ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Χαμηλά τα επίπεδα ανοσίας

Η μελέτη του ΕΚΠΑ ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου έχοντας στόχο να ελέγξει 5.000 μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας σε βάθος χρόνου πέντε συνεχόμενων μηνών (φωτ. SHUTTERSTOCK).

Με πολύ χαμηλά επίπεδα ανοσίας του πληθυσμού έναντι της COVID-19 «βρήκε» τη χώρα μας το δεύτερο κύμα της πανδημίας. Αποτελέσματα μελέτης του ΕΚΠΑ, σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας κατέδειξαν ότι αντισώματα έναντι του κορωνοϊού τον περασμένο Ιούλιο είχε μόλις το 1% των συμμετεχόντων. Μόλις το 24% όσων είχαν αντισώματα γνώριζε ότι είχε μολυνθεί κάποια στιγμή από τον SARS-CoV-2.

Τα πρώτα αποτελέσματα της οροεπιδημιολογικής μελέτης του ΕΚΠΑ για τον κορωνοϊό SARS-CoV-2 δημοσιεύθηκαν πριν από λίγες ημέρες στο διεθνές περιοδικό Life, και αφορούν τον έλεγχο για την παρουσία αντισωμάτων έναντι του ιού 2.500 δειγμάτων πλάσματος εθελοντών-δοτών που συλλέχθηκαν τον Ιούνιο – Ιούλιο 2020. Μόνο 25 δείγματα βρέθηκαν θετικά. Σύμφωνα με τους καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Ουρανία Τσιτσιλώνη, Δημήτρη Παρασκευή και Θάνο Δημόπουλο, οι οποίοι παρουσιάζουν τα κυριότερα αποτελέσματα, η μελέτη ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου έχοντας στόχο να ελέγξει 5.000 μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας σε βάθος χρόνου πέντε συνεχόμενων μηνών (Ιούνιος – Οκτώβριος 2020).

Στο σύνολο των πρώτων 2.500 δειγμάτων που έχουν αναλυθεί μέχρι τώρα, 35% των εθελοντών ήταν άνδρες και 65% γυναίκες. Οι μισοί εθελοντές (51%) ήταν ηλικίας 18 έως 34 ετών, 37% ανήκαν στην ηλικιακή ομάδα των 35 έως 54 ετών και 12% ήταν 55 έως 74 ετών. Ενας στους πέντε εθελοντές (20%) δήλωσε ότι εργάζεται στη Σχολή Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου, που σημαίνει ότι έχει σχετικά αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στον κορωνοϊό. 

Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία, ο συνολικός επιπολασμός το διάστημα Ιουνίου – Ιουλίου 2020 ήταν 1,0% και ο σταθμισμένος επιπολασμός ήταν 0,93% (με βάση την ηλικιακή κατανομή της απογραφής του πληθυσμού της Αττικής 2011). Οι άνδρες είχαν υψηλότερο επιπολασμό (1,05%) σε σχέση με τις γυναίκες (0,84%), όπως επίσης υψηλότερος επιπολασμός παρατηρήθηκε στην ηλικιακή ομάδα 55-74 ετών (1,42%) σε σύγκριση με τις νεαρότερες ηλικίες (0,67% στους εθελοντές 18-34 ετών και 0,78% στους 35-54 ετών). Μέλη του ΕΚΠΑ που ανήκουν σε τμήματα Ιατρικής, Οδοντιατρικής, Νοσηλευτικής και Φαρμακευτικής, εμφάνισαν διπλάσιο επιπολασμό (1,43%), σε σχέση με όσους δραστηριοποιούνται σε άλλες σχολές και τμήματα (0,65%). 

Δεκατέσσερα από τα 25 θετικά δείγματα (56%) ανήκαν σε μέλη του ΕΚΠΑ που ταξίδεψαν πρόσφατα στο εξωτερικό, κυρίως σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ποσοστό περίπου 50% ανέφεραν επαφή με θετικό ή ύποπτο κρούσμα για COVID-19 και μόνο 6 στα 25 θετικά δείγματα (24%) γνώριζαν ότι μολύνθηκαν και είχαν επιβεβαιώσει την παρουσία λοίμωξης  με μοριακό τεστ για τον νέο κορωνοϊό. Ως προς τα συμπτώματα που ανέφεραν ότι παρουσίασαν οι θετικοί για αντισώματα έναντι του SARS-CoV-2 εθελοντές-δότες, οι περισσότεροι είπαν πυρετό και πονοκέφαλο και σχεδόν οι μισοί (48%) απώλεια γεύσης ή/και όσφρησης. Ενας στους 3 θετικούς για αντισώματα εθελοντές-δότες (36%) ήταν πλήρως ασυμπτωματικός, δηλαδή παρόλο που ήρθε σε επαφή με τον SARS-CoV-2 και ανέπτυξε αντισώματα, δεν εμφάνισε κανένα σύμπτωμα της νόσου. 

Οπως αναφέρουν οι καθηγητές, «ο οροεπιπολασμός που υπολογίστηκε στη μελέτη μας είναι κατά πολύ χαμηλότερος από το ποσοστό του 60% που απαιτείται για να επιτύχουμε προστατευτική ανοσία στον πληθυσμό. Επομένως, η τήρηση των προληπτικών μέτρων προστασίας καθώς και αποτελεσματικό και ασφαλές εμβόλιο έναντι του SARS-CoV-2 είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας».