ΑΠΟΨΗ

Συνταγματική κατοχύρωση άσκησης του εκλογικού δικαιώματος

syntagmatiki-katochyrosi-askisis-toy-eklogikoy-dikaiomatos

Στη συνταγματική ιστορία της χώρας καταδεικνύονται ειδικές διατάξεις για τη ρύθμιση του δικαιώματος εκλογής στο αξίωμα του μέλους του Βουλευτικού Σώματος. Ηδη στο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 γίνεται λόγος για «πληρεξουσίους εκλεγμένους παραστάτες του Βουλευτικού», για βουλευτές στο Σύνταγμα του Αστρους του 1823 και για αντιπροσώπους στο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το οποίο εισάγει τον όρο «Βουλή». 

Με το Σύνταγμα του 1844 υιοθετείται για πρώτη φορά ρύθμιση στο Σύνταγμα για τα προσόντα ανάδειξης στο βουλευτικό αξίωμα. Με τη συνταγματική κατοχύρωση της κατοχής και άσκησης του εκλογικού δικαιώματος καθώς και των διαδικαστικών αρχών της εκλογικής διαδικασίας, αποκρυσταλλώνεται η σύνθεση του λαού, εν στενή εννοία, δηλαδή του εκλογικού σώματος ως οργάνου του Κράτους, αφετέρου ο τρόπος άσκησης της αρμοδιότητάς του. Στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζεται ότι «όλα τα κρατικά όργανα» και πρωτίστως ο κοινός νομοθέτης «υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων» και προφανώς των πολιτικών δικαιωμάτων. Στο άρθρο 52 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση». 

Ο τρόπος εκλογής τόσο των αντιπροσώπων των πολιτών στο Κοινοβούλιο, στο μέτρο που δεν ρυθμίζεται από το Σύνταγμα, επαφίεται στον κοινό νομοθέτη (άρθρα 51 παρ. 3, 54 παρ. 1 και 102 παρ. 2 του Συντάγματος), ο οποίος όμως δεν μπορεί να θεσπίσει διατάξεις που αναιρούν ή περιορίζουν υπερμέτρως το ανωτέρω δικαίωμα του πολίτη (πρβλ. ΑΕΔ 35/1985, 13/1997). Το άρ. 51 παρ. 3 του Συντάγματος απονέμει πολιτικά δικαιώματα, καθορίζει λειτουργίες και περιβάλλει με θεσμικές εγγυήσεις την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας σε μια αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται μόνον περί μιας απλής διαδικαστικής, αλλά ουσιαστικής προσέγγισης, που εγγράφει τη δημοκρατική διαδικασία στις φιλελεύθερες αρχές του πλουραλισμού και της αμεροληψίας. Σύμφωνα με το άρ. 51 παρ. 3 του Συντάγματος, ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα. Το άρ. 51 παρ. 3 προσδίδει συνταγματική ισχύ στο δικαίωμα της ψήφου, πρόκειται αφενός για δικαίωμα, αφετέρου για δημόσια λειτουργία (ΑΕΔ 12/2005).

Σύμφωνα με το ισχύον εκλογικό δίκαιο (άρ. 4 παρ. 1 π.δ. 26/2012 ΦΕΚ Α’ 57 «Κωδικοποίηση σ’ ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» όπως ισχύει), το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Ελληνες και Ελληνίδες που συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας τους, και είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους των δήμων της εκλογικής περιφέρειας. Η νομολογία του ΕΔΔΑ (ΕΔΔΑ Hirst) εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι στη γενική, αυτόματη και αναιτιολόγητη απαγόρευση του δικαιώματος ψήφου στους κρατουμένους, χωρίς να υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της κύρωσης αυτής και της συμπεριφοράς, καθώς και των συγκεκριμένων συνθηκών που αφορούν τον ενδιαφερόμενο, αναγνωρίζοντας στις εθνικές αρχές το περιθώριο εκτίμησης για εναρμόνιση στις νομοθεσίες τους. Επί παραδείγματι, στις ευρωεκλογές του 2014 (ΚΥΑ 15261/15.4.2014), Ελληνες πολίτες που τελούν σε καθεστώς προσωρινής κράτησης ή εκτίουν στερητικές της ελευθερίας ποινές και δεν τους έχει επιβληθεί αμετάκλητα παρεπόμενη ποινή στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα στο εκλογικό τμήμα του καταστήματος όπου κρατούνται, βάσει ειδικών εκλογικών καταλόγων, στους οποίους εγγράφονται για τον σκοπό αυτό. 

Με τον Ν. 4619/2019 απαλείφθηκε, ορθώς, η παρεπόμενη ποινή αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του καταδικασθέντος και αντ’ αυτής καθιερώνεται νέα παρεπόμενη ποινή η αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων (άρ. 59, 60 Ποινικού Κώδικα). Ειδικότερα, αν ο υπαίτιος καταδικάσθηκε, αμετάκλητα, σε ποινή κάθειρξης, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει αποστέρηση της δημόσιας θέσης ή του δημόσιου ή αυτοδιοικητικού αξιώματος που κατέχει, εφόσον η πράξη του συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του (άρ. 60 Π.Κ.). Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο, λόγω της σοβαρότητας των συνεπειών, μόνον όταν καταδικάζει τον κατηγορούμενο σε ποινή κάθειρξης, να επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης της δημόσιας θέσης, υπό την έννοια ότι ο καταδικασθείς χάνει τα αιρετά δημόσια, περιφερειακά, δημοτικά ή κοινοτικά αξιώματά του, τις δημόσιες ή κοινοτικές θέσεις που κατείχε. 

Επαφίεται πλέον στον εκλογικό νόμο να περιορίσει έτι περαιτέρω το εκλογικό δικαίωμα, λόγω αμετάκλητης καταδίκης για αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα, μπορεί ο εκλογικός νόμος να περιέχει διάταξη, με την οποία να περιλαμβάνεται στους εκλογικούς καταλόγους των δήμων της εκλογικής περιφέρειας, κατάλογος προσώπων που έχει επιβληθεί εις βάρος τους αμετάκλητη καταδίκη για αξιόποινη πράξη ή η αποστέρηση της δημόσιας θέσης βάσει του άρ. 60 Π.Κ. Το έρεισμα για κάθε σχετική επιλογή του νομοθέτη θα πρέπει να είναι η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και η αρχή που καθιερώνεται από το άρ. 29 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Ελληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, των οποίων η οργάνωση και η δράση οφείλουν να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βασική συνταγματική επιταγή για κάθε επιμέρους θεσμοθέτηση προϋποθέσεων άσκησης του εκλογικού δικαιώματος συνιστά η υποχρέωση να εξυπηρετεί ένα πολιτικό κόμμα την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω ρυθμίσεις θα πρέπει να κινούνται εντός του πλαισίου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως ορίζεται στο άρ. 25 του Συντάγματος.
 
* Ο κ. Θεμιστοκλής Ι. Σοφός είναι Δ.Ν. δικηγόρος, αντιπρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.