ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Οι Τζιτζιφιές στον φακό της «Κ»

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k

«Τότε που βρέχαμε τα πόδια μας στη θάλασσα». Ακουσα αυτήν τη φράση πολλές φορές συνομιλώντας με Τζιτζιφιώτες και μη, οι οποίοι θυμούνταν τις βόλτες τους στην περιοχή. Εδώ, στη νότια πλευρά της Καλλιθέας, η πόλη έβγαζε τα παπούτσια της και περπατούσε πάνω στην άμμο. Οι Τζιτζιφιές μέχρι και τη δεκαετία του 1960 ήταν μια γειτονιά παραλιακή. Ενα δημοσίευμα στον «Καλλιθαϊκό Τύπο» του 1934 τις ονομάζει «Κεντρικό Φάληρο».Τώρα δεν προσεγγίζεις εύκολα τη θάλασσα από εδώ, και παραλία δεν θα βρεις πουθενά. Από το ψηλότερο σημείο του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ), από το μπαλκόνι του Φάρου, οι επισκέπτες ατενίζουν τον Σαρωνικό και με το τηλεσκόπιο βλέπουν μέχρι τη Σαλαμίνα. Ο υπαίθριος βίος της ελληνικής ζωής, ακόμη και της αστικής, όπως συνέβαινε κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχει εκλείψει παντού. Ηδη από τη δεκαετία του 1970 ο Φαληρικός Ορμος άρχισε να υποβαθμίζεται και η παραλία μπαζώθηκε.

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k0
Σκεπασμένος στο μεγαλύτερο μέρος του, ο Ιλισός διαθέτει έναν ποδηλατόδρομο στο ύψος της Αγίας Ελεούσας.

Στις Τζιτζιφιές μαζί με την αμμουδιά, τους κήπους και τα παραλιακά κέντρα που κάθε καλοκαίρι τσίκνιζαν τη γειτονιά, χάθηκαν και τα τζίτζιφα. Από τα δέντρα που έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή, δεν έχει μείνει ούτε ένα. «Ξέρετε πώς είναι τα τζίτζιφα;» με ρωτάει ο Παναγιώτης Μακρίδης, γέννημα-θρέμμα της γειτονιάς, από οικογένεια προσφυγική. «Είναι ένας καρπός γλυκός, με κουκούτσι, που μοιάζει με την ελιά, αλλά έχει καφέ χρώμα. Οταν ωριμάζει ξεφλουδίζεται εύκολα. Τα τρώγαμε πολύ όταν ήμασταν παιδιά».Τι άλλο δεν υπάρχει πλέον από όσα βρίσκονται στις αναμνήσεις του; Δεν υπάρχουν οι μουριές στους δρόμους. Η θάλασσα δεν βρέχει τη λεωφόρο Ποσειδώνος, η οποία από τις αρχές του ’70 απέκοψε την ακτή από την πόλη. Το ζαχαροπλαστείο του «Γιώργου», που έβγαζε τις καρέκλες του στο φαρδύ πεζοδρόμιο της παραλιακής οδού και σέρβιρε ονομαστό παγωτό, έχει από χρόνια μεταφερθεί στη Νέα Σμύρνη. Δεν υπάρχει ο θερινός κινηματογράφος «Ποσειδών», που λειτουργούσε έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Δεν υπάρχει ούτε η ταβέρνα του «Τζίμη του χοντρού», που εγκαταστάθηκε στην ίδια θέση, και τα καλοκαίρια έφερνε τον Πάνο Γαβαλά με τη Ρία Κούρτη και αργότερα τους Πελόμα Μποκιού και τον Γιώργο Κοινούση. 

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k2
Στην παλιά προσφυγική γειτονιά, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, αφού τα χαμηλά σπίτια των 50 τ.μ. δεν εξυπηρετούσαν τους εργολάβους, συνεπώς δεν δόθηκαν για αντιπαροχή. 

«Εκείνη την εποχή τα σπίτια ήταν χαμηλά, τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά λόγω ζέστης και η μουσική ακουγόταν σε όλες τις Τζιτζιφιές», θυμάται. Γενικώς, φαίνεται ότι εδώ το καλοκαίρι σουρούπωνε με μουσικές, ιδίως πέριξ της πλατείας των Τζιτζιφιών, που βρίσκεται στο τέρμα της οδού Θησέως – έτσι λένε οι Καλλιθεώτες την κεντρική λεωφόρο της πόλης, αν και το επίσημο όνομά της είναι Ελευθερίου Βενιζέλου. Η ορθογώνια πλατεία σήμερα κρύβεται πίσω από μια σειρά τρόλεϊ και περιτριγυρίζεται από πολυκατοικίες. Στο παρελθόν, ωστόσο, ήταν γεμάτη ταβέρνες που άναβαν κατά τις 8 το βράδυ τα τζουκμπόξ τους και ο αέρας γέμιζε με τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη και του Μιχάλη Μενιδιάτη, για να διασκεδάσουν οι οικογενειάρχες που κατέφθαναν από όλη την Αθήνα.Εξοχικός προορισμόςΑπό τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, που τα Φάληρα υπήρξαν από τους πιο αγαπημένους εξοχικούς προορισμούς της πρωτεύουσας, οι εκδρομείς κατέβαιναν στην πεντακάθαρη παραλία των Τζιτζιφιών για να κάνουν το μπάνιο τους.

Το 1924, στην ελώδη περιοχή που βρισκόταν στα νότια του οικισμού της Καλλιθέας, κοντά στην παραλία, η Ελληνική Εταιρεία Ιπποδρομιών ξεκίνησε τις εργασίες της για την ανέγερση ιπποδρόμου σε έκταση περίπου 300 στρεμμάτων. Οι πρώτοι ιπποδρομικοί αγώνες έγιναν το 1925 σε πολύ εορταστική ατμόσφαιρα, με 20.000 θεατές εντός του ιπποδρόμου και 30.000 που παρακολουθούσαν απ’ έξω. Τα χρόνια της Κατοχής οι ιπποδρομίες απαγορεύθηκαν, οι εγκαταστάσεις πάλιωσαν και χρειάστηκε να γίνει ανακαίνιση των κτιρίων. Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του 1950 οι δημοτικές αρχές της Καλλιθέας ζητούσαν την απομάκρυνση του ιπποδρόμου από την περιοχή λόγω των ανθυγιεινών συνθηκών που δημιουργούσαν οι στάβλοι. Εντέλει αυτό συνέβη το 2004: ο ιππόδρομος μεταφέρθηκε στο Μαρκόπουλο και η περιοχή απέμεινε ένα παραμελημένο υπαίθριο πάρκινγκ αυτοκίνητων. Η δεύτερη ζωή της ξεκίνησε το 2006, όταν το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος ανακοινώνει την πρόθεσή του να υλοποιήσει εδώ ένα τεράστιο έργο, σε συνεργασία με την ελληνική πολιτεία. Το 2012 το ΚΠΙΣΝ μπήκε πλέον στη διαδικασία της υλοποίησης, άρχισαν οι κατασκευαστικές εργασίες που με την ολοκλήρωσή τους άλλαξαν τη φυσιογνωμία του τόπου και τη σύσταση του πληθυσμού των Τζιτζιφιών. 

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k4Η περιοχή πέριξ του ΚΠΙΣΝ αναβαθμίστηκε και κάποιοι από τους ιδιοκτήτες των παλιών μονοκατοικιών που είναι μέρος της προσφυγικής γειτονιάς επέστρεψαν και τις ανακαίνισαν. Η Καλλιθέα υπήρξε ένας από τους βασικούς τόπους συγκέντρωσης των προσφύγων αμέσως μετά την αποβίβασή τους στον Πειραιά, ήδη από το 1919. Το 1922 έφτασαν εδώ 20.000 άνθρωποι από τον Πόντο κυρίως, αλλά και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Τότε δημιουργήθηκε ο προσφυγικός καταυλισμός των Τζιτζιφιών, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες –καλύβες με πισσόχαρτο χωρίς ρεύμα και νερό– ενώ ο συνοικισμός πλημμύριζε συχνά. Τις επόμενες δεκαετίες ο καταυλισμός εγκαταλείφθηκε. Οι πρόσφυγες στέριωσαν και έκτισαν τα σπίτια τους στα μικρά οικόπεδα που τους διέθετε η πολιτεία –100 τ.μ. εξ αδιαιρέτου σε δύο οικογένειες– έναντι ενός δανείου που, όπως λέει ο Παναγιώτης Μακρίδης, η γιαγιά του ξεπλήρωνε όλη της τη ζωή.

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k6
Ο ποταμός Ιλισός ίσως είναι ο μοναδικός που στην κοίτη του μπορεί κανείς να βγάλει βόλτα τον σκύλο του – αρκεί να μη βρέχει

Ενα μεγάλο κομμάτι της λαϊκής μουσικής

«Το καλοκαίρι του ’47 πήγα για λίγο στις Tζιτζιφιές, στην παράγκα του “Kαλαματιανού”, δίπλα στους μεγάλους, Mάρκο, Mπάτη, Mπαγιαντέρα, Παπαϊωάννου, Pοβερτάκη, Περιστέρη, Kαρίπη και καμιά δεκαριά ακόμη. Του “Kαλαματιανού” δεν ήτανε κανονικό μαγαζί, υπαίθριο ήταν, μια αυλή. Αλλά είχε και μια παράγκα με 4-5 τραπέζια και με κουζίνα και μια τουαλέτα με ένα τσουβάλι για πόρτα. Δεν ήτανε κτίσμα. […] Tότε οι Tζιτζιφιές ήταν πανόραμα. H θάλασσα ήταν κοντά στο μαγαζί και η παραλία γεμάτη βάρκες, δίχτυα και παραγάδια. Σαββατοκύριακο κατέβαινε όλη η Aθήνα στις Tζιτζιφιές και χίλιοι, δύο χιλιάδες άνθρωποι σχημάτιζαν γαλαρία γύρω από την αυλή που παίζαμε για ν’ ακούσουν και να δουν τους περιβόητους “κακοποιούς” μπουζουκτσήδες. Mικρόφωνα και μεγάφωνα δεν υπήρχαν βέβαια, παίζαμε και τραγουδούσαμε εκ του φυσικού, αλλά και οι πελάτες καθώς κι η γαλαρία δεν έβγαζαν άχνα, άκρα σιωπή. Με ευλάβεια ο κόσμος παρακολουθούσε αυτά που παίζαμε και τραγουδούσαμε. Και ερχόταν κι η ώρα που διασκέδαζε. Εδινε την παραγγελία του και χόρευε. Mπροστά στο πάλκο υπήρχε πάντα κι ένα τραπέζι με πιοτά και μεζέδες που μας κερνούσαν οι πελάτες».

oi-tzitzifies-ston-fako-tis-k8
Στη θέση όπου υπήρχε ο ιππόδρομος της Αθήνας βρίσκεται πλέον το ΚΠΙΣΝ. Τον Αύγουστο που μας πέρασε συμπλήρωσε τέσσερα χρόνια λειτουργίας και αποτελεί το νεότερο τοπόσημο της πρωτεύουσας.

Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο της Ιωάννας Κλειάσιου «Τάκης Μπίνης – Βίος ρεμπέτικος» (εκδ. Ντεφι, 2004), και είναι ένας μικρός φόρος τιμής στη γειτονιά που μετά το 1940 «άνθισε» το ρεμπέτικο τραγούδι. Πρωτοπόροι σε αυτή τη κίνηση ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου που, προσφυγόπουλο από την Κίο της Μικράς Ασίας, μεγάλωσε εδώ. Ο ίδιος είπε πολύ αργότερα: «Οι Τζιτζιφιές ήταν ένας ναός που κάθε βράδυ γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Είναι ένα μεγάλο κομμάτι από την ιστορία της λαϊκής μουσικής». Στα νυχτερινά κέντρα της περιοχής έπαιξαν και τραγούδησαν οι πάντες, από τον Μάρκο ώς τη Σεβάς Χανούμ και από τον Χιώτη ώς τη Νίνου και την Μπέλλου. «Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις», όπως έλεγε ο Παπαϊωάννου. «Ποιος πέρασε από τις Τζιτζιφιές και τις ξέχασε;».