ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Κράτησαν ζωντανό ό,τι τους είχε ανατεθεί»

kratisan-zontano-o-ti-toys-eiche-anatethei-561134416

Ενα πανελλήνιο σχέδιο απόκρυψης πλήθους αρχαίων σε κατάλληλες κρυψώνες είχε ήδη εφαρμοστεί πλήρως πριν ακόμη φθάσουν οι Γερμανοί κατακτητές στις ελληνικές πόλεις. Βεβαίως οι κατακτητές, Ιταλοί, Γερμανοί και Βούλγαροι, είχαν γνώση της αξίας των αρχαιοτήτων, των κινδύνων βλάβης ή κακής μεταχείρισης αυτών και της ευθύνης που έπρεπε να αναλάβουν για την αποφυγή παρανομιών και ατυχημάτων με θύματα τις αρχαιότητες. Καθηλωτική είναι η περιγραφή του Μανόλη Κορρέ, ακαδημαϊκού και ομότιμου καθηγητή της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ, για την τύχη των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα συμπληρώνονται 80 χρόνια από την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, και όπως ανέφερε χθες ο κ. Κορρές, κλείνοντας την ομιλία του κατά την εορταστική εκδήλωση του ΕΜΠ, «αυτές τις μέρες τιμούμε και εμείς, όχι μόνον το «ΟΧΙ» του ελληνικού κράτους, αλλά ομοίως το έμπρακτο «ΟΧΙ» των ενόπλων δυνάμεων, εκείνο της Εθνικής Αντίστασης και εκείνο των ανθρώπων της καθημερινής εργασίας και φροντίδας, που ακόμη και με κίνδυνο ζωής δεν παραιτήθηκαν μπροστά στις εξουθενωτικές δυσκολίες, αλλά κάθε ένας χωριστά και όλοι μαζί φύλαξαν και κράτησαν ζωντανό ό,τι τους είχε ανατεθεί».

Σύμφωνα με τον κ. Κορρέ –η χθεσινή ομιλία του θα περιληφθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Χάρτης» και στην ετήσια έκδοση «Επίλογος»–, «για την αποφυγή παρανομιών και ατυχημάτων με τις αρχαιότητες εκδόθηκε ειδική διαταγή της Ανώτατης Γερμανικής Στρατιωτικής Αρχής. Η γερμανική διοίκηση συγκρότησε ειδική υπηρεσία, υπό τον τίτλο Referat Kunstschutz (Γραφείον Προστασίας Εργων Τέχνης), η οποία όμως, αν και είχε ως διευθυντή τον καθηγητή Wilhelm Kraiker (1899-1987), έναν λίαν σημαντικό κλασικό αρχαιολόγο, πολύ συχνά έκανε τα στραβά μάτια, αφήνοντας ατιμώρητους τους Γερμανούς δράστες παρανομιών εις βάρος των αρχαιοτήτων. Επίσης, η υπηρεσία αυτή, ενώ επισήμως είχε δηλώσει ότι θα σέβεται την ελληνική νομοθεσία και την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην πράξη συχνά παραβίαζε τις συμφωνίες και προέβαινε σε αυθαίρετες ανασκαφικές έρευνες. Ομοίως απαράδεκτη ήταν και η στάση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, στο οποίο τα στελέχη ήταν ήδη μέλη του ναζιστικού κόμματος. Η κατάσταση αυτή έβλαψε τελείως τις πριν καλές σχέσεις Ελλήνων και Γερμανών αρχαιολόγων».  

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής οι Ελληνες αρχαιολόγοι φρόντισαν όχι μόνον για την με κάθε τρόπο φύλαξη των αρχαίων έναντι των κινδύνων που επεφύλασσαν γι’ αυτά οι κατακτητές, αλλά και για την τήρηση καταλόγων στους οποίους καταχώριζαν κάθε περιστατικό κατάχρησης εξουσίας και παρανομίας εις βάρος των αρχαίων. Το έργο δημοσιεύθηκε το 1946 ως βιβλίο υπό τον τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών Κατοχής».

Αλλά οι Ελληνες είχαν προβλέψει πριν φτάσουν οι κατακτητές. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον κ. Κορρέ, «στο Εθνικό Μουσείο τα αγάλματα ασφαλίσθηκαν στους υπόγειους χώρους της τότε νεότευκτης ανατολικής πτέρυγας, πίσω από πόρτες που φράχθηκαν με βαριές λιθοδομές, ή θάφτηκαν σε βαθιά ορύγματα που σκάφτηκαν κάτω από τα δάπεδα του ισογείου σε βάθος τεσσάρων και πλέον μέτρων. Αλλα πάλι αγάλματα και πολύτιμα αντικείμενα φυλάχθηκαν σε φυσικά σπήλαια και αρχαία λαξευτά υπόγεια των δυτικών λόφων, των οποίων τα στόμια φράχθηκαν με παχύτατες μάζες οπλισμένου σκυροδέματος. Παρόμοια μέτρα έλαβαν για τις συλλογές τους και οι εν Αθήναις αρχαιολογικές σχολές». Και ο κ. Κορρές προσθέτει: «Αξίζει πάντως να λεχθεί ότι η Γερμανική Κρατική Υπηρεσία που επισήμως απέσπασε από κατακτημένες χώρες σπάνια βιβλία και έργα τέχνης, στην Ελλάδα δεν πρόλαβε να δράσει επειδή υπήρξαν ισχυρές αντιρρήσεις από τον Kraiker και επομένως όλες οι ζημιές που αναφέρθηκαν ήταν αποτέλεσμα παραβατικής συμπεριφοράς, η οποία όμως ήταν δυστυχώς συχνή. Το 1942 ο Kraiker δήλωσε στον Α. Κεραμόπουλο, προϊστάμενο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, την ανησυχία του για τη μακρά παραμονή των αρχαίων σε κρυψώνες με συνθήκες δυσμενείς για χάλκινα, σιδηρά ή επιχρωματισμένα αντικείμενα, προτείνοντας την επάνοδο όλων των αντικειμένων στη θέση τους και εν ανάγκη τη φρούρησή τους (από έμπιστους Γερμανούς έναντι άλλων ανάξιων εμπιστοσύνης Γερμανών κ.ά.). Η πρόταση δεν έγινε δεκτή επειδή η γερμανική διοίκηση ακόμη και έτσι δεν μπορούσε να εγγυηθεί για την ασφάλεια των αρχαίων έναντι κλοπής». Και ο ακαδημαϊκός συμπληρώνει: «Τέτοια περιστατικά προφανώς δικαίωσαν την επί μακρόν απόκρυψη των αρχαίων έστω και εάν οι κρυψώνες σε πολλές περιπτώσεις προκάλεσαν φαινόμενα φθοράς».

Περιστατικά βίας και μέτρα προστασίας

Η απόκρυψη των αρχαίων σε κρυψώνες έναντι βομβαρδισμών ή κλοπής είχε εφαρμοσθεί σε πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας. Στο Λονδίνο, για την προφύλαξη των Γλυπτών του Παρθενώνα έναντι των γερμανικών βομβαρδισμών, τα κατέβασαν στις υπόγειες σήραγγες του αστικού σιδηροδρομικού δικτύου, όπου όμως ρυπάνθηκαν από την κακή ποιότητα του αέρα. «Αλλά τέτοια προβλήματα είναι ασήμαντα συγκρινόμενα με την πλήρη καταστροφή αρχαιολογικών θησαυρών τεράστιας αξίας», λέει ο κ. Κορρές, ο οποίος εξηγεί: «Σε αυτή την ακραία κατηγορία, η βαρύτερη απώλεια σημειώθηκε με την καταστροφή των δύο γιγάντιων πλοίων του Καλιγούλα στη λίμνη Νέμι. Τα πλοία, πλωτά ανάκτορα μήκους 74 μ. και πλάτους 24 μ., των οποίων η αποκάλυψη έπειτα από μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων τόνων λάσπης είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 20ού αι., προστατεύονταν με τεράστιο μουσειακό στέγαστρο, το οποίο κάηκε μαζί με αυτά όταν την 31η Μαΐου 1944 κτυπήθηκε από αδέσποτα βλήματα κατά την ανταλλαγή πυρών αμερικανικών και γερμανικών κανονιών στημένων σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων».  

Στην Ελλάδα, πολλά ήταν τα περιστατικά βίας κατά των υπαλλήλων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Οπως αναφέρει ο κ. Κορρές, «η ακόλουθη υπηρεσιακή σημείωση περιγράφει ένα από τα πάμπολλα αυτού του είδους: “…Ο φύλαξ αρχαιοτήτων Ολύνθου μετέβη εις Μυκηβέρναν ίνα εξετάση τα υπό των Βουλγάρων ανασκαπτόμενα αρχαιολογικά εδάφη και μολονότι ήτο εφωδιασμένος διά γερμανικής αδείας, εδάρη, εκακοποιήθη και απεπέμφθη υπό των Βουλγάρων…” Οι αυθαιρεσίες των κατακτητών είχαν ως θύματα και τις ξένες αρχαιολογικές σχολές, ακόμη και μιας χώρας όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων η δύναμη θα έπρεπε κανονικά να καθιστά αυτούς πολύ προσεκτικούς. 

»Στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, τα μέτρα προστασίας των συλλογών εφαρμόσθηκαν αμέσως μόλις άρχισε η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Τα υπόγεια της Γενναδείου διαμορφώθηκαν ως κρυψώνες και καταφύγια, η βιβλιοθήκη όμως εξακολουθούσε να είναι ανοικτή για τους επιστήμονες. Με την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (11 Δεκ. 1941), τα κτίρια της σχολής, αφού πρώτα σφραγίσθηκαν οι χώροι συλλογών και αρχείων, παραχωρήθηκαν στην πρεσβεία τής πάντοτε ουδέτερης Ελβετίας, χωρίς τούτο να αποτρέψει τελείως τους κατακτητές. Τελικά το πρόβλημα αντιμετωπίσθηκε με την παραχώρηση των κτιρίων της σχολής στον Ερυθρό Σταυρό της ουδέτερης Σουηδίας, ο οποίος τα μετέτρεψε σε νοσοκομείο, χωρίς όμως να μετακινηθούν οι βιβλιοθήκες με τα πολύτιμα βιβλία τους, οι οποίες απλώς καλύφθηκαν με λινάτσες και σεντόνια. Αλλά επειδή ακόμη και έτσι υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος κλοπής βιβλίων, σχεδίων και άλλων αναντικατάστατων αρχαιολογικών τεκμηρίων, ο διευθυντής της σχολής, ο διάσημος αρχιτέκτων G. Ph. Stevens, γνωστός για την τεράστια συμβολή του στη μελέτη της αρχαίας αρχιτεκτονικής, έγινε νοσοκόμος, ώστε να μπορεί ταυτοχρόνως να είναι και φύλακας της κληρονομιάς της σχολής. Τότε επίσης, δεδομένης της ανεργίας, ο Stevens βρήκε τον χρόνο και για τη δημιουργία των έξοχων ομοιωμάτων της Ακροπόλεως και της Αρχαίας Αγοράς (νυν Στοά Αττάλου), σε συνεργασία με τους καλλιτέχνες Μαμέλη και Θεοχάρη».