Στη μάχη οι εφεδρείες της Αττικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ

Στη μάχη οι εφεδρείες της Αττικής

Τα νοσοκομεία στην Αθήνα είναι έτοιμα να βοηθήσουν στην αποφόρτιση της δραματικής κατάστασης του ΕΣΥ στη Βόρεια Ελλάδα

4' 44" χρόνος ανάγνωσης

Οι υγειονομικές εφεδρείες της Αττικής ενδέχεται να κληθούν να συνδράμουν δραστικά στην αποφόρτιση της πρωτόγνωρης, δραματικής πίεσης που δέχεται το σύστημα υγείας στη Βόρεια Ελλάδα από τον κορωνοϊό.

Η πρώτη αεροδιακομιδή διασωληνωμένων ασθενών COVID-19 μεταξύ ηπειρωτικών περιοχών της χώρας και συγκεκριμένα από τη Δράμα στην Αττική, που έγινε την προηγούμενη Πέμπτη, καταδεικνύει το αδιέξοδο που βιώνουν οι γιατροί στις μονάδες εντατικής θεραπείας της Μακεδονίας, αλλά και τον δρόμο που θα ακολουθήσουν οι υγειονομικές αρχές και το επόμενο διάστημα.

Αλλωστε, «όσο νοτιότερα» τόσο και πιο ελεγχόμενη είναι η κατάσταση και περισσότερες οι εφεδρείες του συστήματος. Συγκεκριμένα στην Αττική υπάρχουν ακόμα αρκετά περιθώρια μετατροπής κλινών από non COVID σε COVID στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, ιδιωτικές κλινικές έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να παραχωρήσουν τις εγκαταστάσεις για την αντιμετώπιση περιστατικών COVID, ενώ προστίθενται και νέες κλίνες εντατικής, όπως οι 12 κλίνες στο νοσοκομείο Νίκαιας οι οποίες το επόμενο διάστημα αναμένεται να ξεκινήσουν να δέχονται ασθενείς.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Υγείας, το ΕΣΥ θα συνεχίσει να δέχεται την ασφυκτική πίεση του δεύτερου κύματος για τουλάχιστον άλλη μία εβδομάδα. Την Παρασκευή από τις 710 κλίνες εντατικής που είχαν διατεθεί σε όλη τη χώρα για τη νοσηλεία ασθενών με κορωνοϊό, καλυμμένες ήταν οι 623 (ποσοστό πληρότητας 88%). Αντίστοιχα, από τις 6.304 απλές κλίνες COVID-19, καλυμμένες ήταν οι 4.068 (64,5%). Σύμφωνα με την καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, Βάνα Παπαευαγγέλου, εκτιμάται ότι τις επόμενες δύο εβδομάδες θα χρειαστεί να νοσηλευτούν λόγω του κορωνοϊού περίπου 1.600 ασθενείς και να εισαχθούν σε μονάδα εντατικής θεραπείας 250.

Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία εξαρτώνται από τον αριθμό των κρουσμάτων, που σημαίνει ότι όσο θα μειώνονται αυτά τόσο θα αίρεται σταδιακά η πίεση στο ΕΣΥ.

Οπως ανέφερε στην «Κ» η πνευμονολόγος και συντονίστρια διευθύντρια της 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής του νοσοκομείου «Σωτηρία», Μίνα Γκάγκα, από τη στιγμή κατά την οποία αρχίζει η μείωση των κρουσμάτων, χρειάζονται δέκα με δεκαπέντε ημέρες για να φανεί αυτό στον αριθμό των νοσηλειών.

«Ακόμα και εάν γίνει αυτό, εάν δεν αλλάξουμε εμείς τη συμπεριφορά μας, με την παραμικρή άρση των περιοριστικών μέτρων θα έχουμε πάλι προβλήματα», ανέφερε. Περιγράφοντας την κατάσταση σήμερα στα νοσοκομεία, σημείωσε: «Η Αθήνα δεν πιέζεται πάρα πολύ. Ακόμα η κατάσταση είναι διαχειρίσιμη. Η Θεσσαλονίκη όμως έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα».

Η εικόνα στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και των όμορων νομών όπως στη Δράμα και την Αλεξανδρούπολη, ήταν κάτι περισσότερο από οριακή καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας. Κάθε εφημερία σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης ξεκινούσε με ελάχιστες έως καθόλου κενές κλίνες εντατικής.

Χειρουργικές αίθουσες, μονάδες ανάνηψης, μονάδες εμφραγμάτων, νοσηλεύουν διασωληνωμένους ασθενείς, ενώ εντάθηκαν και οι διακομιδές ασθενών σε άλλους νομούς. Οπως περιέγραφε στην «Κ» στέλεχος του υπουργείου Υγείας, «ανοίγουμε κλίνες εντατικής σε όποιους χώρους πληρούν προδιαγραφές και κάνουμε διακομιδές σε όμορους νομούς ή και νοτιότερα, όπου υπάρχουν κενές κλίνες». Είναι ενδεικτικό ότι την Παρασκευή στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων νοσηλεύονταν 14 ασθενείς με COVID-19 σε ΜΕΘ και 39 σε απλές κλίνες, η πλειονότητα των οποίων προέρχονταν από Γρεβενά, Νάουσα, Κοζάνη και άλλες πόλεις.

Στο βαθύ κόκκινο είναι και η Θεσσαλία, όπου η πληρότητα στις 83 κλίνες εντατικής αγγίζει το 100%. Η πίεση στις ΜΕΘ της Λάρισας αντιμετωπίζεται με διακομιδές ασθενών σε άλλα νοσοκομεία όπως της Χαλκίδας και της Λαμίας αλλά και πιο νότια. Οπως ανέφερε πάντως στη «Κ» στέλεχος του υπουργείου Υγείας στη Θεσσαλία δεν είχε χρειαστεί –τουλάχιστον έως την Παρασκευή– να αναπτυχθούν κλίνες εντατικής σε χώρους εκτός ΜΕΘ, όπως π.χ. μονάδες ανάνηψης και χειρουργεία.

Σαφώς καλύτερη είναι η κατάσταση και στην Αττική όπου υπάρχουν και πολλά περιθώρια επέκτασης των δυνατοτήτων του ΕΣΥ για την αντιμετώπιση της COVID. Στα νοσοκομεία της 1ης ΥΠΕ Αττικής, τα οποία διαθέτουν συνολικά περίπου 8.550 κλίνες, έχουν δεσμευθεί για τη νοσηλεία ασθενών με κορωνοϊό 1.191 κλίνες συνολικά (μεταξύ των οποίων και κλίνες στο ΝΙΜΤΣ), εκ των οποίων οι περίπου 220 είναι σε ΜΕΘ. Το ποσοστό πληρότητας στις απλές κλίνες ήταν στα μέσα της εβδομάδας στο 58,8% και στις ΜΕΘ στο 20%. Ενδεικτικό της πιο ελεγχόμενης κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα νοσοκομεία της Αθήνας είναι και το γεγονός ότι συνεχίζουν τα τακτικά χειρουργεία σε ποσοστό μεγαλύτερο του 40%. Επιπλέον, τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ανοίξουν και νέες κλίνες εντατικής σε νοσοκομεία της Αττικής, αρχής γενομένης από τις 12 κλίνες στο Κρατικό Νίκαιας, ενώ έως το τέλος Δεκεμβρίου θα έχουν ανοίξει και 30 κλίνες στο ΚΑΤ, έξι στον Ερυθρό Σταυρό και τέσσερις στο Τζάνειο. Και σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας, οι γιατροί για τις κλίνες αυτές έχουν ήδη διοριστεί.

Τέλος, έως και τα μέσα της προηγούμενης εβδομάδας η Κρήτη διέθετε 18 κλίνες εντατικής για ασθενείς με κορωνοϊό και ο σχεδιασμός είναι αυτές να αυξηθούν στις 56. Τα νοσοκομεία της Κρήτης δέχονται ήδη περιστατικά COVID από το Βόρειο Αιγαίο.

Σοκάρουν οι αριθμοί

Το πόσο επικίνδυνος είναι ο κορωνοϊός και πόσο εύκολα μπορεί να φέρει στα όριά του οποιοδήποτε σύστημα υγείας καταδεικνύει η ραγδαία αύξηση των διασωληνωμένων ασθενών στη χώρα μας που παρατηρείται εντός του Νοεμβρίου. Μόλις μέσα σε 16 ημέρες και συγκεκριμένα από τις 13 Νοεμβρίου έως και την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου, ο αριθμός των ασθενών με COVID-19 που χρειάστηκαν διασωλήνωση διπλασιάστηκε από 310 σε 607. Kαι αξίζει να σημειωθεί ότι στο πρώτο κύμα της πανδημίας κορωνοϊού, ο αριθμός των διασωληνωμένων στην πλέον «δύσκολη ημέρα» σχετικά με τις νοσηλείες σε ΜΕΘ, ήταν 93.

Αντίστοιχα, πολύ δύσκολες ήταν οι τελευταίες δύο εβδομάδες και σε ό,τι αφορά τον αριθμό των ατόμων που κατέληξαν λόγω της νόσου. Από τις 14 Νοεμβρίου έως και την Παρασκευή 27 δηλώθηκαν 1.105 θάνατοι ασθενών με COVID-19, δηλαδή περισσότεροι από τους μισούς που έχουν καταγραφεί από την αρχή της επιδημίας έως σήμερα. Ειδικά την τελευταία εβδομάδα, ο μέσος όρος των ατόμων που έχαναν τη μάχη για τη ζωή τους ήταν 97, αριθμός που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι η COVID-19 είναι σαν μία απλή γρίπη.