ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

Ο Καπετάνιος της «Νέας Θάλπης»

Ο Καπετάνιος της «Νέας Θάλπης»

«Δεν θα έρθει σήμερα ο κ. Δημήτρης;» Πολλοί ηλικιωμένοι στη «Νέα Θάλπη» αναζητούσαν –ματαίως– τις προηγούμενες μέρες τον υπεύθυνο της μονάδας, Δημήτρη Καμπανάρο, τον οποίο είχαν συνδέσει με την καθημερινή ρουτίνα τους και με μια σειρά ευχάριστων δραστηριοτήτων: από χορό μέχρι μαθήματα πληροφορικής. Για ανθρώπους 80 και 90 ετών, η σκέψη και μόνον ότι κάποιος στα μισά τους χρόνια «έφυγε» φαντάζει αδιανόητη. Το «φευγιό» του 41χρονου γεροντολόγου φαίνεται εκ των υστέρων προδιαγεγραμμένο στην τελευταία γραπτή ενημέρωση που έστειλε προς τους συγγενείς των ηλικιωμένων, από τους οποίους ζητούσε «συγγνώμη, αν τους απογοήτευσε». «Ολα αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, έχοντας βάλει σε δεύτερη μοίρα την προσωπική μου ζωή, έχω αφοσιωθεί στο να ομορφαίνω το τελευταίο κεφαλαίο της ζωής των ανθρώπων», έγραφε στο τελευταίο e-mail προς τους ανθρώπους των οποίων την καθημερινότητα είχε διευκολύνει, αναλαμβάνοντας το βάρος της φροντίδας ηλικιωμένων και σοβαρά νοσούντων συγγενών τους. 

«Είναι μια δύσκολη απόφαση να αφήσεις τον δικό σου άνθρωπο σε ξένα χέρια, όσο και αν έχεις εξαντληθεί», λέει στην «Κ» συγγενής. «Δεν θα το είχα τολμήσει ποτέ αν δεν είχα συναντήσει τον συγκεκριμένο επαγγελματία, ο οποίος προσέφερε κάτι που δεν πληρώνεται: προσωπική αφοσίωση και φροντίδα που στηρίζεται σε επιστημονική γνώση». Πολλές φορές συντρόφευε ηλικιωμένους που δεν είχαν συγγενείς, καθημερινά, στο νοσοκομείο. 

Εκανε ό,τι ήταν δυνατόν

Η ίδια, όπως και πλήθος συγγενών που έχουν μιλήσει στα ΜΜΕ τα τελευταία 24ωρα, δεν θα διανοούνταν ποτέ να κατηγορήσουν τον Δημήτρη – ακόμα και αν η διασπορά του ιού ήταν ευρεία και πλήττονταν οι συγγενείς τους. «Είχε κάνει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να το αποτρέψει:

Εμεινε για 65 ολόκληρες μέρες καραντίνα μέσα στο γηροκομείο μαζί με τους γέροντες και νοσηλευτές, ήταν ο πρώτος που απαγόρευσε τα επισκεπτήρια και ο τελευταίος που τα επέτρεψε, υπό τον όρο ότι ο τρόφιμος θα συναντούσε στην είσοδο τους δικούς του για λίγα λεπτά, είχε προμηθευτεί μέχρι ειδικά αποστειρωτικά μηχανήματα – όπως ένα με ατμό για την απολύμανση των παπουτσιών των επισκεπτών». Αλλωστε και τα κρούσματα εντοπίστηκαν ακριβώς επειδή με δική του πρωτοβουλία γίνονταν τακτικοί έλεγχοι. Η συνεχής επαγρύπνηση τον είχε εξουθενώσει σωματικά και ψυχικά, αλλά έδειχνε αποφασισμένος να κρατήσει τον κορωνοϊό μακριά από τον Αγιο Στέφανο. 

Οσοι τον ήξεραν από παλιά, τον περιγράφουν ως επιμελή και τελειομανή. «Θυμάμαι ακόμα τον Δημήτρη με το ξανθό του μαλλί κουρεμένο “μανιτάρι”, όταν πρωτοσυναντηθήκαμε στη ΣΤ΄ Δημοτικού, που ξεκίνησε να φοιτά στο σχολείο μας», λέει συναπόφοιτός του από το «Κωστέα – Γείτονα» στην «Κ».

«Για τα επόμενα έξι χρόνια ο Δημήτρης ήταν σημαιοφόρος, αλλά ταυτόχρονα ένα παιδί προσγειωμένο και πάντα πρόθυμο να βοηθήσει τους άλλους».

Η πορεία του υπήρξε έκτοτε εντυπωσιακή. Αμα τη επιστροφή του στην Ελλάδα και την έναρξη λειτουργίας του γηροκομείου, κάθε δημόσια παρουσία του Δημήτρη  αποτελούσε μια ευχάριστη έκπληξη, μια αφορμή για να αναρωτηθούμε ουσιαστικά για τη ζωή των υπερηλίκων. «Ο ηλικιωμένος δένεται με τον φροντιστή του. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι ηλικιωμένοι νιώθουν υπεύθυνοι για την αποχώρηση ενός εργαζομένου επειδή, για παράδειγμα, είχαν πολλές απαιτήσεις», έλεγε το 2018 στη Λίνα Γιάνναρου στην «Κ». 

Το «βαρύ» βιογραφικό του –η αριστεία, η θητεία του στη Χαϊδελβέργη, το διδακτορικό, οι καινοτόμες μέθοδοι που εισήγαγε– δεν τον καθιστούσε απρόσιτο, ούτε αιθεροβάμονα· τουναντίον. Μιλούσε κατανοητά και ανθρώπινα, είτε απευθυνόταν στο νοσηλευτικό προσωπικό, είτε σε ανοϊκούς τροφίμους, είτε σε δημοσιογράφους. Και μπορούσε με την ίδια άνεση να κινείται με σμόκιν στο πρώτο ντεφιλέ τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα, αλλά και να σέρνει τα καροτσάκια των ηλικιωμένων και να τους σερβίρει φαγητό φορώντας ένα τζιν στις αίθουσες της «Νέας Θάλπης». Δεν τον φόβιζε η σκληρή δουλειά, ούτε το ρίσκο για νέα εγχειρήματα· αυτό που φάνηκε ότι εξαρχής τον τρόμαζε ήταν ο κορωνοϊός, τον οποίο πολέμησε μέχρις εσχάτων. 

Φωτ. INTIME NEWS

«Κουράστηκα. Και μάλλον δεν ήμουν καλός καπετάνιος». Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τους δικούς του, κάνοντας μάλιστα έκκληση, αν ο πυροβολισμός δεν οδηγούσε σε θάνατο, αλλά σε αναπηρία, να μην τον συντηρήσουν ως «φυτό». Προηγουμένως είχε περάσει από τη δομή για να δώσει –τελειομανής μέχρι τέλους– τις ανάλογες κατευθύνσεις στους υφισταμένους του ενόψει της έλευσης του ΕΟΔΥ και της πιθανότητας ο «εχθρός» να έχει εισβάλει στους κοιτώνες. Στο μεσοδιάστημα είχε ενημερωθεί για τη δική του επιμόλυνση, ένα νέο που αποτέλεσε μάλλον το τελειωτικό χτύπημα στην εύθραυστη ψυχολογική του κατάσταση. Η συνέχεια έγινε γνωστή στο πανελλήνιο – δεν επέστρεψε ποτέ για να συναντήσει το κλιμάκιο του ΕΟΔΥ…

Στο ιδιόχειρο σημείωμά του εύχεται να επιζήσουν όλοι του κορωνοϊού. Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, το εν λόγω γηροκομείο δεν είχε θύματα ούτε ηλικιωμένους ούτε εργαζομένους (και οι τρεις είναι ασυμπτωματικοί), αλλά τον νεαρό σε ηλικία ιδρυτή του. Και ο ίδιος δεν υπέκυψε από επιπλοκές της λοίμωξης, αλλά «έφυγε» από ευαισθησία και αίσθημα προσωπικής, απονενοημένης, ευθύνης έναντι εκείνων που είχε αναλάβει να προφυλάσσει. Μια τέτοια κίνηση θα ήταν αναμενόμενη από κάποιον ήρωα ιπποτικού μυθιστορήματος γραμμένου σε μια εποχή στην οποία η ευθιξία και η τιμή καθόριζαν τη ζωή των ανθρώπων. Στη σύγχρονη Ελλάδα, και παντού, όπου τέτοιες έννοιες τείνουν να εκλείψουν, η αναπάντεχη απόφαση του «κυρίου Δημήτρη» τον κάνει για άλλη μια φορά να ξεχωρίσει –με τρόπο ακραίο και τραγικό– από το σύνολο.

Αφοσιωμένος στο όραμά του

Είναι σπάνιο κάποιος να γνωρίζει από παιδί τι επάγγελμα θέλει να ακολουθήσει· είναι ο ίδιος που αργότερα ταυτίζεται με τη δουλειά του και διακρίνεται σε αυτήν. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο Δημήτρης Καμπανάρος, τον οποίο έμελλε το ευρύ κοινό να γνωρίσει μέσα από το απονενοημένο διάβημα της περασμένης Τετάρτης· όμως όσοι κινούνται στον χώρο της κοινωνικής πρόνοιας και του αντίστοιχου ρεπορτάζ αναγνώριζαν στο πρόσωπό του έναν χαρισματικό επιστήμονα και επιχειρηματία, ο οποίος είχε έρθει για να φέρει την αλλαγή σε έναν κλάδο που μοιάζει από τη φύση του συντηρητικός. Εκείνος αγάπησε την τρίτη ηλικία μέσα από τη «μούσα» του, τη γιαγιά Αρτεμη, και αφοσιώθηκε στην εν λόγω ηλικιακή ομάδα.

Είχε, μάλιστα, κλειστά τα αυτιά του σε άλλες «σειρήνες» – ακόμα και όταν του προτάθηκε να κατέβει για ευρωβουλευτής, η απάντησή του ήταν κατηγορηματικά αρνητική. «Προ διετίας, στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων όπου εργάζομαι, μας ανακοίνωσαν ότι μετά το πέρας του ωραρίου θα παρακολουθούσαμε ένα σεμινάριο», αναφέρει στην «Κ» νοσηλεύτρια. «Στο άκουσμα και μόνο, άρχισα να βαρυγκομάω, καθώς ήμουν πτώμα». Οταν όμως ξεκίνησε ο εισηγητής, η κούραση της ημέρας έκανε φτερά. «Είχα απέναντί μου κάποιον που δεν μιλούσε θεωρητικά, “έμπαινε στα παπούτσια μας” και ένιωθε τα κουρασμένα από την ορθοστασία πόδια μας», διηγείται η ίδια, που τον παρακολούθησε με αμείωτη προσοχή και συγκράτησε το όνομά του: Δημήτρης Καμπανάρος, ο ιδιοκτήτης πρότυπης μονάδας, που μοιραζόταν μαζί τους την τεχνογνωσία του. «Ο Δημήτρης το γηροκομείο δεν το κληρονόμησε, το δημιούργησε, ακολουθώντας το μεράκι του και αξιοποιώντας τις σπουδές του», σχολιάζουν άνθρωποι του χώρου.