ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι διατροφικές διαταραχές κέρδισαν έδαφος λόγω πανδημίας

Κατά τη διάρκεια της καραντίνας πολλοί βρήκαν «καταφύγιο» στην κουζίνα, ωστόσο στη συνέχεια φοβήθηκαν και άρχισαν να περιορίζουν δραματικά την πρόσληψη τροφής, ενώ ξεκίνησαν την έντονη άσκηση (φωτ. SHUTTERSTOCK).

Στην καραντίνα, πολλοί ξαναμπήκαμε στην κουζίνα, ξεσκονίσαμε ξεχασμένες συσκευές, αφεθήκαμε στην «ψυχοθεραπεία» του ζυμαριού. Για μερίδα του πληθυσμού, ωστόσο, η παραπάνω πρακτική υπήρξε καταστροφική. Ερευνες δείχνουν ότι η πανδημία COVID-19 και τα μέτρα κοινωνικής απομόνωσης αύξησαν σημαντικά τον κίνδυνο να νοσήσει κάποιος από διατροφική διαταραχή ή και να επιδεινωθούν τα συμπτώματα σε ασθενείς που είναι σε ανάρρωση.

Πρόκειται για μια από τις λιγότερο προβεβλημένες συνέπειες της πανδημίας, που δεν αφορά μόνο όσους ήδη νοσούν από διατροφική διαταραχή, αλλά και τον γενικό πληθυσμό, λέει στην «Κ» η πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια και υποψήφια διδάκτωρ στο τμήμα Ψυχολογικής Ιατρικής και Ψυχιατρικής του Institute of Psychiatry, στο King’s College του Λονδίνου, Μαρία Τσιάκα. «Οι άνθρωποι που είχαν διαταραγμένη σχέση με την τροφή, στη διάρκεια της πανδημίας μπήκαν σε survival mode από το στρες. “Ακούμπησαν” στην τροφή σαν μηχανισμό, με αποτέλεσμα να νοσήσουν. Μετά το lockdown είδαμε εφήβους που φλέρταραν με τις διατροφικές διαταραχές (Δ.Δ.) να έχουν νοσήσει». Ειδικά στους εφήβους, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ρόλο έπαιξε και η αύξηση της έκθεσής τους σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, καθώς ο συνεχής έλεγχος του προσώπου και του σώματος εντατικοποιήθηκε.

«Το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να περιορίζουν την τροφή, το οποίο αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη διατροφικών διαταραχών». (Από Δ.Δ. νοσεί το 36% των κοριτσιών από 14 έως 16 ετών, σύμφωνα με διεθνή στοιχεία). Οπως λέει η κ. Τσιάκα, στην καραντίνα ναι μεν πολλοί μπήκαν στην κουζίνα, αλλά στη συνέχεια φοβήθηκαν και άρχισαν να περιορίζουν δραματικά την πρόσληψη τροφής, ενώ ξεκίνησαν την έντονη άσκηση. «Πολλοί πίστεψαν επίσης ότι αν διαχειριστούν το θέμα “τροφή” δεν θα μολυνθούν από τον κορωνοϊό. Γι’ αυτό και βλέπουμε μεγάλη αύξηση στην τάση του healthy food. Αυξήθηκε η τάση της ορθορεξίας (σ.σ.: η εμμονική προσκόλληση στην υγιεινή διατροφή)». 

Η ίδια παραπέμπει στα ευρήματα πρόσφατης έρευνας που διεξήχθη στην Ελλάδα, η οποία διερεύνησε τη διατροφική συμπεριφορά του γενικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας (Papandreou, Arija, Aretouli, Tsilidis & Bullo, 2020), σύμφωνα με τα οποία η ανατροπή της καθημερινότητας και της ελευθερίας κινήσεων επιδείνωσαν τον ανθρώπινο βιορυθμό, πρωτίστως σε ό,τι σχετίζεται με τα γεύματα και τις διατροφικές επιλογές. «Η έλλειψη διαχωρισμού ανάμεσα σε μέρα – νύχτα, δουλειά – σχολείο – σπίτι προκάλεσε μια δομική ανατροπή, η οποία οδήγησε σε αύξηση του περιορισμού της τροφής, αλλά ταυτόχρονα και αύξηση των υπερφαγικών επεισοδίων». Ανάλογα αποτελέσματα έδειξε και μια επιδημιολογική μελέτη στην Αυστραλία, όπου το 28% του δείγματος κατέγραψε αυξημένα ποσοστά περιορισμού τροφής, ενώ το 35% δήλωσε αυξημένα ποσοστά υπερφαγικών επεισοδίων. 

«Χάθηκε η ρουτίνα»

Φυσικά, δραματικές ήταν οι επιπτώσεις του lockdown και εν γένει της πανδημίας στους ήδη πάσχοντες. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό υπήρξε αύξηση των συμπτωμάτων, ενώ ακόμα και άνθρωποι σε θεραπεία μπήκαν σε υποτροπή. «Χάθηκε η ρουτίνα, ο έλεγχος, η σύνδεση. Η νόσος τους ήδη δημιουργεί απομόνωση, η οποία έγινε ακόμα πιο έντονη τώρα», λέει η κ. Τσιάκα. Το χειρότερο; Οταν υποτροπίασαν, δεν είχαν πρόσβαση στις δομές υγείας. «Λόγω των μέτρων, τα νοσοκομεία δέχονταν λίγα περιστατικά. Ομως, σήμερα οι άνθρωποι αυτοί απειλούνται. Μην ξεχνάμε ότι οι διατροφικές διαταραχές έχουν υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από όλες τις ψυχιατρικές νόσους. Το 20% των ασθενών πεθαίνει. Ξεπερνάει τη θνησιμότητα και του COVID».