ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Γιατί δείχνουν αντιφατικά αποτελέσματα τα τεστ

Φωτ. REUTERS

Οι διαφορετικές μέθοδοι ελέγχου, η ευαισθησία των τεστ, η χρονική στιγμή αλλά και ο τρόπος δειγματοληψίας, καθώς και η εμπειρία των ατόμων που θα εκτελέσουν αλλά και θα αξιολογήσουν τα αποτελέσματα των τεστ, είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εργαστηριακή ανίχνευση του κορωνοϊού. Η περίπτωση των δώδεκα μελών πληρώματος του κρουαζιερόπλοιου «Mein Schiff» που βρέθηκαν αρχικά θετικά στον κορωνοϊό –οριακά θετικοί και με αμφίβολης αξιοπιστίας τεστ, όπως ανέφεραν στελέχη του ΕΟΔΥ– και εν συνεχεία τα τεστ αρνητικά, έπειτα από τρία επαναληπτικά, καταδεικνύει την ιδιαιτερότητα του εργαστηριακού ελέγχου για τον οποίο δεν ισχύει το «άσπρο-μαύρο». Και αναδεικνύει την ανάγκη για ποιοτικό έλεγχο στα εργαστήρια μικροβιολογίας της χώρας που πραγματοποιούν μοριακούς ελέγχους.

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο καθηγητής Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Αθανάσιος Τσακρής, «υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα αρχικά θετικό τεστ μπορεί να μην επιβεβαιωθεί σε επαναληπτικό έλεγχο κι αυτό σημαίνει ότι για τη σωστή παρακολούθηση της πανδημίας είναι αναγκαία η εφαρμογή αξιόπιστων και ευαίσθητων εργαστηριακών μεθόδων, η τεχνογνωσία κάθε εργαστηρίου στη διερεύνηση ιογενών λοιμώξεων αλλά και η σωστή ερμηνεία των αποτελεσμάτων από έμπειρο επιστημονικό προσωπικό».

Ενας από τους λόγους που συχνά οδηγούν σε απόκλιση των αποτελεσμάτων είναι καθαρά τεχνικός: έχει να κάνει με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται και την αναλυτική ευαισθησία της επιλεγόμενης μεθόδου. Τα μοριακά τεστ (RT-PCR) ανιχνεύουν το γενετικό υλικό του ιού και γενικά θεωρούνται τα πλέον αξιόπιστα. Τα rapid test ανίχνευσης αντιγόνου το ιού, τα οποία έχουν ενταχθεί στη φαρέτρα των υγειονομικών αρχών, είναι επίσης αξιόπιστα σε αρκετά μεγάλο βαθμό και βοηθούν ιδιαίτερα στον έλεγχο των συμπτωματικών ασθενών. Ομως θεωρούνται λιγότερο «ευαίσθητα» στο να ανιχνεύουν το πολύ χαμηλό ιικό φορτίο, που συνήθως παρατηρείται σε ασυμπτωματικούς φορείς.

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε επιδημίες από ιούς, όπως είναι οι κορωνοϊοί, υπάρχουν και περιπτώσεις παροδικής ιοφορίας. Δηλαδή μπορεί κάποιος, συνήθως ασυμπτωματικός, να εμφανίσει χαμηλό ιικό φορτίο, το οποίο να εντοπίζεται από τις πιο ευαίσθητες μεθόδους, και σε έναν επαναληπτικό έλεγχο να μην είναι δυνατή η επανανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού. Ο εντοπισμός όμως ακόμα και αυτών των περιπτώσεων είναι απόλυτα αναγκαίος σε μια πανδημία, αφού έχει μεγάλη σημασία να ξέρουμε εάν σε ένα εργασιακό περιβάλλον, ένα νοσοκομείο, μια δομή κ.ο.κ. έχει εισέλθει ο ιός», τονίζει ο κ. Τσακρής.

Επίσης, ένας πολύ σημαντικός παράγοντας αξιοπιστίας του αποτελέσματος των τεστ αφορά την ίδια τη δειγματοληψία. «Μπορεί η λήψη ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος, αν δεν γίνεται με τον ενδεδειγμένο τρόπο, να οδηγήσει σε παραπλανητικό αποτέλεσμα για πολύ χαμηλό –ακόμα και μη ανιχνεύσιμο– ιικό φορτίο», εξηγεί ο καθηγητής Μικροβιολογίας. Σε περιπτώσεις που η λοίμωξη έχει προχωρήσει στο κατώτερο αναπνευστικό, μπορεί το ρινοφαρυγγικό επίχρισμα να μην εντοπίζει τον ιό αλλά να χρειαστεί να γίνει λήψη από τις βρογχικές εκκρίσεις, ακόμα και να παρθεί δείγμα κοπράνων, στα οποία πολλές φορές ανιχνεύεται ο ιός σε όψιμα στάδια της COVID-19.