑ. Παρατηρεί εξάλλου ότι η προσφεύγουσα είχε την ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις της ενώπιον του υπουργού, ο τελευταίος δε δεν είχε την εξουσία από τον νόμο να επιβάλει πιο ήπιες κυρώσεις για τη συγκεκριμένη παραβίαση. Καταλήγει λοιπόν ότι εν προκειμένω δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επίσης, δεν δέχθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι εν προκειμένω υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι θεωρεί πως η συμπερίληψη της προσφεύγουσας στον πίνακα εκκαθαριστών από μόνη της δεν συνιστά «περιουσία», υπό την έννοια αυτής της διάταξης, αφού δεν προκύπτει ότι υπήρχε μια επαγγελματική πρακτική ορισμένης αξίας που από πολλές απόψεις είχε τη φύση ενός ιδιωτικού δικαιώματος και έτσι συνιστούσε περιουσιακό στοιχείο. Τούτο δε, για τον βασικό λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι είχε αναπτύξει κάποια πελατεία ή ότι ανέπτυξε κάποια υπεραξία σε σχέση με τις υπηρεσίες της ως εκκαθαρίστριας, δεν αρκεί δε μόνο το ότι έλαβε αμοιβή για τις μέχρι τότε υπηρεσίες της, ούτε άλλωστε υπάρχει ένδειξη ότι υπήρξε και άλλοτε εκκαθαρίστρια. Κατόπιν τούτων, απέρριψε την προσφυγή, κατά πλειοψηφία πέντε ψήφων έναντι δύο.

Αιτιάσεις παράνομου μετανάστη για απέλασή του από το Βέλγιο στην Ελλάδα
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 14.11.13, M. D. κατά Βελγίου)

Ο προσφεύγων είναι υπήκοος Γουινέας Μπισάου. Συνελήφθη στις Βρυξέλλες και τοποθετήθηκε σε κλειστό κέντρο με σκοπό την απέλασή του στην Ελλάδα. Στις 26.4.2010 υπέβαλε αίτηση παροχής ασύλου, το οποίο του αρνήθηκαν οι βελγικές αρχές. Ασκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και τοποθετήθηκε πάλι σε κλειστό κέντρο. Μετά την απόρριψη και αυτής, κρατήθηκε πάλι για δύο μήνες. Παρόλο που το εφετείο διέταξε την προσωρινή του απόλυση, κρατήθηκε μέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου 2010. Παραπονείται, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάστηκε σε βάρος του το άρθρο 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σύντομης δικαστικής έρευνας της νομιμότητας της κράτησής του), καθώς και ότι η απέλασή του στην Ελλάδα θα τον υπέβαλε σε κίνδυνο απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εκτιμά ότι ο προσφεύγων δεν έτυχε μιας σύντομης δικαστικής προστασίας επί της νομιμότητας της κράτησής του και απόλυσής του, αν η κράτησή του κρινόταν παράνομη. Ως προς την άλλη αιτίαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ότι, αφού εκκρεμούσε αίτηση παροχής ασύλου από το Βέλγιο, δεν υπήρχε επί του παρόντος κίνδυνος απέλασης του προσφεύγοντος στην Ελλάδα. Δέχεται λοιπόν την προσφυγή κατά ένα μέρος και υποχρεώνει το Βέλγιο να πληρώσει στον προσφεύγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ποσό 3.000 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα.

Εριδα μεταξύ ενορίας ελληνοκαθολικών και ορθοδόξων στη Ρουμανία (μη εκτέλεση δικαστικής απόφασης)
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 19.11.13, Bogdan Boda, Greek-Catholic Ρarish κατά Ρουμανίας)

Στη Ρουμανία μέχρι το 1948 υπήρχαν δύο αναγνωρισμένες θρησκευτικές ομάδες στην πόλη Bogdan Boda, η ελληνοκαθολική και η ορθόδοξη, που η καθεμία είχε τη δική της εκκλησία. Το 1948 με διάταγμα καταργήθηκε η ελληνοκαθολική και τα μέλη της υποχρεώθηκαν να προσχωρήσουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία μεταβιβάστηκε με άλλο διάταγμα και η περιουσία της. Με την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος τον Δεκέμβριο του 1989, οι ανωτέρω ρυθμίσεις καταργήθηκαν, ορίστηκε δε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιουσίας που είχε μεταβιβαστεί θα αποφασιζόταν από μεικτή επιτροπή των δύο Εκκλησιών. Η εν λόγω όμως επιτροπή δεν κατόρθωσε να λάβει αποφάσεις σχετικά με την επιστροφή των εκκλησιών στους Ελληνοκαθολικούς. Οι τελευταίοι προσέφυγαν στα εθνικά δικαστήρια, όπου το 1998 δικαιώθηκαν και πέτυχαν την έκδοση απόφασης που υποχρεώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία του χωριού να επιτρέπει στους Ελληνοκαθολικούς να τελούν θρησκευτικές λειτουργίες σε μία από τις τοπικές εκκλησίες, η οποία παλιά, πριν δηλαδή από το 1948, τους ανήκε. Παρόλο δε που η απόφαση τελεσιδίκησε και το 2001 δόθηκε εντολή εκτέλεσης, οι δικαστικοί επιμελητές εμποδίστηκαν, κατ’ επανάληψη, να εκτελέσουν την απόφαση από περίπου 300 βίαιους ορθόδοξους διαδηλωτές. Η εκτέλεση δεν έγινε εφικτή, ούτε με προσφυγή στον εισαγγελέα και το 2009, νέα απόπειρα εκτέλεσης εμποδίστηκε από το ορθόδοξο ιερέα, ο οποίος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση. Η προσφεύγουσα Ελληνοκαθολική Ενορία παραπονείται για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη με τη μορφή της πρόσβασης στο δικαστήριο), λόγω του ότι η απόφαση παραμένει ακόμη ανεκτέλεστη.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η εκτέλεση μιας τελειωτικής απόφασης που εκδόθηκε από δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί αναπόσπαστο μέρος της «δίκης», για τους σκοπούς του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Παρ’ όλα αυτά, μια καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να δικαιολογηθεί από τις ιδιαίτερες περιστάσεις και το «δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια» δεν ιδρύει υποχρέωση στο κράτος να εκτελεί κάθε απόφαση πολιτικής δίκης, χωρίς αναφορά στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η υποχρέωση του κράτους για την εκτέλεση εναντίον ιδιώτη διαδίκου δεν εκτείνεται πέραν της ανάμειξης των κρατικών οργάνων στη διαδικασία της εκτέλεσης.

Υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις κρίθηκε ότι η Ρουμανία παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και την υποχρέωσε α) να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να βοηθήσει την προσφεύγουσα να εκτελέσει το συντομότερο την απόφαση και β) να πληρώσει στην προσφεύγουσα ενορία το ποσό των 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση και των 300 ευρώ για τα δικαστικά της έξοδα.