ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τέρι Χάρις: ένας Σικινιώτης που γεννήθηκε… κατά λάθος στο Λονδίνο

Ο φωτογράφος Τέρι Χάρις στη φθινοπωρινή Σίκινο (φωτ. ΤΕΡΥ ΧΑΡΙΣ).

Οταν φθινοπωριάζει, σκέφτομαι τα μικρά νησιά του Αιγαίου. Οι τουρίστες εξαφανίζονται και οι ντόπιοι μένουν στη μοναξιά τους, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τα γνωστά προβλήματα: θα έρθουν στην ώρα τους οι εκπαιδευτικοί; Θα υπάρχει ικανοποιητική ιατρική κάλυψη και ακτοπλοϊκή συγκοινωνία; Θα έρθει καμιά κακοκαιρία σαν τον «Ιανό» να απειλήσει το έχειν τους; Αυτός είναι και ο λόγος που θαυμάζω ακόμα περισσότερο όσους ξένους αποφασίζουν να παραμένουν στην άγονη γραμμή και τον χειμώνα. Ενας από αυτούς είναι ο Βρετανός φωτογράφος Τέρι Χάρις, εγκατεστημένος επί δεκαετίες στη Σίκινο. Δεν είναι μόνο το συγκινητικό πείσμα του να αποτελεί μέλος μιας μικρής κοινότητας, όσο το γεγονός ότι καταγράφει τις μικρές και μεγάλες στιγμές της με τον φακό του. Κάπως έτσι έχει φτιάξει ένα πολύτιμο αρχείο, ένα είδος οπτικού ημερολογίου εξέλιξης του τόπου. 

Ο Λονδρέζος ερωτεύθηκε την Ελλάδα σε ηλικία μόλις δέκα ετών, όταν ο πατέρας του αγόρασε ένα κομμάτι γης στη Σκιάθο: «Ηταν ένας παράδεισος τότε», λέει νοσταλγικά ενθυμούμενος ότι η βαθύτερη αγάπη του για την ομορφιά της ελληνικής φύσης ήρθε αργότερα, όταν έγινε στενός φίλος με τον μουσικό και ντοκιμαντερίστα (πρωτίστως κάτοχο καϊκιού) Νίκο Καρακώστα, με τον οποίο όργωσαν τα πελάγη. Εν τέλει αποφάσισε να επιλέξει τη Σίκινο, ενώ ταυτόχρονα σπούδαζε φωτογραφία και αναλάμβανε ταξιδιωτικές αποστολές σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο. «Ημουν τρομερά τυχερός που με πλήρωναν για κάτι που αγαπούσα να κάνω», λέει σήμερα.

teri-charis-enas-sikiniotis-poy-gennithike-kata-lathos-sto-londino0
Πρόσφατη αεροφωτογραφία του νησιωτικού οικισμού (ΤΕΡΥ ΧΑΡΙΣ).

«Νομίζω ότι ενστικτωδώς αποφάσισα να μείνω εδώ στο νησί. Αγόρασα ένα μικροσκοπικό σπιτάκι. Τη δεκαετία του ’70 προμήθειες κάναμε από ένα μπακαλικάκι που πουλούσε τα πάντα, από πατάτες μέχρι ουίσκι. Οι μεταφορές γίνονταν με γαϊδουράκια, λιμάνι δεν υπήρχε, επιβάτες και προϊόντα έμπαιναν στις λάντζες. Αυτό που έκανε τη Σίκινο να ξεχωρίζει από τότε ήταν οι άνθρωποί της. Και ο τρόπος που διατηρούν την παράδοση, τα πανηγύρια και τις γιορτές. Θυμάμαι πόσο χαίρονταν όταν τους έκανα πορτρέτα –ειδικά στους ηλικιωμένους– και ύστερα τους τα έδινα εκτυπωμένα. Ηταν ένα άλλο σύμπαν στις Κυκλάδες, που τώρα πια κινδυνεύει να χαθεί εντελώς».

Ο Τέρι εξακολουθεί να αγαπά τη Σίκινο, γιατί ακόμα «βαστάει», όπως λέει. Το νησί δεν έχει αλλοιωθεί από την τουριστική ανάπτυξη και υπάρχει ακόμα κάτι από το παλιό συστατικό της κυκλαδίτικης ψυχής, της ανυπόκριτης φιλοξενίας, της ζεστασιάς. «Αυτό με κρατάει εδώ. Και δεν έχει σημασία αν αγριεύει ο καιρός, γιατί οι κάτοικοι έχουν μάθει να απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου και να αλληλοβοηθιούνται. Η φύση εξακολουθεί να είναι υπέροχη, να είναι άγρια. Είμαστε μονάχοι στη μέση του Αιγαίου, αλλά κι αυτό έχει τη δική του ανόθευτη ομορφιά».
 
[email protected]