ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Επιχείρηση εντοπισμού των RPG των τρομοκρατών

epicheirisi-entopismoy-ton-rpg-ton-tromokraton-2001838

Προσπάθειες αγοραπωλησιών όπλων, ανάμεσα στα οποία και ρουκετοβόλα τύπου RPG με τελικούς παραλήπτες άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου, αποκάλυψε μυστική επιχείρηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών που οργανώθηκε πριν από μερικούς μήνες στα πρότυπα της επιχείρησης «Δύτης» την περίοδο των ερευνών για την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη».

Σε αυτήν συμμετείχε περιορισμένος αριθμός υπαλλήλων της υπηρεσίας, ενώ για την υπόθεση είχε ενημερωθεί κλιμάκιο ξένης μυστικής υπηρεσίας που σταθμεύει μόνιμα στη χώρα. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες της «Κ», τα μέλη του εν λόγω κλιμακίου είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν ενεργά την ΕΥΠ προχωρώντας στη μίσθωση ακινήτου σε έναν από τους πλέον κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας,

Ατομο ενώ για τις ανάγκες του άκρως απορρήτου σχεδίου τα στελέχη της υπηρεσίας είχαν προθυμοποιηθεί να διαθέσουν τεχνολογικό εξοπλισμό και ειδικά εκπαιδευμένους πυροτεχνουργούς. Η επιχείρηση προέβλεπε ότι η υπηρεσία θα «παρεμβαλλόταν» υπό άκρα μυστικότητα και με τη συνδρομή πληροφοριοδότη της στην αγορά όπλων από αλλοδαπούς διακινητές για λογαριασμό μελών ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης. Με βάση τον σχεδιασμό της ΕΥΠ, τα όπλα, ανάμεσα στα οποία και ρουκετοβόλα τύπου RPG, πριν καταλήξουν στα χέρια τρομοκρατών «θα περνούσαν από ειδική επεξεργασία» – μετασκευή εντός του μισθωμένου από την ξένη μυστική υπηρεσία ακινήτου στο κέντρο της Αθήνας. Συγκεκριμένα, ειδικά εκπαιδευμένοι πυροτεχνουργοί επρόκειτο να αφαιρέσουν τη γόμωση από τα πυρομαχικά και να εγκαταστήσουν σε αυτά ειδικά συστήματα εντοπισμού. Με τον τρόπο αυτό, τα στελέχη της υπηρεσίας θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν σε πραγματικό χρόνο τη διαδρομή των όπλων και να εντοπίσουν τους τελικούς παραλήπτες.

Οπως αποκαλύπτουν στην «Κ» αξιωματούχοι του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, η αγορά των όπλων από τους αλλοδαπούς διακινητές και η παράδοσή τους στα μέλη ομάδων του λεγόμενου «αντάρτικου πόλης» γινόταν κατ’ εντολήν ατόμων με ισχυρές διασυνδέσεις στον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος και ταυτόχρονα τακτικές επαφές με έγκλειστα μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων. Στελέχη της ΕΥΠ φέρονται, μάλιστα, να διαθέτουν ισχυρές ενδείξεις ότι μέλη ένοπλων οργανώσεων έχουν και στο παρελθόν προχωρήσει σε αγορά οπλισμού μέσω του συγκεκριμένου διαύλου επικοινωνίας με το οργανωμένο έγκλημα. Αξιωματούχος των υπηρεσιών Ασφαλείας αποκάλυψε στην «Κ» ότι «τουλάχιστον τρεις φορές το τελευταίο διάστημα το ίδιο δίκτυο έχει προμηθεύσει αντιεξουσιαστές με βαρύ οπλισμό, όπως σωλήνες εκτόξευσης ρουκετών». Η παράδοση των όπλων φέρεται να έχει γίνει σε κενά διαμερίσματα (έχουν μισθωθεί για τις ανάγκες της μεταφοράς του οπλισμού) στο κέντρο και στα περίχωρα της Αθήνας.

Επιθέσεις

Υπενθυμίζεται ότι στην επίθεση στα γραφεία της Ν.Δ. στη λεωφόρο Συγγρού τον Ιανουάριο του 2013 οι τρομοκράτες είχαν αποπειραθεί να πλήξουν το κτίριο με ρουκετοβόλο. Την ευθύνη για τη συγκεκριμένη επίθεση είχε αναλάβει η πρωτοεμφανιζόμενη οργάνωση «Ομάδα Λαϊκών Αγωνιστών». Και στη δολοφονική επίθεση στα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Νέο Ηράκλειο, Αντιτρομοκρατική και Ασφάλεια είχαν συγκεντρώσει μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες απέναντι από τα γραφεία του κόμματος υπήρχε άτομο που κρατούσε βαρύ όπλο που παρέπεμπε σε ρουκετοβόλο. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», το άκρως απόρρητο σχέδιο της ΕΥΠ προέβλεπε ότι η υπηρεσία θα «παρεμβαλλόταν» σε αγοραπωλησία ρουκετοβόλων, η οποία επρόκειτο να γίνει κατ’ εντολήν «στελέχους» του οργανωμένου εγκλήματος. Τα όπλα θα αγοράζονταν από δίκτυο λαθρεμπόρων βαλκανικής χώρας και θα κατέληγαν σε μέλη ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης, με τη μεσολάβηση Ελλήνων ιδιωτών. Η «Κ» είναι σε θέση να γνωρίζει ότι τα ρουκετοβόλα πράγματι εστάλησαν στην Ελλάδα και παρελήφθησαν από Ελληνες συνδέσμους του κυκλώματος λαθρεμπόρων. Αυτό φέρεται να προέκυψε μεταξύ άλλων από το περιεχόμενο τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ μελών του κυκλώματος διακινητών που κατέγραφε η ΕΥΠ. Η επιχείρηση, ωστόσο, διεκόπη την τελευταία στιγμή. Αιτία γι’ αυτό φέρεται να υπήρξε παράλληλη αντιτρομοκρατική επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ., που έκανε τους παραλήπτες των όπλων να υπαναχωρήσουν, φοβούμενοι τον εντοπισμό τους.