ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μαραθώνιος η ανίχνευση του κορωνοϊού

Το έργο του Εργαστηρίου Κλινικής Ιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

marathonios-i-anichneysi-toy-koronoioy-561186070

«Ξαμπαλάρισμα», καταγραφή και ανίχνευση του νέου κορωνοϊού. Εδώ και μήνες η ίδια μηχανική διαδικασία. Μακριά από την πρώτη γραμμή των κλινικών COVID-19, στο Εργαστήριο Κλινικής Ιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, αναλύουν ακατάπαυστα τα δείγματα που φτάνουν από κάθε γωνιά του νησιού. Ο ρόλος τους παραμένει κρίσιμος, όπως και η πίεση για γρήγορες και αξιόπιστες απαντήσεις.

Από τα τέλη Οκτωβρίου το δεύτερο κύμα της πανδημίας του νέου κορωνοϊού χτύπησε με σφοδρότητα τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά μοιάζει να ξεθύμανε στις ακτές της Κρήτης. Η Θεσσαλονίκη, η Δράμα, η Πιερία και η Πέλλα δοκιμάζονται σκληρά αυτή την περίοδο. Κλινικές COVID-19 επεκτείνονται σε άλλα τμήματα των νοσοκομείων, υγειονομικό προσωπικό νοσεί και παροπλίζεται. Την περασμένη Τετάρτη, η Θεσσαλονίκη μετρούσε 453 νέα κρούσματα, ενώ σε Ηράκλειο, Ρέθυμνο και Χανιά ο συνολικός αριθμός ήταν 37. Παρά τη διαφορά, για τους ερευνητές που πραγματοποιούν τους μοριακούς ελέγχους ο φόρτος εργασίας παραμένει μεγάλος. Ο τρόπος με τον οποίο κυκλοφορεί ο ιός στην κοινότητα δεν αφήνει περιθώριο εφησυχασμού.

«Εχουμε περιστατικά σε μικρά χωριά που δεν θα το περίμενε κανείς. Αυτό παρατηρείται και στην υπόλοιπη χώρα και είναι η βασική διαφορά με το πρώτο κύμα. Τότε τα περιστατικά που είχαμε ήταν κυρίως εστιασμένα γύρω από αστικά κέντρα, σε ανθρώπους οι οποίοι ταξιδεύουν πολύ. Τώρα έχουμε εγκατεστημένη τη διασπορά σε όλη την Ελλάδα», λέει στην «Κ» ο Αλέξανδρος Ζαφειρόπουλος, επίκουρος καθηγητής Κλινικής Ιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οπως εξηγεί ο ίδιος, αυτή η βάση εξάπλωσης του ιού δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, κυρίως από την εισαγωγή νέων κρουσμάτων, «εκεί που πιστεύαμε ότι όλα έχουν περάσει και ήμασταν σχετικά χαλαροί». Μόλις όμως άλλαξαν οι καιρικές συνθήκες, ειδικά στον Βορρά, ακολούθησε η έξαρση.

«Ημασταν μία εβδομάδα με δέκα ημέρες πίσω από την υπόλοιπη Ελλάδα. Είχαμε φτάσει και στην Κρήτη σε εκθετική αύξηση των κρουσμάτων προτού επιβληθούν τα νέα μέτρα. Απλά δεν πρόλαβαν να ανέβουν τόσο πολύ ώστε να δούμε τις τραγικές εικόνες όπως συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη», προσθέτει.

Σήμερα, το Εργαστήριο Κλινικής Ιολογίας Κρήτης επεξεργάζεται καθημερινά 800-1.000 δείγματα, ενώ κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού είχε φτάσει και τα 2.000 την ημέρα. Συνολικά όλους αυτούς τους μήνες το προσωπικό του έχει αναλύσει πάνω από 150.000 δείγματα από διαφορετικές πηγές προέλευσης. Από το πρώτο κύμα της πανδημίας είχε οριστεί ως εργαστήριο αναφοράς στη χώρα μαζί με εκείνα του Ινστιτούτου Παστέρ, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του νοσοκομείου «Αττικόν», του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων Πατρών και Λάρισας. Η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της πανδημίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση.

Το περιεχόμενο κάθε δέματος με δείγματα που φτάνουν στο εργαστήριο πρέπει να ανοιχθεί σε ειδικό θάλαμο βιοασφάλειας, από προσωπικό που είναι ντυμένο με προστατευτικές στολές, καθώς ακόμη και τα συνοδευτικά έγγραφα θεωρούνται εν δυνάμει μολυσματικά. Τα παραπεμπτικά φωτογραφίζονται και στέλνονται στη γραμματεία για να ακολουθήσει η ψηφιακή καταχώρισή τους, έπειτα θα ξεκινήσει η διαδικασία της εξέτασης. Ο κύκλος επεξεργασίας των δειγμάτων διαρκεί τέσσερις με πέντε ώρες και το προσωπικό δίνει αγώνα δρόμου για να βγαίνουν αποτελέσματα αυθημερόν.

marathonios-i-anichneysi-toy-koronoioy0

Με τη βοήθεια του τότε κοσμήτορος Ιατρικής και νυν πρύτανη στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, καθηγητή Γιώργο Κοντάκη, βρέθηκε κατάλληλος χώρος που θα μπορούσε να στεγάσει το εργαστήριο για τις ανάγκες της πανδημίας, ενώ η Περιφέρεια Κρήτης προχώρησε σε δωρεά εξοπλισμού. Ακολούθησαν προσλήψεις επιστημονικού προσωπικού, βιολόγων και χημικών, μέσω της Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης και του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας. Τον Ιούλιο, λόγω των αυξημένων αναγκών του τουρισμού, το εργαστήριο στελεχώθηκε με επιπλέον τρεις βιολόγους και χημικούς και δύο γραμματείς. Τα δείγματα αυξάνονταν διαρκώς. Από διψήφια νούμερα ημερησίως την άνοιξη, έφτασαν σε τετραψήφια μέσα στο καλοκαίρι.
Μάχη για τα αντιδραστήρια

Ειδικά κατά το πρώτο κύμα το προσωπικό έπρεπε να ξεπεράσει τον σκόπελο της έλλειψης αντιδραστηρίων, λόγω της τεράστιας ζήτησης διεθνώς. Ο διευθυντής του Εργαστηρίου Κλινικής Ιολογίας, καθηγητής Γιώργος Σουρβίνος, λέει στην «Κ» ότι αντιμετώπισαν οριακές καταστάσεις λόγω του ξαφνικού φόρτου δειγμάτων. «Εχει χρειαστεί να ειδοποιήσουμε προμηθεύτρια εταιρεία να στείλει αντιδραστήρια με το πλοίο για να φτάσουν το επόμενο πρωί στις έξι, να πάει προσωπικό να τα παραλάβει –χωρίς να παραμένουν στα στενά όρια των καθηκόντων τους– προκειμένου να γίνουν τεστ εγκαίρως για τον περιορισμό της διασποράς της πανδημίας. Το υψηλό αίσθημα ευθύνης και προσφοράς του προσωπικού διατήρησε τη λειτουργία του εργαστηρίου ακατάπαυστη ακόμη και σε δύσκολες στιγμές». 

Πολλή δουλειά και αίσθημα ευθύνης

Η χημικός Χαρά Πετρουλάκη είναι ένα από τα μέλη που προστέθηκαν στο εργαστήριο τον Ιούλιο. Η εκπαίδευσή της κράτησε περίπου δύο εβδομάδες. «Στην αρχή υπήρχε μεγάλο άγχος. Δεν έπρεπε να γίνουν λάθη. Το πιο δύσκολο κομμάτι για εμένα ήταν οι πολλές ώρες σε συνδυασμό με το ότι έπρεπε να είσαι 100% συγκεντρωμένος τόσο στην παραλαβή όσο και στην ενημέρωση», λέει. Το ίδιο αίσθημα ευθύνης επισημαίνει και η βιολόγος Μαριλένα Παρακατσελάκη. «Ο αριθμός των δειγμάτων εξακολουθεί να είναι μεγάλος, έχει αυξηθεί όμως τώρα ο αριθμός των θετικών», επισημαίνει.

«Σκεφτόμαστε ότι περιμένει ένας άνθρωπος το αποτέλεσμα για να ενημερωθεί και ότι πρέπει να γίνει η δουλειά μας γρήγορα και αξιόπιστα. Οσο φτάνουν δείγματα δουλεύουμε, δεν αφήνουμε δείγματα πίσω». «Είμαι εντυπωσιασμένος και τους θαυμάζω», λέει για το προσωπικό του εργαστηρίου ο κ. Σουρβίνος. «Δεν έχω ακούσει ένα παράπονο, μια αντίδραση, παρότι ζήσαμε στιγμές έντονης πίεσης αγνοώντας Σαββατοκύριακα και αργίες».

Εκείνη την περίοδο, θυμάται και ο κ. Ζαφειρόπουλος, «λειτουργούσαμε σε επίπεδο εβδομάδας. Δεν είχαμε περιθώριο να στοκάρουμε αντιδραστήρια». Ενώ μπορεί να λάμβαναν διαβεβαιώσεις από κάποια εταιρεία για απρόσκοπτη προμήθεια υλικών, ξαφνικά κάποια χώρα αποφάσιζε να δεσμεύσει όλη την παραγωγή για τις δικές τις ανάγκες, υποχρεώνοντας τους ερευνητές να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις.

Μαζί με τα δείγματα αυξήθηκαν και οι ώρες δουλειάς. Το εργαστήριο εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί από τις οκτώ το πρωί έως τα μεσάνυχτα σε βάρδιες. «Κόπωση υπήρχε και υπάρχει, τόσο σωματική όσο και πνευματική. Αλλά δεν μας έχει σταματήσει, προσπαθούμε να ξεπερνάμε την κούραση», λέει η βιολόγος Γωγώ Αλέξη. «Πρέπει να βγάλουμε τα αποτελέσματα όσο πιο άμεσα μπορούμε. Εχουμε δείγματα ασθενών που εξετάζουμε και πρέπει να δούμε εάν έχουν αρνητικοποιηθεί, εάν ο ιός είναι σε αποδρομή», προσθέτει η χημικός Ζωή Πουρνάρα. «Υπήρχαν ημέρες που εργαζόμασταν 12ωρα, με τρομερό άγχος, αλλά δεν νιώσαμε την ανάγκη να πούμε ότι θέλουμε μια παύση από τη δουλειά».