ΑΠΟΨΗ

Μια ψυχαναλυτική θεώρηση της άγνοιας

mia-psychanalytiki-theorisi-tis-agnoias-561122875

Ο διεθνούς κύρους Άγγλος ιστορικός και συγγραφέας, Peter Burke, ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας του Πολιτισμού στο πανεπιστήμιο του Cambridge, στο νέο του βιβλίο, που πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει, με τίτλο: «Η Κοινωνική Ιστορία της Άγνοιας» μελετάει την απουσία της γνώσης σε κοινωνικό επίπεδο και γράφει για την άγνοια στην πολιτική ζωή. Η έρευνά του μας τροφοδοτεί με μια κοινωνική και ιστορική προσέγγιση της άγνοιας· αφού κάνουμε μια σταχυολόγηση των σημαντικότερων ιδεών του θα επεκτείνουμε τη μελέτη της άγνοιας σε ψυχαναλυτικό επίπεδο.

Ο καθηγητής μας ενημερώνει πως μια από τις τελευταίες τάσεις έρευνας στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών περιλαμβάνει και την ανακάλυψη του παράδοξου αντικειμένου της άγνοιας. «Παρόλο που τα τελευταία τριάντα χρόνια μας πληροφορούν πως ζούμε σε μια κοινωνία γνώσης, γίνεται όλο και πιο φανερό πως διαβιούμε σε μια κοινωνία άγνοιας» συμπληρώνει. Χωρίς να είναι αμιγώς καινούργιο φαινόμενο, ο ίδιος θεωρεί την άγνοια ένα από τα κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας, μιας εποχής που αναπαράγει σχεδόν εργοστασιακά την άγνοια π.χ. fake news. Καταλήγει μάλιστα να την πληθυντικοποιεί μιλώντας για τις άγνοιες και τις επιπτώσεις τους. Από την άγνοια των κυβερνώντων στην άγνοια αυτών που κυβερνώνται, την προώθηση της άγνοιας ως αποτέλεσμα πολιτικής στρατηγικής, με σκοπό την παραπλάνηση ως την άγνοια μεγάλων οργανισμών όπου το μέγεθος της πληροφορίας που διακινούν στους τομείς της οικονομίας, της υγείας, της πολιτικής, του επιχειρείν και της ασφάλειας, θάβεται τελικά κάτω από παρερμηνείες, καθυστερήσεις και αδυναμία αξιολόγησης. 

Ο Peter Burke χρησιμοποιεί το παράδειγμα της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου λέγοντας πως οι μυστικές υπηρεσίες είχαν ενδείξεις της επερχόμενης απειλής αλλά, όπως εξήγησε η τότε υπουργός εξωτερικών Condoleezza Rice, στο εσωτερικό τους πληροφοριακό σύστημα υπήρχε πολύ οχλοβοή ώστε η εν λόγω πληροφορία να φτάσει στο κατάλληλο τμήμα!

Ιστορικά από την περίοδο της Αναγέννησης έως και σήμερα βασιλείς, υπουργοί και αρχηγοί κρατών είναι εκτεθειμένοι σε έναν αναπόφευκτο βαθμό άγνοιας καθώς δεν είναι μελλοντολόγοι, αλλά παράλληλα βρίσκονται αντιμέτωποι με το προσωπικό τους κίνητρο για γνώση, την έμμεση πληροφόρηση (μέσω συμβούλων), τα τεχνολογικά μέσα που τους εξασφαλίζει ή όχι η εποχή τους, καθώς και το προσωπικό τους ενδιαφέρον για το διοικείν. 

Ο Burke επικαιροποιεί τις παρατηρήσεις του σχολιάζοντας πως η πανδημία ήταν ένα crash-test παγκόσμιου βεληνεκούς για τους κυβερνόντες άλλα και τους ανθρώπους στα κέντρα λήψης σημαντικών αποφάσεων. Η συνθήκη του κορωνοϊού ανέδειξε το αν οι αποφάσεις λαμβάνονται στον ορίζοντα της πληροφόρησης που φροντίζουν οι ιθύνοντες να λαμβάνουν ή στη σφαίρα της άγνοιας. Ο καθηγητής υπογραμμίζει πως ορισμένοι από τους τρέχοντες διοικούντες απέτυχαν, καθώς πάσχουν από άγνοια της άγνοιας τους ή από σκόπιμη άγνοια η οποία μεταφράζεται ως «θέλω να μην γνωρίζω ή αγνοώ την γνώση που θα με ξεβολέψει». 

Σχετικά με αυτούς που κυβερνώνται, ο P. Burke εξηγεί πως η πρόσβασή τους στην πληροφόρηση εξαρτάται από το αν διαβιούν σε δημοκρατικά ή ολοκληρωτικά καθεστώτα και φυσικά από το προσωπικό μορφωτικό τους επίπεδο. Συνεχίζει κάνοντας μια σαφή διάκριση μεταξύ της τεράστιας γνώσης που κατέχει η ανθρωπότητα αντιπαραβάλλοντας τη με το μικρό μερίδιο αυτής της γνώσης που το κάθε άτομο κατακτά. Αντί θεραπείας, τέλος, ο P. Burke προτείνει το φάρμακο για την καταπολέμηση της άγνοιας που ακούει στο όνομα σχολείο, παιδεία και κριτική σκέψη. Ενστερνιζόμενοι την άποψη του P.Burke, αξίζει να προσθέσουμε σε αυτό το σημείο πως η κριτική σκέψη είναι το αποτέλεσμα μιας παιδαγωγικής εμπειρίας που προωθεί μια ζωντανή σχέση με τη γνώση. Με άλλα λόγια, η κριτική σκέψη είναι συνώνυμο της υποκειμενικοποιημένης γνώσης που παραμερίζει την αποστήθιση και την μηχανιστική μάθηση, αναζητώντας ενεργά τη σύνδεση της γνώσης με τη ζωή και προάγοντας την επαφή με την κουλτούρα και τον πολιτισμό. Παράλληλα, ενθαρρύνει τους μαθητές και τους εν δυνάμει μαθητές να παράξουν κάτι δικό τους, μεταξύ αυτών και της επεξεργασμένης, δικής τους, γνώμης!

Η άποψη της ψυχανάλυσης

Πως θα τοποθετούσαμε, με τη σειρά μας, την ψυχανάλυση σε σχέση με την άγνοια; Η ψυχανάλυση είναι μια θεραπεία κατά της άγνοιας. Εύλογα, θα αναρωτηθεί κανείς με ποιον τρόπο η ψυχανάλυση καταπολεμά την άγνοια. Η απάντηση είναι: με τη γνώση που προκύπτει κατά την διάρκεια της ψυχαναλυτικής εμπειρίας. Τι είδους γνώση, όμως, είναι αυτή που αποκτά κανείς στο επίπεδο της ψυχανάλυσης;  Δεν πρόκειται για επιστημονική ή ακαδημαϊκή γνώση αλλά για την γνώση του ασυνειδήτου, την αποκρυπτογράφηση της απόλαυσης που αφορά τα συμπτώματά μας, που μας δυσκολεύουν την ζωή, των τραυμάτων που μας καθορίζουν αλλά και της ασυνείδητης επιθυμίας μας. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για μια παράδοξη γνώση ικανή να αγγίξει και να αναδείξει την αλήθεια. Η αλήθεια για την ψυχανάλυση δεν συνάδει με την ακρίβεια των φυσικών επιστημών, δεν απαντάται σε γενικευμένο καθεστώς αλλά είναι υποκειμενική για κάθε άνθρωπο και μάλιστα ενδέχεται να είναι πολλές οι αλήθειες που θα χρειαστεί να αντικρίσουμε, εν μέσω της ανάλυσης, ώστε να καταφέρουμε να συγκροτήσουμε τη ξεχωριστή δική μας αλήθεια. Στόχος μιας ανάλυσης είναι να είμαστε  λιγότερο αδαείς σε σχέση με το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε στην ζωή.

Γνώση εν αγνοία της

Το ασυνείδητο, με το οποίο ασχολείται η ψυχανάλυση, είναι μια γνώση εν αγνοία της και για να γίνουμε κατανοητοί θα δώσουμε το παράδειγμα του ονείρου. Όταν βλέπουμε ένα όνειρο, τις περισσότερες φορές το νόημά του μας διαφεύγει παρόλο που μας αφορά! Κοντολογίς, κάτι μας χωρίζει από τη γνώση που το όνειρο φέρει για εμάς, για αυτό και απευθυνόμαστε στον ψυχαναλυτή που υποθέτουμε ότι γνωρίζει!  

Όταν κάποιος-α επισκεφθεί έναν ψυχαναλυτή, στις προκαταρκτικές συνεδρίες, μιλάει για όσα τον κάνουν να υποφέρει, παραπονιέται για τα υποκειμενικά αδιέξοδά του, ζητάει βοήθεια. Ακόμα όμως και όταν αυτό συμβαίνει, ή ακόμα και αν ο ίδιος υποψιάζεται την πηγή των βασάνων του, δεν συνεπάγεται πως ο άνθρωπος αυτός έχει γνήσιο κίνητρο για αλλαγή, ακριβώς επειδή μιλάει από τη θέση της απώθησης, δηλαδή από την θέση του «δεν θέλω να ξέρω» ή του «επιθυμώ να μην γνωρίζω» και κυρίως «δεν διατίθεμαι να εργαστώ θεραπευτικά ώστε να μάθω!» Αυτό είναι δομικό εμπόδιο και αφορά τους περισσότερους ανθρώπους που βρίσκονται σε θεραπεία. Το ερώτημα είναι πως κανείς θα παραμείνει σε αυτή, έτσι ώστε η ανάλυσή του να εξελιχθεί;

Ώρα για δουλειά

Εξαρχής, θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε πως παραμένει κανείς σε ανάλυση όταν είναι αποφασισμένος να ανακουφιστεί και όταν έχει δηλώσει ότι «αγνοεί». Με άλλα λόγια, μόνο από τη θέση της άγνοιας ή της περιορισμένης γνώσης μπορώ να επιθυμώ να μαθαίνω. Παρόλα ταύτα, κατά την διάρκεια της ψυχαναλυτικής διαδρομής, ενδέχεται η επιθυμία μου για γνώση να κλονιστεί. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο, η ανατροπή της Λακανικής Ψυχανάλυσης έγκειται στο ότι η επιθυμία τοποθετείται από την πλευρά του ψυχαναλυτή! Η επιθυμία του ψυχαναλυτή ορίζεται ως η πιο ατόφια έκφραση της επιθυμίας για γνώση. Ο αναλυτής βάζει τον αναλυόμενο να εργαστεί με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: προσερχόμενος ανελλιπώς στις συνεδρίες του και χωρίς κανενός είδους πνευματικής προετοιμασίας, του ζητείται να μιλήσει συνειρμικά για τις εμπειρίες του, τις οδύνες του, τις φαντασιώσεις του, τα όνειρά του και εφεξής να μην αγνοεί το ασυνείδητο και τις εκδηλώσεις του. Θα φέρουμε το παράδειγμα του γλωσσικού ολισθήματος, ως ένα από τα ασυνείδητα μορφώματα. Εάν ήθελα να πω: «αγαπώ την Δανάη», η οποία είναι η γυναίκα μου και αντ’ αυτού πω «αγαπώ την Έλσα», που είναι η γυναίκα του συναδέλφου μου, είναι κάτι που μάλλον δε θα μείνει απαρατήρητο σε ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο. 

Το πάθος της άγνοιας

Χάριν της αναλυτικής εργασίας στην οποία ο αναλυόμενος επιδίδεται, μετακινείται από το σημείο «δεν θέλω να ξέρω» στο σημείο «επιθυμώ να γνωρίζω» και άρα δεν εξαπατάται τόσο εύκολα. Η μετακίνηση όμως από το ένα σημείο στο άλλο δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Καταρχήν, η γνώση για την ψυχανάλυση δεν είναι ξεκάθαρη αλλά βρίσκεται σε υβριδική μορφή, δηλαδή, γνωρίζω αλλά και ταυτόχρονα δεν θέλω να γνωρίζω. Δεν είναι τυχαίο που όταν οι άνθρωποι σκέφτονται να ξεκινήσουν ψυχανάλυση τους  ακούμε να λένε «το ξέρω αλλά δεν βαριέσαι» ή «το ξέρω αλλά το αναβάλλω για αργότερα». 

Ο Λακάν προχώρησε ακόμα πιο μακριά κατατάσσοντας την άγνοια στα τρία πάθη που μαστίζουν τον άνθρωπο μαζί με την αγάπη και το μίσος. Η άγνοια είναι μεγάλος πειρασμός γιατί είναι μια κατάσταση από την οποία οι άνθρωποι μπορούν να αντλούν μεγάλη απόλαυση και δεν είναι λίγοι αυτοί που ενδίδουν στον πειρασμό της με αβυσσαλέο πάθος. Θα δώσουμε δυο πρόσφατα παραδείγματα. Πρώτον, το σλόγκαν του φετινού καλοκαιριού το οποίο ήταν: «έχετε κάποιον δικό σας που έχει νοσήσει από κορωνοϊό;». Δεύτερον, για να επανέλθουμε στα πολιτικά ζητήματα από τα οποία ξεκινήσαμε, θα αναφερθούμε στον πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος παρόλες τις λαμπρές σπουδές του και την ενημέρωσή του από συμβούλους, εν μέσω πανδημίας, σε επίσκεψή του σε νοσοκομειακή μονάδα επιδίδεται σε χειραψία με εργαζόμενους. Μήπως τελικά η άγνοιά του είναι κάτι που ξεπερνά την σφαίρα της συνείδησης; 

Αποκάλυψη

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως ο Peter Burke μας υπενθυμίζει με την έρευνά του τη δύναμη της παιδείας και την αξία της κριτικής σκέψης έναντι της άγνοιας και της παραπλάνησης στους κρίσιμους καιρούς μας. Από την ψυχαναλυτική σκοπιά, αναδεικνύουμε πως το Φροϋδικό ασυνείδητο επέφερε ναρκισσιστικό πλήγμα στη γνώση. Με άλλα λόγια, η τρύπα που δημιουργεί το ασυνείδητο στη γνώση, ταρακουνάει συθέμελα το «όταν ξέρω κάτι, το ξέρω» είτε είμαι κάτοχος επιστημονικών τίτλων ή όχι. 

Η ψυχανάλυση μπορεί να θεωρηθεί και ως μια αλληλουχία αποκαλύψεων. Όταν η  ιδιαίτερη αλήθεια που σχετίζεται με έναν άνθρωπο φανερώνεται, είναι της τάξεως της αποκάλυψης και αφενός είναι αδύνατον να αγνοηθεί, αφετέρου ο αναλυτής ενσαρκώνει την ανάμνηση αυτής της αλήθειας που φανερώθηκε. Όταν κάτι αποκαλύπτεται σημαίνει ότι είχε απωθηθεί δηλαδή ότι ο άνθρωπος δεν το είχε παραδεχτεί ή αναγνωρίσει, παρόλο που ασυνείδητα το γνώριζε! Η άγνοια μπορεί να εξαπατά, ευτυχώς όμως που στη ζωή η αλήθεια και η γνώση διεκδικούν το δικό τους μερίδιο ικανοποίησης, παρόλο που η πρώτη δεν είναι πάντα εύπεπτη και η δεύτερη δεν χαρίζεται…

Peter Burke: ιστορικός, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Cambridge. Έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό βιβλίων, όπως τα «A Social History of Knowledge» και «A Social History of Knowledge ΙΙ» (Polity Press) ενώ το νέο του βιβλίο θα τιτλοφορείται «A Social History of Ignorance».

*Η Ηρώ Ζουμποπούλου είναι ψυχαναλύτρια.