ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εχέγγυα ποιότητας

Είναι πολύ σημαντικό και χρήσιμο να παρακολουθούμε την πορεία των φοιτητών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και κυρίως τον ρυθμό αποφοίτησής τους. Οι εισαγωγικές είναι ένα μόνο στιγμιότυπο σε αυτή την πορεία. (Φωτ. INTIME NEWS)

Τα σωστά συμπεράσματα για την πορεία της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας δεν βγαίνουν από τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, ιδιαίτερα σε μια χρονιά που άλλαξε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας και, φυσικά, συμπαρέσυρε και τη λειτουργία των σχολείων. Ούτε φυσικά οι αποφάσεις για τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας πρέπει να λαμβάνονται εν θερμώ και υπό την επήρεια κραυγών για κλείσιμο σχολών.
 
Φέτος, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, εισάγεται στα πανεπιστήμια περίπου το 80% των αποφοίτων του λυκείου. Είναι εύλογο ένα τόσο μεγάλο τμήμα του μαθητικού πληθυσμού να διαφοροποιείται ως προς τις μαθησιακές ικανότητες, την έφεση για γνώση και τη στοχοθεσία. Είναι εύλογο, εντέλει, να υπάρχουν και αδύναμοι εισακτέοι.
 
Η Ελλάδα έχει κάνει προ πολλού την επιλογή για μαζική τριτοβάθμια εκπαίδευση και συντηρεί, με τις ευλογίες των τοπικών αρχόντων, ένα ευρύτατο δίκτυο, πανεπιστημιακών πλέον, τμημάτων σε όλη την επικράτεια. Είναι πολύ πιο σημαντικό και χρήσιμο να παρακολουθούμε την πορεία των φοιτητών κατά τη διάρκεια των σπουδών τους σε αυτά τα τμήματα και κυρίως τον ρυθμό αποφοίτησής τους. Οι εισαγωγικές είναι ένα μόνο στιγμιότυπο σε αυτή την πορεία. Η ποιότητα των προγραμμάτων σπουδών, του διδακτικού προσωπικού, των δομών και των υποδομών και σε μεγάλο βαθμό οι επαγγελματικές προοπτικές θα εμπνεύσουν ή θα αποθαρρύνουν, θα εξοπλίσουν ή θα παροπλίσουν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες και θα καθορίσουν το αν, πότε και με τι εφόδια θα αποφοιτήσουν.
 
Τα πανεπιστημιακά τμήματα δεν είναι σαν τα υποκαταστήματα τραπεζών που ανοίγουν και κλείνουν ανάλογα με τη ζήτηση. Ενα προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών αφορά εκατοντάδες ή χιλιάδες νέους που φοιτούν ή αποφοίτησαν από αυτό και οποιαδήποτε αλλαγή, πολλώ δε μάλλον το κλείσιμο, απαιτεί σοβαρή μελέτη και προετοιμασία. Δυστυχώς, δεν έχουμε επιδείξει την πρέπουσα σοβαρότητα στη δημιουργία ή στην «αναβάθμιση» νέων τμημάτων, αποδεχόμενοι την ίδρυση ορισμένων με απλές μεταμεσονύκτιες βουλευτικές τροπολογίες.

Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) καταγράφει συστηματικά τη διαδρομή των πανεπιστημιακών τμημάτων της χώρας συλλέγοντας πλειάδα δεδομένων. Μέρος αυτών αναφέρεται στην ετήσια έκθεση για την ανώτατη εκπαίδευση που κατατίθεται εντός των ημερών στη Βουλή και δημοσιοποιείται στην ιστοσελίδα της Αρχής.

Το Ανώτατο Συμβούλιο της ΕΘΑΑΕ, που συγκροτήθηκε τον περασμένο Απρίλιο, επεξεργάζεται ήδη στοιχεία για την κατάσταση και τις προοπτικές των ελληνικών ΑΕΙ, βάσει των οποίων θα εισηγηθεί την εθνική στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Προγραμματίζει επίσης, σε συνεργασία με τα υπουργεία Παιδείας και Εργασίας, τη συστηματική παρακολούθηση της ένταξης των αποφοίτων κάθε τμήματος στην αγορά εργασίας. Βασιζόμαστε σε δεδομένα για να χαράξουμε τα επόμενα βήματα. Αν τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι κάποια τμήματα δεν εκπληρώνουν την αποστολή τους, θα μετεξελιχθούν ή θα κλείσουν.
 
Πρωτίστως, όμως, η ΕΘΑΑΕ αξιολογεί και πιστοποιεί τα πανεπιστήμια και τα προγράμματα σπουδών. Πρόκειται για μια διαδικασία αποδεκτή, και πλέον επιθυμητή, από την πανεπιστημιακή κοινότητα, που στόχο έχει να ενισχύσει την ποιότητα του παρεχόμενου έργου από τα ΑΕΙ αλλά και να αναδείξει τυχόν προβλήματα στη λειτουργία τους. Η επίλυση αυτών των προβλημάτων και η συνεχής βελτίωση της ποιότητας είναι σύνθετοι στόχοι, που απαιτούν τη σύμπραξη της πολιτείας και των ιδρυμάτων, αλλά κυρίως απαιτούν μια στοιχειώδη εθνική συνεννόηση για την Παιδεία. Ενα εθνικό σχέδιο που θα τύχει ευρείας αποδοχής και θα εφαρμοστεί με διάρκεια στον χρόνο.
 
* Ο κ. Περικλής Α. Μήτκας είναι καθηγητής, πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκαπίδευσης (ΕΘΑΑΕ).