ΑΠΟΨΗ

Η δύσκολη εξίσωση της πανδημίας

Φωτ. REUTERS

Η κανονική επιδημική περίοδος του κορωνοϊού μόλις ξεκίνησε, αλλά η επιβάρυνση είναι ήδη μεγάλη, σε όλη την Ευρώπη καθώς και στη χώρα μας. Ενώ στη διάρκεια των περασμένων μηνών ο αριθμός των κρουσμάτων διπλασιαζόταν κάθε μερικές εβδομάδες, τώρα διπλασιάζεται μέσα σε ελάχιστες ημέρες. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Πρόκειται για έναν νέο ιό, που βρήκε πρόσφορο έδαφος σε έναν παρθένο παγκόσμιο πληθυσμό, χωρίς ανοσία. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να εξαπλωθεί και να δημιουργήσει υψηλό επιδημιολογικό φορτίο σε χρόνο εκτός της «εποχής» του, ήδη από το καλοκαίρι. Η μεγάλη μεταδοτικότητά του, που έχει να κάνει με την ικανότητά του να μεταδίδεται από ασυμπτωματικούς φορείς, ιδιαίτερα δε από άτομα που διανύουν την προσυμπτωματική φάση, ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχυ δυσκολίας για την αντιμετώπισή του. Ποιοι παράγοντες θα επηρεάσουν την εξέλιξη του επιδημικού κύματος στη χώρα μας τους επόμενους μήνες; Είναι πολλοί. Και οι περισσότεροι αστάθμητοι. 
 
Oι καιρικές συνθήκες. Η επίδραση των καιρικών συνθηκών στην έξαρση της πανδημίας είναι διττή: Πρώτον, οι άνθρωποι περιορίζουν τις δραστηριότητές τους σε εξωτερικούς χώρους και οι εσωτερικοί χώροι, στους οποίους συχνά παρατηρείται και συγχρωτισμός (εργασιακοί χώροι, μέσα μαζικής μεταφοράς κ.λπ.) δεν αερίζονται επαρκώς· και δεύτερον, οι χαμηλές θερμοκρασίες ευνοούν την εγκατάσταση και τον πολλαπλασιασμό του ιού στον ρινικό βλεννογόνο. Αυτό αναδεικνύει για μία ακόμη φορά την αναγκαιότητα της σωστής χρήσης της μάσκας, αφού κρατάει ζεστή την περιοχή της μύτης.

Ετσι, η συμπεριφορά των κορωνοϊών βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τον καιρό και γι’ αυτό τα επιδημικά τους κύματα συνήθως εκτείνονται από τα μέσα του φθινοπώρου (Οκτώβριος ή Νοέμβριος) μέχρι την άνοιξη. Κάτι που δεν συμβαίνει απαραιτήτως με όλους τους αναπνευστικούς ιούς. Ακόμη και η γρίπη δεν έχει τόσο μεγάλη «ευαισθησία» στις μικρές μεταβολές της θερμοκρασίας ούτε τόσο εκτεταμένο επιδημικό κύμα και ξεκινά στα τέλη Δεκεμβρίου. Το πόσο βαρύς ή όχι θα είναι ο φετινός χειμώνας στην Ελλάδα, λοιπόν, θα μας επηρεάσει σημαντικά. Το βλέπουμε να συμβαίνει ήδη σε επιδημιολογικά επιβαρυμένες περιοχές, όπως η Κοζάνη και η Καστοριά, όπου ο καιρός αυτή την περίοδο είναι αντίστοιχος με αυτόν της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. 
 
Η επιδημία οδηγείται από τους νέους. Ο μέσος όρος της ηλικίας των φορέων της COVID-19 στη χώρα μας διαρκώς μειώνεται. Το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό, βέβαια. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα άτομα ηλικίας 20 έως 39 ετών αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των νέων κρουσμάτων σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Και μάλιστα το ποσοστό αυτό είναι υποεκτιμημένο, μια και οι περισσότεροι έλεγχοι γίνονται στις μεγαλύτερες ηλικίες, που είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα. Οι νέοι μολύνονται πλέον με ρυθμούς που δεν είναι εφικτό να διευκρινιστούν, μια και στην πλειονότητά τους παραμένουν ασυμπτωματικοί. Επιπλέον, δύσκολα περιορίζουν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες και κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο να μεταφέρουν τον ιό στο οικογενειακό ή εργασιακό τους περιβάλλον. Από τη συμπεριφορά αυτών των ηλικιακών ομάδων, που νιώθουν ότι δεν απειλούνται άμεσα από τον ιό και πολλές φορές δεν γνωρίζουν καν ότι έχουν μολυνθεί, θα κριθούν πολλά τους επόμενους μήνες.
 
Η πανδημική κόπωση. Η ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης, η αίσθηση ότι κινούμαστε ανά πάσα στιγμή σε ένα εχθρικό περιβάλλον και ότι κινδυνεύουμε από έναν αόρατο εχθρό, προκαλούν σε πολλούς μελαγχολία και άγχος. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, συχνά οδηγούν μέρος των πολιτών και σε δυσφορία απέναντι στα μέτρα και απάθεια. Η πανδημική κόπωση επηρεάζει και τα εθνικά συστήματα υγείας. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των νοσοκομειακών γιατρών, νοσηλευτών και εργαστηριακών επιστημόνων, που φτάνει το 50%, εμφανίζει έντονη ψυχολογική πίεση, καθώς πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Σκεφτείτε ένα γιατρό σε ΜΕΘ που θα κληθεί να επιλέξει ποιον ασθενή θα διασωληνώσει και ποιον όχι…
 
Το ρίσκο των εορτών. Οι οικογενειακές και φιλικές συναθροίσεις, όσο και αν όλοι τις έχουμε ανάγκη και μας έχουν λείψει, ενέχουν σοβαρό κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του ιού. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας από τους παράγοντες που κάθε χρόνο, στα τέλη Δεκεμβρίου, συμβάλλουν στην έξαρση της γρίπης είναι οι γιορτές που έχουν προηγηθεί. Ο ιός όμως δεν συμμερίζεται τη δική μας ανάγκη για κοινωνικότητα. Θα εκμεταλλευθεί και το παραμικρό λάθος μας.
 
Η εντατικοποίηση των ελέγχων. Υπάρχουν πολύ περισσότερες λοιμώξεις από όσες διαπιστώνονται σήμερα στους εργαστηριακούς ελέγχους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο πραγματικός αριθμός τους μπορεί να είναι ακόμη και εικοσαπλάσιος. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από τις ιχνηλατήσεις των επαφών, οι οποίες στην παρούσα φάση ουσιαστικά αφορούν περιορισμένο αριθμό περιστατικών, η διεύρυνση των ελέγχων στην κοινότητα αλλά και σε ευαίσθητες δομές, όπως τα γηροκομεία, θα συμβάλει στον εντοπισμό περισσότερων νοσούντων. Αλλά και φορέων, οι οποίοι, μη γνωρίζοντας ότι έχουν μολυνθεί, διασπείρουν τον ιό. 
 
Εμβόλια και θεραπείες. Το πότε θα είναι ευρέως προσβάσιμα κάποια από τα εμβόλια που ολοκληρώνουν την τρίτη φάση των κλινικών μελετών και πόσο αποτελεσματική κάλυψη θα παρέχουν (ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες και στις ευπαθείς ομάδες), θα κρίνει το πόσο γρήγορα θα επιτευχθεί η προσδοκώμενη ανοσία της αγέλης. Αν μπορεί να επιτευχθεί… Γιατί ακόμη δεν έχουμε καταφέρει καν να λύσουμε τον γρίφο της φυσικής ανοσίας απέναντι στον συγκεκριμένο ιό: πόσο διαρκεί, σε τι βαθμό προστατεύει, πόσο συχνές είναι οι επαναμολύνσεις, αλλά και πόσο σοβαρές. Οσον αφορά τις φαρμακευτικές παρεμβάσεις, πάντως, τα κοκτέιλ μονοκλωνικών αντισωμάτων φαίνεται ότι εξελίσσονται σε βασικό όπλο μας απέναντι στον ιό, εμποδίζοντας την είσοδό του στα κύτταρα και αποτρέποντας έτσι σοβαρές επιπλοκές σε νοσούντες. Πολλά θα εξαρτηθούν, λοιπόν, από την ταχύτητα της έγκρισής τους και τον ρυθμό της μαζικής παραγωγής τους. 

Η συμπεριφορά του ίδιου του ιού. Στις ΗΠΑ μόλις το 10% των πολιτών ή και λιγότεροι έχουν μέχρι στιγμής προσβληθεί από COVID-19. Στην πόλη Γουχάν, σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 3%. Αυτό σημαίνει ότι πρακτικά ώς τώρα δεν έχουν περιοριστεί σχεδόν καθόλου οι δυνατότητες εξάπλωσης του ιού. Επιπλέον, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα στελέχη του ιού που κυριαρχούν τους τελευταίους μήνες έχουν έως και δέκα φορές μεγαλύτερη μεταδοτικότητα από εκείνα της πρώιμης φάσης της πανδημίας, αναγνωρίζοντας πιο εύκολα τον υποδοχέα τους στα αναπνευστικά κύτταρα. Αυτή είναι μία ακόμη μεταβλητή που θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την εξέλιξη της πανδημίας. Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε, λοιπόν, είναι μακρύς. Ας ελπίσουμε, τουλάχιστον, ότι η λοιμογόνος δύναμη του κορωνοϊού θα φθίνει καθώς θα προσαρμόζεται ολοένα και περισσότερο στον ανθρώπινο οργανισμό. Υπάρχουν ήδη κάποιες πρώτες ενδείξεις ότι τα εξουδετερωτικά μας αντισώματα ίσως μπορούν πιο εύκολα πλέον να αδρανοποιήσουν τα πιο μεταδοτικά στελέχη του. Μακάρι να επιβεβαιωθούν.
 
* Ο κ. Αθανάσιος Τσακρής είναι καθηγητής Μικροβιολογίας, διευθυντής Εργαστηρίου Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής και αντιπρύτανης του ΕΚΠΑ.