ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Ημερολόγια καραντίνας» ηλικιωμένων της διπλανής πόρτας

imerologia-karantinas-ilikiomenon-tis-diplanis-portas-561194740

Η ώρα είναι τέσσερις το μεσημέρι. Το τηλέφωνο χτυπάει και στο άκουσμά του ένα γλυκόπικρο χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της γιατί ξέρει ποιος καλεί. Σηκώνει το ακουστικό με λαχτάρα και στην άλλη άκρη της γραμμής ακούει τη φωνή του εγγονού της. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα τον είχε κοντά της, θα έτρωγαν μαζί και στη συνέχεια θα τον βοηθούσε στα μαθήματά του. Τώρα όμως αναγκάζεται να συμβιβαστεί με αυτού του είδους την επικοινωνία και απλά να ονειρεύεται τις ημέρες που θα τον σφίξει ξανά στην αγκαλιά της.

«Οταν ξυπνάω το πρωί στέλνω μήνυμα στα παιδιά μου ότι είμαι καλά, φιλάω τις φωτογραφίες των εγγονών μου, ετοιμάζω το πρωινό μου και βλέπω τις ειδήσεις. Στη συνέχεια ασχολούμαι με τις δουλειές του σπιτιού –μπορεί να καθαρίζω ένα συρτάρι και δυο με τρεις φορές την εβδομάδα– ή βγαίνω για περπάτημα. Το απόγευμα επικοινωνώ, συχνά με βιντεοκλήση, με τα παιδιά μου και τις φίλες μου».

Κάπως έτσι κυλάει για την 78χρονη Ελένη Πρελορέντζου η ρουτίνα του lockdown. Οι συνήθειές της μπορεί να μην έχουν αλλάξει δραματικά, ωστόσο η μοναξιά είναι πρωτόγνωρη. «Δεν έχω δει εδώ και πολύ καιρό τα εγγόνια μου και μια φορά που πήρε θάρρος η κόρη μου να τα φέρει, κατεβήκαμε στην πλατεία, φορούσα τη μάσκα μου και τα παιδιά με τα ποδήλατα έκαναν γύρω μου βόλτες και μου μιλούσαν. Και αυτά είναι πράγματα που δεν θα ξαναγίνουν, γιατί περνάνε τα χρόνια και δεν θα ξαναβρώ τέτοιες χαρές», δηλώνει η κ. Πρελορέντζου.

imerologia-karantinas-ilikiomenon-tis-diplanis-portas0
Τη στιγμή που θα αγκαλιάσει ξανά τα εγγόνια της ονειρεύεται η Ελένη Πρελορέντζου.

«Μου λείπει η ελευθερία»

Ο Κώστας Χρυσαΐτης αισθάνεται πιο τυχερός, καθώς έχει το προνόμιο της καθημερινής οπτικής επαφής. «Ευτυχώς η κόρη μου με τον γαμπρό μας μένουν δίπλα μας, εμείς στο νούμερο 22 και εκείνοι στο 24, όλοι στον πέμπτο όροφο, και βλέπουμε τις εγγονές μας από τις βεράντες και χαιρετιόμαστε», δηλώνει ο 78χρονος στην «Κ».

imerologia-karantinas-ilikiomenon-tis-diplanis-portas2

Από τις καθημερινές του δραστηριότητες αυτό που αναμφίβολα λείπει είναι τα ταξίδια με τη σύζυγό του. «Εχει αλλάξει η ζωή μου γιατί δεν έχουμε πλέον τη δυνατότητα να μετακινηθούμε ελεύθερα. Μένω σπίτι και κάνω διάδρομο το πρωί, περπατάω στην ταράτσα που έχω χώρο αποκλειστικής χρήσης, διαβάζω, ακούω μουσική, βλέπω τηλεόραση και βοηθάω σε δύσκολες δουλειές. Περισσότερο μου λείπει η αίσθηση της ελευθερίας», εξηγεί.

Παρόμοια είναι τα συναισθήματα που βιώνει και η 68χρονη Νικολέτα Αποστολοπούλου. «Πριν από την καραντίνα πήγαινα στο ΚΑΠΗ Περιστερίου και συμμετείχα σε χορευτικά, θεατρικά, χειροτεχνίες, χορωδίες. Περνούσε η μέρα μου πολύ άνετα. Τώρα θα πάω στη λαϊκή, στο φαρμακείο, στο σούπερ μάρκετ, περπατάω γύρω γύρω τα τετράγωνα, κάνω δουλειές στο σπίτι, ασχολούμαι με χειροτεχνίες, λύνω σταυρόλεξα. Μου λείπει πολύ η ανθρώπινη επαφή να αγκαλιάσω κάποιον», λέει.

Ο 84χρονος Παναγιώτης Ρόζης από την Πάτρα αναπολεί τις βραδινές εξόδους αλλά και τα πρωινά στο καφενείο. «Το βράδυ θα πηγαίναμε με τη γυναίκα μου και με φίλους να πιούμε ένα κρασάκι, να συζητήσουμε μεταξύ μας να πούμε και κανένα ανέκδοτο. Συναντούσα και φίλους στο καφενείο και τα λέγαμε, αυτά έχουν πάει στην άκρη. Βγαίνω μόνο και περπατάω 2-3 χιλιόμετρα κάθε πρωί και μετά κάθομαι στην τηλεόραση ή στο Διαδίκτυο για να ενημερωθώ», δηλώνει.

Για την 66χρονη Δήμητρα Κεχαγιά από τη Θεσσαλονίκη οι έξοδοι από το σπίτι περιορίζονται στις τακτικές επισκέψεις στο νοσοκομείο, καθώς υποβάλλεται σε θεραπείες. Οπως όλοι όσοι ανήκουν στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες έτσι και εκείνη θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτική. «Μόνο τα παιδιά μου με πηγαίνουν στο νοσοκομείο και για να πάρω φάρμακα. Παλιά ερχόταν κόσμος στο σπίτι, τώρα είμαι ολομόναχη στα τέσσερα ντουβάρια. Ούτε τα εγγόνια μου δεν έρχονται. Φοβούνται κι εκείνα και εγώ», λέει στην «Κ». Αναπόφευκτα η αγωνία ρίχνει βαριά τη σκιά της. «Από τότε που αρρώστησα το ξέρω ότι μια μέρα θα φύγω, αν είναι να πεθάνω από κορωνοϊό θα πεθάνω. Πολλές φορές αφήνω την πόρτα χωρίς το μάνταλο, τουλάχιστον αν πάθω τίποτα να έρθουν τα παιδιά να ξεκλειδώσουν, μη σπάσουν την πόρτα…» εξομολογείται στην «Κ».

«Δεν θέλω τέτοιο τέλος»

«Ανησυχώ γιατί βλέπω ότι ο θάνατος με αυτή την ασθένεια είναι πολύ δύσκολος τις περισσότερες φορές και δεν θα ήθελα να έχω τέτοιο τέλος, ούτε να αρρωστήσω και να φέρω τα παιδιά μου σε δύσκολη θέση. Γιατί δεν θα μπορούν να μου δώσουν ούτε ένα χαμόγελο, ούτε να μου πιάσουν το χέρι, όταν αρρωστήσεις αποχωρίζεσαι εντελώς την οικογένειά σου», λέει από την πλευρά της η κ. Πρελορέντζου.

Τα περιστατικά νοσηλείας φίλων και συγγενών είναι αυτά που έχουν θορυβήσει περισσότερο την κ. Ιωάννα Λουκά. Αλλωστε, σε μια κοινωνία όπως η Ηγουμενίτσα, τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα. «Γνωστοί μας αρρώστησαν και διασωληνώθηκαν και όταν το μάθαμε φοβηθήκαμε πολύ. Νομίζεις ότι είναι μακριά, όταν όμως το βλέπεις να έρχεται κοντά σου πανικοβάλλεσαι. Ανησυχούμε ότι θα πάει μακριά το πράγμα. Ακόμη και με τα εμβόλια δεν ξέρουμε αν θα είναι σίγουρα ασφαλή και ποιο θα είναι το καλύτερο», δηλώνει.

Οσο για τις γιορτινές μέρες που πλησιάζουν και το οικογενειακό τραπέζι που ενδέχεται να είναι άδειο, η ανάγκη για προφύλαξη φαίνεται να υπερισχύει. «Είναι πράγματι πειρασμός οι συγκεντρώσεις στα σπίτια τώρα στις γιορτές μάλιστα έστω κι αν είναι με τους άμεσους συγγενείς. Ομως θα τηρήσουμε τα μέτρα», λέει ο κ. Ρόζης. Εξίσου αποφασισμένη και η κ. Πρελορέντζου. «Το έχω χωνέψει ότι θα περάσω μόνη μου τα Χριστούγεννα, μόνο το δεντράκι μου θα στολίσω να βλέπω τα φωτάκια να αναβοσβήνουν και να μου θυμίζουν ότι είναι Χριστούγεννα…».