ΑΠΟΨΗ

Η δημόσια υγεία στη χώρα μας πέραν της πανδημίας

Στην 26η θέση βέλτιστου επιπέδου υγείας ανάμεσα σε 169 χώρες κατατάσσει τη χώρα μας η έκθεση για το 2020 της εταιρείας μέσων ενημέρωσης Bloomberg.

Στην εποχή του κορωνοϊού που ζούμε, οι προτεραιότητες στη δημόσια υγεία είναι φυσικό να έχουν επικεντρωθεί στην πανδημία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμάμε άλλα σημαντικά θέματα που καθορίζουν το επίπεδο δημόσιας υγείας ενός πληθυσμού.

Τη θέση αυτή ενισχύει η έκθεση για το 2020 της γνωστής εταιρείας μέσων ενημέρωσης Bloomberg, η οποία, με βάση έναν δείκτη υγείας (Healthiest Country Index), κατατάσσει τη χώρα μας στην 26η θέση βέλτιστου επιπέδου υγείας ανάμεσα σε 169 χώρες.

Σύμφωνα με την κατάταξη αυτή, τις πρώτες πέντε θέσεις καταλαμβάνουν, κατά σειράν, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ισλανδία, η Ιαπωνία και η Ελβετία, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο καταλαμβάνει τη 19η θέση, η Γερμανία την 23η και οι ΗΠΑ μόλις την 35η. Ο υπολογισμός του δείκτη υγείας βασίζεται σε ποικίλα κριτήρια, όπως το προσδόκιμο επιβίωσης, η βρεφική θνησιμότητα, οι αιτίες θανάτου, η πρόσβαση στο σύστημα υγείας και οι περιβαλλοντικές συνθήκες, ενώ λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η υπέρταση και η ανθυγιεινή διατροφή. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η πρώτη θέση για την Ισπανία αποδίδεται στις διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού (και ειδικότερα στη μεσογειακή διατροφή) και στο περπάτημα, που αντισταθμίζουν άλλους επιβαρυντικούς για την υγεία παράγοντες.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι το 2017, στην ίδια έκθεση, η θέση της Ελλάδας ήταν κατά 6 βαθμίδες υψηλότερη (κατείχε την 20ή θέση έναντι της εφετινής 26ης). Επιπλέον, σύμφωνα με επιδημιολογικά στοιχεία, το 1960, ένας Ελληνας ηλικίας 45 ετών μπορούσε να προσδοκά ότι θα ζήσει περισσότερα χρόνια από όσο ένας Ιάπωνας της ίδιας ηλικίας, παρόλο που εκείνη την εποχή δεν διαθέταμε προφανώς ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας και, από την άλλη μεριά, το κάπνισμα ήταν πολύ πιο διαδεδομένο στη χώρα μας από όσο είναι σήμερα. Τότε όμως η διατροφή μας ήταν η ελληνική παραδοσιακή διατροφή και περπατούσαμε περισσότερο. Συμπεριφερόμαστε, δηλαδή, σε θέματα υγείας όπως περίπου οι Ισπανοί σήμερα – μια συμπεριφορά που οδήγησε τη χώρα τους στην πρώτη θέση της κατάταξης Bloomberg. Το τι μεσολάβησε αποτυπώνεται ευκρινέστατα στους δείκτες υγείας για την Ελλάδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας1 και στα αποτελέσματα της εθνικής μελέτης για την Υγεία ΥΔΡΙΑ2, που πραγματοποίησε το Ελληνικό Ιδρυμα Υγείας.

Η μελέτη ΥΔΡΙA είχε ως στόχο τη συλλογή δεδομένων σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 4.000 ενηλίκων ατόμων από όλες τις περιφέρειες της χώρας. Η ανάλυση των συλλεγέντων στοιχείων ανέδειξε δημογραφικές διαφοροποιήσεις και οικονομικο-κοινωνικές ανισότητες σε παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο νόσησης και θανάτου, όπως είναι η συνήθεια του καπνίσματος, οι λανθασμένες διατροφικές επιλογές και η μειωμένη σωματική δραστηριότητα. Ανέδειξε, επίσης, τη σχέση προσωπικών χαρακτηριστικών και συνηθειών με τη συχνότητα εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και τα καρδιαγγειακά νοσήματα ή παθολογικών καταστάσεων, όπως η παχυσαρκία και η υπέρταση, στον ελληνικό πληθυσμό. Ενδεικτικά σημειώνουμε εδώ ότι από τους ενήλικους μόνιμους κατοίκους της χώρας, επτά στους δέκα είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, δύο στους πέντε έχουν υπέρταση και οι μισοί διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για μεταβολικές επιπλοκές.

Οι συμπεριφορές αυτές έχουν αναπόφευκτες συνέπειες. Ετσι, παρατηρώντας τη διαχρονική εξέλιξη ορισμένων δεικτών υγείας από το 1990 μέχρι το 2015 (διαθέσιμα στοιχεία στη βάση WHO, HFA database 2018) και συγκρίνοντας αυτούς τους δείκτες με τον μέσο όρο των αντίστοιχων δεικτών 15 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Βελγίου, Γαλλίας, Γερμανίας, Δανίας, Ελλάδας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ιρλανδίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Κάτω Χωρών, Λουξεμβούργου, Πορτογαλίας, Αυστρίας, Σουηδίας και Φινλανδίας) πριν από τον Μάιο του 2004, διαπιστώνουμε ότι ενώ στη χώρα μας το προσδόκιμο επιβίωσης κατά τη γέννηση βρισκόταν, το 1990, πάνω από τον μέσο όρο των 15 χωρών, το 2015 έπεσε κάτω από τον μέσο όρο. Αντιστοίχως, η γενική θνησιμότητα ήταν χαμηλότερη το 1990 και υψηλότερη το 2015 από τον μέσο όρο των 15 χωρών. Εκείνο, όμως, που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία είναι η διαχρονική εξέλιξη του δείκτη βρεφικής θνησιμότητας. Ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας (ο αριθμός των θανάτων βρεφών ηλικίας κάτω του ενός έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζωντανών βρεφών) αναγνωρίζεται ως ένδειξη του επιπέδου υγιεινής μιας χώρας και ως κριτήριο για εκτίμηση της ποιότητας ζωής ενός πληθυσμού και, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αποτελεί ένα από τα κριτήρια για τον υπολογισμό του δείκτη υγείας της εταιρείας Bloomberg. Πριν από το 2008, ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας στη χώρα μας είχε παρουσιάσει καθοδική πορεία, παράλληλη με την πορεία του δείκτη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Συγκεκριμένα, οι θάνατοι βρεφών ανά 1.000 γεννήσεις από 9,72 που ήταν το 1990 είχαν μειωθεί σε 2,65 το 2008. Ατυχώς, η πορεία αυτή αντιστράφηκε έκτοτε για να φτάσει στους 4,06 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις το 2015 και να διατηρηθεί σε 3,47 το 2018. Οι λόγοι για την αύξηση αυτή της βρεφικής θνησιμότητας δεν έχουν διευκρινιστεί. Είναι πιθανό ότι σχετίζονται με την οικονομική κρίση και την, συνεπεία αυτής, υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των νέων ζευγαριών και τη δυσχερέστερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Είναι, όμως, εντυπωσιακή η έλλειψη ενδιαφέροντος για τις διακυμάνσεις αυτές, ενόψει της σημασίας της βρεφικής θνησιμότητας ως δείκτη του επιπέδου υγείας ενός πληθυσμού.

Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει για το ότι η ανάγκη για τη λήψη μέτρων όσον αφορά την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού είναι πιεστική και επείγουσα. Οπως, όμως, η επικέντρωση της προσοχής στα θύματα της πανδημίας δεν πρέπει να οδηγεί στην παραμέληση των υπόλοιπων ασθενών που χρειάζονται βασική μέριμνα, έτσι και η χάραξη εθνικής πολιτικής με στόχο την προαγωγή της υγείας δεν πρέπει να παραμελείται στη διάρκεια της πανδημίας. Νομοτελειακά, αργά ή γρήγορα η πανδημία θα περάσει. Μέχρι τότε, θα ήταν επικίνδυνο να έχουμε αφήσει τους δείκτες γενικής νοσηρότητας και θνησιμότητας να κατρακυλήσουν σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα στη χώρα μας.
 
1. WHO, HFA database 2018
2. http://www.hhf-greece.gr/hydria-nhns.gr/index.html
http://www.hhf-greece.gr/images/book-hydria-120516print.pdf
 
* Η καθηγήτρια Αντωνία Τριχοπούλου είναι πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Υγείας.