ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Φτιάχνοντας λέξεις με νοήματα

«Ηρθα σε επαφή με τη νοηματική γλώσσα στα δεκαεννέα μου και με γοήτευσε», εξιστορεί στην «Κ» ο 32χρονος Γιώργος Στάθης, φοιτητής τότε στη Θεολογική και πρόεδρος σήμερα του Σωματείου Διερμηνέων Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας. Ο νεαρός τότε φοιτητής ακολούθησε την απαιτούμενη εκπαίδευση: τέσσερα χρόνια εκμάθησης της νοηματικής μέχρι την επάρκεια, δύο χρόνια εξειδίκευσης και 120 ώρες πρακτικής άσκησης. Σήμερα είναι ένας από τους 120 διπλωματούχους διερμηνείς – μέλη του σωματείου που έχει ιδρυθεί το 1991. «Εξ ημών, μόνο οι μισοί εργαζόμαστε αποκλειστικά ως διερμηνείς και όχι όλοι full time».

Για πολλά χρόνια τη γλώσσα μάθαιναν όσοι είχαν στο περιβάλλον τους ανθρώπους με προβλήματα ακοής, κάτι που πλέον δεν ισχύει: Σήμερα οι περισσότεροι διερμηνείς έχουν σπουδάσει άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα, αλλά όλοι εμφορούνται από το ίδιο πάθος για τη νοηματική. «Το επάγγελμά μας, που παραμένει σε πολλούς άγνωστο, συνεπάγεται μεγάλες συγκινήσεις· έχει συνεχείς εναλλαγές, που δεν μας αφήνουν να πλήξουμε, ενώ ταυτόχρονα μας προσφέρει εσωτερική πληρότητα». Μπορεί οι διερμηνείς των συμβατικών γλωσσών να παραμένουν αόρατοι μέσα στην ασφάλεια της ερμητικά κλειστής καμπίνας τους, δεν ισχύει όμως το ίδιο για τους διερμηνείς της νοηματικής γλώσσας, οι οποίοι οφείλουν να είναι ορατοί για να εξυπηρετήσουν το κοινό τους. «Αν κάποιος δεν αντέχει την έκθεση ή δεν έχει σωματική ευελιξία, δεν κάνει για αυτή τη δουλειά». 

Σε μια κοινωνία που θα εξασφάλιζε την προσβασιμότητα σε όλους οι διερμηνείς θα ήταν περιζήτητοι. «Ομως αυτή δεν είναι η περίπτωση της Ελλάδας», επισημαίνει με πικρία ο κ. Στάθης. «Οι περισσότεροι εξ ημών απασχολούμαστε στην υπηρεσία εξ αποστάσεως διερμηνείας, Iris, που έχει συστήσει το Εθνικό Ιδρυμα Κωφών». Εν προκειμένω, το σύστημα Iris δίνει τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους, μέσω βιντεοκλήσης, από το να παραγγείλουν καφέ μέχρι να συνεννοηθούν με υπουργεία, «τα οποία μας έχουν δώσει και μερικές έξτρα τηλεφωνικές γραμμές προς διευκόλυνση». Εμπόδια παραμένουν στη διεκπεραίωση τραπεζικών πράξεων και συναλλαγών. «Μας αντιμετωπίζουν ως τρίτο πρόσωπο και αρνούνται έως τώρα να μοιραστούν πληροφορίες και προσωπικά δεδομένα». Ομως, «πολλοί κωφοί της προηγούμενης γενιάς δεν έχουν επαρκώς διδαχθεί την ελληνική ώστε να μπορούν να αντιληφθούν τεχνικά κείμενα με οικονομικούς όρους και να εξυπηρετηθούν μόνοι, ενώ δεν έχουν και ευχέρεια με τις νέες τεχνολογίες. Ευελπιστούμε στην εξεύρεση λύσης», προσθέτει ο ίδιος. 

Λιγότεροι αριθμητικά εργάζονται στην τηλεοπτική διερμηνεία. «Εχουμε καλά και κακά νέα λόγω πανδημίας», υπογραμμίζει ο κ. Στάθης. «Στο briefing των πολιτικών συντακτών και στις ενημερώσεις του ΕΟΔΥ υπάρχει ταυτόχρονη διερμηνεία. Εσχάτως προστέθηκε η διερμηνεία της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας προς μεγάλη χαρά πολλών κωφών», επισημαίνει. «Πολλοί έχουν στραφεί στη θρησκεία λόγω της επικρατούσας ανασφάλειας, ενώ ούτως ή άλλως στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά σωματεία κωφών με καθαρά χριστιανικό χαρακτήρα, τα οποία μάλιστα εξασφάλιζαν ζωντανή διερμηνεία στο ενδιαφερόμενο ποίμνιο». Εχουν ακόμα προστεθεί υπότιτλοι σε σειρές της δημόσιας και ιδιωτικής τηλεόρασης, εξυπηρετώντας έτσι κωφούς και βαρήκοους. «Ο υποτιτλισμός προχωράει αργά, ενώ η εφαρμογή speak to text ακόμα δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά», σημειώνει. «Τέλος, έχουμε διερμηνεία στις ειδήσεις των επτά λεπτών, αλλά όχι στο πλήρες βραδινό δελτίο των εννέα στην ΕΡΤ, όπως παλιά», παρατηρεί ο κ. Στάθης, ο οποίος υπενθυμίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης μόνιμων θέσεων διερμηνέων σε δημόσιες υπηρεσίες και πανεπιστήμια.  

«Ωστόσο, το σοβαρότερο πρόβλημα για εμάς είναι τι θα συμβεί αν κάποιος κωφός με κορωνοϊό χρειαστεί να νοσηλευτεί, και δη σε ΜΕΘ», λέει. «Εως τώρα δεν μας δίνουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να εισέλθουμε σε αυτούς τους χώρους, ενώ φοβόμαστε ότι εντός της ΜΕΘ η τεχνολογία Iris πιθανώς δεν θα λειτουργεί, ενώ και ο ασθενής μάλλον θα αδυνατεί να τη χειριστεί». Ευτυχώς, «αυτός παραμένει προς το παρόν ένας θεωρητικός φόβος, καθώς κανένας δεν έχει νοσήσει τόσο βαριά». Το ζητούμενο για την κοινότητα των κωφών είναι να παραμείνουν υγιείς οι ίδιοι οι διερμηνείς, καθώς είναι λίγοι και απολύτως απαραίτητοι.