ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Άποψη: Μια διαφορετική αναβάθμιση της «Επιτροπής των ειδικών»

apopsi-mia-diaforetiki-anavathmisi-tis-epitropis-ton-eidikon0

Πριν από λίγες μέρες δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η αναβάθμιση της Επιτροπής Αντιμετώπισης Εκτακτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες με τη συμμετοχή δύο ακόμα εξαιρετικών γιατρών. Η επιτροπή αυτή, την οποία εδώ και επτά μήνες τη γνωρίζουμε σαν «Επιτροπή των ειδικών» για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, αριθμεί πλέον 31 μέλη, ενώ συντονιστής αναλαμβάνει ο ίδιος ο υπουργός Υγείας ή σε απουσία του ο γενικός γραμματέας Δημόσιας Υγείας του ίδιου υπουργείου.
 
Ολοι γνωρίζουμε το επιτυχημένο έργο της επιτροπής στην πρώτη φάση της πανδημίας, αλλά και όλοι ανησυχούμε πλέον για τη δεύτερη φάση που ήδη βιώνουμε. Ανησυχούμε διότι αυξάνονται τα κρούσματα όχι μόνο στην «κοινότητα», αλλά και σε μονάδες με μεγαλύτερη επικινδυνότητα επιπολασμού της νόσου, όπως τα γηροκομεία, οι καταυλισμοί των Ρομά, οι μονάδες κράτησης των προσφύγων και αιτούντων άσυλο στα νησιά και στην ενδοχώρα.
Η «Επιτροπή των ειδικών» αποτελείται κυρίως από κλινικούς γιατρούς (λοιμωξιολόγοι, παθολόγοι, παιδίατροι, εντατικολόγοι, πνευμονολόγοι, γενικοί γιατροί). Οι κλινικοί γιατροί γνωρίζουμε καλά να θεραπεύουμε τα αποτελέσματα της πανδημίας, τη λοίμωξη από τον κορωνοϊό και τις ελαφρές ή σοβαρές επιπλοκές του. Αυτό που δεν γνωρίζουμε καλά είναι πώς αντιμετωπίζεται μια πανδημία πριν εμφανιστεί το κρούσμα. Απόδειξη ότι τους πρώτους μήνες, που είχαμε λίγα κρούσματα στη χώρα μας, δεν καταλαβαίναμε γιατί πρέπει να φοράμε μάσκες σε κλειστούς χώρους. Ακόμα και τώρα, που έχουμε την αύξηση των κρουσμάτων σε όλη τη χώρα, δεν καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να φοράμε μάσκες και στους εξωτερικούς δημόσιους χώρους.
 
Η έλλειψη γιατρών που να είναι ειδικευμένοι στην επιδημιολογία δεν είναι μόνο φαινόμενο στη χώρα μας, αλλά διεθνώς. Ο λόγος είναι ότι οι πανδημίες, και μάλιστα από λοιμώξεις, ήταν σχεδόν άγνωστες τις τελευταίες δεκαετίες, για αυτό και οι λίγοι επιδημιολόγοι ασχολούντο κυρίως με τον καρκίνο και την πρόληψή του. Οι αμοιβές του κλινικού γιατρού, τόσο οι ψυχολογικές όσο και οι υλικές, πάντοτε ήταν μεγαλύτερες από τον επιδημιολόγο γιατρό, που δεν γευόταν ποτέ το «ευχαριστώ» του αρρώστου του. Μπορεί με την έρευνα και την επιστημονική δραστηριότητα να έσωζε χιλιάδες ζωές στη χώρα του και σε όλο τον κόσμο, αλλά κανείς δεν του το αναγνώριζε. Σήμερα, σιγά σιγά και λόγω της πανδημίας COVID-19 ελπίζουμε οι φοιτητές της Ιατρικής να ενδιαφερθούν για την ειδικότητα της Επιδημιολογίας, που είναι συναρπαστική τόσο σε περιόδους κρίσεως όπως η σημερινή όσο και σε «κανονικές» εποχές με την αντιμετώπιση περιβαλλοντικών, εργασιακών και πολλών άλλων κινδύνων στην υγεία μας.
Ετσι, ενώ η συζήτηση για τα φάρμακα, τα παλαιά και τα νέα εμβόλια, τους αναπνευστήρες είναι ένα ενδιαφέρον θέμα τόσο για τους γιατρούς όσο και για τους πολίτες, η συζήτηση και η πρόληψη της εμφανίσεως του κορωνοϊού σε κλειστές δομές που οι επιδημιολόγοι «κρούουν συνεχώς τον κώδωνα» από την έναρξη της πανδημίας είναι ουσιαστικά αδιάφορη. Οχι μόνο αδιάφορη, αλλά λαθεμένη, όπως αναφέρουν οι λίγοι αλλά έμπειροι επιδημιολόγοι 
σε όλο τον κόσμο.
 
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Μόρια, όπου συνεχώς πιστοποιούνται καινούργια «κρούσματα». Εκεί ο εγκλεισμός, η αυστηρή αστυνόμευση έχουν επιλέγει σαν τρόπος περιορισμού της εξάπλωσης του ιού. Οι έμπειροι επιδημιολόγοι, όμως, πιστεύουν ότι η εξασφάλιση συνθηκών βασικής υγιεινής με καθαρό νερό, η γραπτή και προφορική επικοινωνία στη γλώσσα τους, η ψυχολογική στήριξή τους είναι πιο ουσιαστικές προϋποθέσεις για την πρόληψη της εμφάνισης κρουσμάτων. Η αστυνόμευση, η προσβλητική και απειλητική συμπεριφορά δεν βοηθάει ούτε την αυτόβουλη παρουσία τους στις Αρχές για έλεγχο πιθανής λοίμωξης σε περίπτωση ύποπτων συμπτωμάτων του κορωνοϊού ούτε φυσικά την «ιχνηλάτηση» των επαφών τους σε περίπτωση που αποδειχθούν θετικοί στην COVID-19. Αντί για την αστυνομία, ειδικά εκπαιδευμένοι ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί θα είχαν καλύτερα αποτελέσματα στην πρόληψη αλλά και στην αντιμετώπιση των κρουσμά-
των κορωνοϊού.
 
Υπάρχουν μάλιστα και κορυφαίοι επιδημιολόγοι που έχουν ειδικά ασχοληθεί με την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας των προσφύγων στα ελληνικά νησιά. Παράδειγμα, η καθηγήτρια της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Harvard, Jacqueline Bhabha, που μαζί με την Ελληνίδα συνεργάτιδά της που κατάγεται από τη Λέσβο, Βασιλεία Διγαδίκη, έχουν επισκεφθεί πολλές φορές τη Μόρια και θα μπορούσαν να ήταν χρήσιμες στην πιο σωστή και αποτελεσματική αντιμετώπιση της επιδημίας στο νησί.
 
Η πρότασή μου για μια διαφορετική αναβάθμιση της σημερινής πολυμελούς «Επιτροπής των ειδικών» περιλαμβάνει κατ’ αρχήν τη μείωση του αριθμού των μελών, ώστε η επιτροπή να είναι λειτουργική και ουσιαστική. Στην αναβαθμισμένη αυτή ολιγομελή επιτροπή να συμμετέχουν λίγοι κλινικοί γιατροί και περισσότεροι επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό με εξειδίκευση στην επικοινωνία, στην αντιμετώπιση κρίσεων, στην κοινωνική Επιδημιολογία. Συντονιστής αυτής της επιτροπής να είναι όχι ο υπουργός ή ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Υγείας, αλλά ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας. Ο κ. Τσιόδρας, εκτός από το ακαδημαϊκό του επίπεδο, έχει αποδείξει το ήθος, την ενσυναίσθηση, την ικανότητα να συνεργάζεται με Ελληνες και ξένους ειδικούς, να εμπνέει και να μιλάει στην καρδιά όλων των Ελλήνων. Ο κ. Τσιόδρας δεν θα πρέπει να εκπροσωπεί το υπουργείο, αλλά να δίνει τις ανεξάρτητες συμβουλές του έπειτα από συνεργασία με τα μέλη της αναβαθμισμένης επιτροπής που ο ίδιος θα επιλέξει. Μια τέτοια επιστημονική ομάδα θα είναι πιο χρήσιμη και στην κυβέρνηση και κυρίως σε εμάς τους πολίτες.
 
* Ο κ. Δημήτρης Λινός είναι ομότιμος καθηγητής Χειρουργικής του ΕΚΠΑ, lecturer στο Harvard Medical School.