ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Η χαρά και το πένθος στα χρόνια του κορωνοϊού

Γαμήλιο τραπέζι στη Σαντορίνη περιμένει τους νεονύμφους από το εξωτερικό. Οι γάμοι ξένων στην Ελλάδα, δραστηριότητα στην οποία εμπλέκονταν τα γραφεία που τους οργανώνουν, εταιρείες οπτικοακουστικών, φωτογράφοι, μακιγιέρ, κομμωτές, ανθοπώλες, ξενοδόχοι, εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων κ.ά., έχουν «παγώσει» επ’ αόριστον. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Κηδείες χωρίς αγκαλιές παρηγοριάς στους πενθούντες και γάμοι χωρίς γλέντι και χορό μέχρι πρωίας. Η πανδημία ήρθε για να καταργήσει πατροπαράδοτα έθιμα, που ήθελαν την κοινότητα να συμμετέχει μαζικά στη χαρά και στον πόνο. Η επιστροφή στην «κανονικότητα» μοιάζει να αργεί πολύ, ενώ ταυτόχρονα δεκάδες επαγγέλματα που εμπλέκονται στη διοργάνωση κοινωνικών εκδηλώσεων και τελετών βλέπουν μήνα με τον μήνα τα χρέη τους να διογκώνονται. 

«Oι πελάτες μας από ΗΠΑ και Αυστραλία, που είχαν σχεδιάσει τον γάμο τους στην Ελλάδα, λένε ότι δεν θα ταξιδέψουν ούτε το 2021», μεταφέρει στην «Κ» το μούδιασμα που επικρατεί διεθνώς η Αννα Σουρμπάτη, διοργανώτρια γάμων και μέλος του σωματείου GDPA (Greece Destination Planners Association). «Κινούμαστε πλέον στη λογική ότι χάσαμε, πέρα από το 2020, και το 2021, καθώς η προετοιμασία για έναν γάμο, όταν το ζευγάρι ζει στο εξωτερικό, ξεκινάει οκτώ με δέκα μήνες πριν», εξηγεί η ίδια στην «Κ», τονίζοντας τη συμβολή του κλάδου της στο εγχώριο ΑΕΠ. «Οι δικοί μας πελάτες έμεναν πολλές ημέρες, νοίκιαζαν βίλες και σκάφη, πλήρωναν για πλήθος υπηρεσιών οι ίδιοι και οι καλεσμένοι τους». Στη βιομηχανία των γάμων, άλλωστε, απασχολείται πλήθος επαγγελματιών: εταιρείες οπτικοακουστικών, φωτογράφοι, μακιγέρ, κομμωτές, τυπογράφοι, ανθοπώλες, ξενοδόχοι, εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων κ.ά. Στους γάμους των Ελλήνων το σωματείο δεν μπορεί να «ποντάρει». «Γάμος με είκοσι άτομα (σ.σ.: όσα επιτρέπονται σήμερα) δεν είναι γάμος και ως εκ τούτου ο planner περισσεύει». 

«Δεν φανταζόμασταν ότι οι εκδηλώσεις, που αντέξαν στα δέκα χρόνια της κρίσης, θα μπορούσαν να εκλείψουν από έναν ανεξέλεγκτο παράγοντα», σχολιάζει στην «Κ» ο Π.Σ., ιδιοκτήτης εταιρείας οπτικοακουστικών συστημάτων. «Στον κλάδο μας η πτώση του τζίρου κυμαίνεται από 80% έως 100%, ουσιαστικά μόνο τον Ιούλιο και Αύγουστο μπόρεσαν ορισμένοι να εργαστούν σε εκδηλώσεις και συναυλίες δήμων ή κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως γάμοι, στους οποίους μέχρι τις 20 Αυγούστου επιτρέπονταν 100 άτομα». Μετά… σιωπή. 

Τα πάνω-κάτω έχουν έρθει για όσους εργάζονται στον κλάδο των νεκρώσιμων τελετών. «Πολλές οικογένειες θλίβονται επιπρόσθετα, επειδή δεν μπορούν λόγω των μέτρων να αποχαιρετίσουν όπως θα ήθελαν τον άνθρωπό τους», λέει στην «Κ» ο κ. Θόδωρος Επισκοπόπουλος, τρίτης γενιάς ιδιοκτήτης γραφείου τελετών και πρόεδρος του Σωματείου Επαγγελματιών Πενθίμων Τελετών Ελλάδος. «Δεν το ανακοινώνουν ευρέως ή δεν βάζουν αναγγελίες στις εφημερίδες και προκειμένου να αποφύγουν παρεξηγήσεις». Επίσης, έντονο υπήρξε το πρόβλημα κατά την πρώτη καραντίνα του Μαρτίου στις μετακινήσεις, καθώς ήταν ορισμένος ο επιτρεπόμενος αριθμός των επιβατών σε Ι.Χ., «συχνά όμως οι κηδείες γίνονται μακριά από τον τόπο κατοικίας της οικογένειας». Οι εν λόγω περιορισμοί ίσως βέβαια να ανακούφισαν όσους επλήγησαν οικονομικά από την πανδημία, «καθώς τους έβγαλαν από ένα μεγάλο έξοδο». 

Για τους επαγγελματίες τελετάρχες, ωστόσο, η πραγματική πρόκληση είναι η διαχείριση των θανάτων από κορωνοϊό. «Ο ΕΟΔΥ άργησε να βγάλει τις σχετικές οδηγίες και στο πλήθος των ερωτήσεών μας απαντούσε με ασάφεια», τονίζει ο κ. Επισκοπόπουλος, «οι νέοι κανόνες ανεβάζουν τον βαθμό δυσκολίας της δουλειάς μας και καθιστούν το κατευόδιο του νεκρού, θύματος της πανδημίας, ιδιαίτερα σκληρό». Οι υπάλληλοι των γραφείων με στολή υγειονομικού καλούνται να παραλάβουν από το νοσοκομείο τον νεκρό σε ειδικό σάκο και αφού εφαρμόσουν ακόμα έναν σάκο και τον τοποθετήσουν στο φέρετρο, και αφού διεκπεραιώσουν το γραφειοκρατικό σκέλος στο ληξιαρχείο, οφείλουν να πραγματοποιήσουν αυθημερόν την τελετή. «Για λόγους ασφαλείας δεν μπορεί να μπει το πτώμα σε κανένα άλλο ψυγείο πέρα από αυτό του νοσοκομείου». Εξυπακούεται πως οι κηδείες πραγματοποιούνται με κλειστά φέρετρα και ότι δεν επιτρέπονται πολλές αισθητικές παρεμβάσεις στον νεκρό. 

Το πιο θλιβερό, ωστόσο, είναι ότι το σφραγισμένο πλέον φέρετρο δεν το δέχονται οι εκκλησίες των κοιμητηρίων. «Μας λένε ότι δεν έχουν χρόνο μετά για να κάνουν απολύμανση στον ναό», επισημαίνει ο ίδιος, «φωτεινές εξαιρέσεις είναι οι ναοί στο κοιμητήριο στο Χαλάνδρι και στον Βύρωνα». Ως συνέπεια αυτού, ο νεκρός «διαβάζεται» βιαστικά πάνω από τον τάφο. «Απαγορεύεται, ακόμα, η διά θαλάσσης και αέρος μεταφορά του φερέτρου, με αποτέλεσμα η τελευταία επιθυμία πολλών να θαφτούν στην πατρίδα τους, πλάι στους γονείς τους, να μη γίνεται σεβαστή». Και «αν ο νεκρός είναι θύμα της πανδημίας αλλά όχι δημότης του συγκεκριμένου δήμου, δύσκολα γίνεται δεκτός», παρατηρεί ο κ. Επισκοπόπουλος, χωρίς να αποκρύπτει ότι υφίσταται το αντικειμενικό πρόβλημα του κορεσμού χώρων ταφής.

Ο καφές της παρηγοριάς 

Η κίνηση στα γραφεία τελετών δεν έχει –φευ– μειωθεί, αλλά οικονομική καταστροφή βιώνουν και οι χώροι εντός ή πλησίον των κοιμητηρίων όπου προσφερόταν ο καφές της παρηγοριάς. «Εμείς εντασσόμαστε στην εστίαση και σε κάθε lockdown είμαστε κλειστά», λέει στην «Κ» ο Γιάννης Χρηστίδης, που νοικιάζει τον αντίστοιχο χώρο στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών έναντι υψηλού αντιτίμου. «Οσο επιτράπηκε η λειτουργία, τηρήσαμε όλους τους κανονισμούς, σε χώρο για 350 άτομα κάθονταν με τις σχετικές αποστάσεις έως 80», σημειώνει ο κ. Χρηστίδης. Ο κόσμος, όμως, εσχάτως διστάζει όχι μόνον να περάσει το κατώφλι του αναψυκτηρίου, αλλά και του νεκροταφείου, ακόμα και όταν εντάσσεται στον πυρήνα των ατόμων που επιτρέπεται να αποχαιρετίσουν τον νεκρό· θέλουν να αποφύγουν τον συνωστισμό, ενώ στις κηδείες θυμάτων της πανδημίας επικρατεί και μεγάλος φόβος. «Λένε φωναχτά ένα “ζωή σε σας” και φεύγουν», περιγράφει ο κ. Χρηστίδης, «νομίζω ότι οι κηδείες θα είναι το τελευταίο κομμάτι της κοινωνικής ζωής που θα επιστρέψει στην κανονικότητα»…