ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Eλληνικά Πανεπιστήμια: διαπιστώσεις και προτάσεις

Eλληνικά Πανεπιστήμια: διαπιστώσεις και προτάσεις

Οι αναφορές στον Τύπο συχνές και προβλέψιμες: ‘Εικόνες ντροπής στα ελληνικά Πανεπιστήμια’, ‘Στο έλεος της βίας και της ανομίας τα ελληνικά Πανεπιστήμια’, ‘Ούτε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο μέσα στη λίστα με τα 200 ‘πιο διεθνη’ του κοσμου’, αλλα και ‘Το Πανεπιστήμιο Αθηνών στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου’, ‘Δέκα ελληνικά πανεπιστήμια στα καλύτερα του κόσμου’, ‘Επτά ελληνικά πανεπιστήμια ανάμεσα στα 1000 καλύτερα του κοσμου’ είναι μερικοί πρόσφατοι τίτλοι εφημερίδων και ενημερωτικών ιστοσελίδων. Τι ισχύει τελικά, και ποιά είναι τα πιό καίρια ζητήματα που πρέπει κανείς να λάβει υπ όψιν για να έχει μία αντικειμενική εικόνα;

Τα τελευταία δέκα χρόνια μιά στρατιά 1.700 ελλήνων επιστημόνων που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό συμμετέχουν σε Ελληνικές επιτροπές γιά να κρίνουν με όσο το δυνατόν πιό αντικειμενικό τρόπο τις επιδόσεις και τα προβλήματα των ελληνικών Πανεπιστημίων, σχολή προς σχολή αλλά και τα ιδρύματα συνολικά. Οι αξιολογήσεις αυτές οργανώνονται από μία ανεξάρτητη αρχή που μέχρι πρότινος ονομάζονταν ΑΔΙΠ (Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση) ενώ πρόσφατα μετονομάστηκε σε ΕΘΑΑΕ (Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης) και είναι προσβάσιμες σε όλους μέσα από την ιστοσελίδα της αρχής. Μια συζήτηση γιά τα ελληνικά Πανεπιστήμια δεν μπορεί να γίνει χωρίς να λάβει υπ όψιν αυτή την συγκεντρωτική εμπειρία τόσων χρόνων και τόσων αξιολογήσεων. (Παρενθετικά, νομίζουμε επίσης οτι η επιλογή των σχολών από τους υποψήφιους φοιτητές και τις οικογένειές τους κάθε χρόνο δεν μπορεί να γίνεται χωρίς μια ενημέρωση γιά τα ευρήματα αυτών των επιτροπών.)

΄Εχοντας συμμετάσχει σε αρκετές τέτοιες επιτροπές αξιολογήσεων θέλουμε να μεταφέρουμε μία εικόνα των ελληνικών Πανεπιστημίων που βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα όπως διαμορφώνουν την προσωπική μας εμπειρία. Θέλουμε επίσης να αναδείξουμε ορισμένα σοβαρά οργανικά προβλήματα καί να προτείνουμε κάποιες αλλαγές στην δομή των ιδρυμάτων χωρίς τις οποίες δύσκολα θα υπάρξει σημαντική πρόοδος εκεί που τα πράγματα υστερούν αυτή τη στιγμή. Να τονίσουμε ότι η εμπειρία μας είναι από τις σχολές θετικών επιστημών και τα συμπεράσματά μας δεν είναι μεν στατιστικά θεμελιωμένα πλήν όμως βασίζονται σε επαφές με πολλά ιδρύματα και τμήματα. 

Τα θετικά

Υπάρχουν πολλά θετικά στοιχεία στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Το επίπεδο των φοιτητών που συναντάμε στις αξιολογήσεις δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα αυτού των καλών Πανεπιστημίων του εξωτερικού. Επίσης, η εργατικότητα των Ελλήνων φοιτητών, αλλά και ο επαγγελματισμός όσον αφορά τις σπουδές τους εξακολουθούν να είναι πολύ ικανοποιητικά. Αυτοί είναι και οι λόγοι που οι Ελληνες φοιτητές που πηγαίνουν στο εξωτερικό είναι κατά κανόνα καλά καταρτισμένοι και δημιουργούν πολύ καλές εντυπώσεις στις κανούριες τους σχολές. Η υλικοτεχνική υποδομή των αιθουσών διδασκαλίας καθώς και των εργαστηρίων είναι σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Νομίζουμε επίσης ότι η αναλογία διδασκόντων προς διδασκομένους (κάτι γιά το οποίο οι διδάσκοντες παραπονιούνται κατά κανόνα και διαχρονικά) είναι ικανοποιητική και συγκρίσιμη με αυτή του εξωτερικού, ιδίως αν ληφθεί υπ όψιν ο αριθμός των ενεργών φοιτητών. Ακόμα και το προσφιλές θέμα της καθαριότητας είναι κυρίως ένα πρόβλημα των Πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης-στις άλλες πόλεις η κατάσταση των κτηρίων είναι πολύ ικανοποιητική. Μάλιστα υπάρχουν σχολές στην Αθήνα που διατηρούνται σε πολύ καλό επίπεδο καθαριότητας, συνήθως γιατί οι διδάσκοντες και το διοικητικό προσωπικό κάνουν τους φοιτητές να αισθάνονται συνιδιοκτήτες των χώρων αυτών.

Ερχόμενοι στο επίπεδο του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, ανάμεσα στα θετικά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γενικά οι καθηγητές έχουν διάθεση για δουλειά, δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον για τούς φοιτητές και εξακολουθούν οι περισσότεροι να έχουν φιλόδοξους στόχους στην ακαδημαϊκή και ερευνητική τους δουλειά.

Παρά τα όποια θετικά όμως, τα ακαδημαϊκά μας Ιδρύματα εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με αυτά του εξωτερικού χωρών αντιστοίχου πληθυσμού, βιοτικού επιπέδου και οικονομικής επιφάνειας. Θα χωρίσουμε την συζήτηση μας σε προβλήματα που είναι οργανικά και χρειάζονται ριζικές αλλαγές, και σε άλλα που διορθώνονται πιό γρήγορα μέ μικρότερες παρεμβάσεις.

Τα αρνητικά. Δομικά προβλήματα

Το ελληνικό Πανεπιστήμιο έχει μία αναχρονιστική δομή και συγκεντρώνει μία σειρά από παθογένειες που το κρατούν σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο. Πολλές από αυτές τις παθογένειες ίσως και να αποτελούν παγκόσμιες πρωτοτυπίες.

Εισαγωγή φοιτητών. Σε κανένα μέρος του κόσμου εξ όσων γνωρίζουμε οι Πανεπιστημιακές σχολές δεν αποκλείονται από το να έχουν πρωτεύοντα λόγο στην επιλογή των φοιτητών τους ή έστω στον αριθμό των πρωτοετών που μπορούν να εξυπηρετήσουν. Επίσης πολύ σπάνια σε σχολές του εξωτερικού συμβαίνει το φαινόμενο η τελική σχολή εισαγωγής των φοιτητών να βασίζεται σε μία σειρά απο ‘γκέλες’ που ξεκινούν από την πρώτη σε προτίμηση σχολή και καταλήγει σε κάποια σχολή πολλές φορές εντελώς άσχετη με την αρχική προτίμηση. Πως είναι δυνατόν επομένως οι αξιολογήσεις των τμημάτων να είναι συγκρίσιμες με αυτές του εξωτερικού όταν εκεί η ποιότητα, η ποσότητα, και το ενδιαφέρον των φοιτητών για το αντικείμενο των σπουδών καθορίζεται (ή αξιολογείται) από το τμήμα; Πού θα ήταν στις διεθνείς κατατάξεις το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αν δεχόταν κάθε χρόνο τριπλάσιους φοιτητές από όσους έχει προγραμματίσει, και αν οι περισσότεροι από αυτούς ήθελαν στην πραγματικότητα να έχουν περάσει σε άλλη σχολή ενός άλλου Πανεπιστημίου;   

Πρόεδροι τμημάτων. Τα Πανεπιστημιακά τμήματα είναι τα κύτταρα που καθορίζουν την ποιότητα και υγεία των Ιδρυμάτων. Αυτό ισχύει παντού, και γι αυτό παντού στον κόσμο ο/η επικεφαλής του τμήματος είναι κατά κανόνα ένας προβεβλημένος επιστήμονας στον χώρο του που συνήθως επιλέγεται σε διεθνή διαγωνισμό, έχει μεγάλες αρμοδιότητες να προσλαμβάνει προσωπικό και πάντα αφήνει το στίγμα του στον χαρακτήρα και την ποιότητα του τμήματος. Στα πλαίσια αυτά, ο πρόεδρος έχει επίσης πρωταρχικό ρόλο -στην παρακολούθηση της επαγγελματικής εξέλιξης των καθηγητών. Η Ελλάδα πρωτοτυπεί και εδώ. Οι πρόεδροι των τμημάτων ειναι εσωτερικοί υποψήφιοι που πολλές φορές ‘το κάνουν με δυσκολία’ ‘όταν έρθει η σειρά τους’. Η θητεία τους είναι περιορισμένη και οι αρμοδιότητές τους κυρίως διαδικαστικές. Τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσουν σε άλλους συναδέλφους τους όταν η διδακτική ή ερευνητική δουλειά των τελευταίων έχει βαλτώσει. [Υπάρχει βέβαια η συνέλευση του τμήματος, αλλά και εδώ οι αρμοδιότητες είναι χρήσιμες μεν αλλά χωρίς να μπορούν να αναπληρώσουν έναν διεθνώς διακεκριμένο πρόεδρο.] Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συναντάμε στις αξιολογήσεις των τμημάτων είναι καθηγητές που ξεκινούν με καλά βιογραφικά αλλά στην πορεία η δουλειά τους, και διδακτική και ερευνητική, πέφτει σε χαμηλό επίπεδο: αλλά για αυτούςδεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός μηχανισμός κρίσης και προτροπής για αλλαγή. Τολμούμε να πούμε ότι οι καθηγητές αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των Πανεπιστημίων και δεν είναι ασήμαντη μειοψηφία. Στα περισσότερα καλά Πανεπιστήμια του εξωτερικού τέτοιοι προβληματικοί καθηγητές θα ήταν υπό συνεχή πίεση από τον πρόεδρο είτε να αλλάξουν είτε να φύγουν. 

Ανεργία αποφοίτων και αιώνιοι φοιτητές. Ο φοιτητής που τελειώνει σήμερα το ελληνικό Πανεπιστήμιο θα αντιμετωπίσει τεράστια ανεργία – επομένως δεν έχει κανέναν λόγο ούτε να βιαστεί να τελειώσει τις σπουδές του ούτε να συνδέσει την ακαδημαϊκή του επίδοση με την επαγγελματική αποκατάσταση. Μπαίνει σε μία οικονομία που είναι βασισμένη σε στρεβλά πρότυπα η οποία θα του δώσει λίγες ευκαιρίες γιά να εργαστεί στο αντικείμενό του. Ομως αν αυτό είναι το πρωτογενές υλικό των Πανεπιστημίων μας, πως μπορούμε να περιμένουμε υψηλές επιδόσεις στις διάφορες παγκόσμιες κατατάξεις;  Η έλλειψη σχεδιασμού στην οικονομία είναι σοβαρό πλήγμα σε πολλούς τομείς αλλά καί στον Ακαδημαϊκό χώρο. Πόσους μαθηματικούς, φυσικούς, φιλόλογους και δικηγόρους χρειάζεται η χώρα σε σχέση με αυτούς που παράγει κάθε χρόνο; Πόσους αποφοίτους στην διοίκηση επιχειρήσεων; Τρείς είναι οι επιλογές ενός φοιτητή που βλέπει αυτήν την πραγματικότητα: ή θα καθυστερήσει τις σπουδές του κάνοντας ταυτόχρονα δουλειές του ποδαριού γιά ένα χαρτζιλίκι, ή θα φύγει στο εξωτερικό ή θα απασχοληθεί στον φροντιστηριακό τομέα προετοιμάζοντας μιά νέα γενιά ανέργων. Η πρώτη επιλογή οδηγεί στο φαινόμενο των αιώνιων φοιτητών, η δεύτερη στην φυγή στο εξωτερικό ακόμα και γι αυτούς που δεν θα επωφεληθούν ουσιαστικά από αυτό, απλά θα καθυστερήσουν την είσοδο στην ανεργία, και η τρίτη σε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό παραπαιδείας που μειώνει τον ρόλο της δευτεροβάθμιας παιδείας και δημιουργεί φοιτητές που μαθαίνουν να εργάζονται άκριτα μόνο μέσα σε αυστηρά προκαθορισμένα καλούπια.

Οσο αυτά τα δομικά προβλήματα στην εισαγωγή των φοιτητών, στους ρόλους των προέδρων, στην φύση της οικονομίας και στην επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων παραμένουν άλυτα, οι όποιες αξιολογήσεις και προτάσεις βελτίωσης των ελληνικών Πανεπιστημίων θα είναι εκ των πραγμάτων δύσκολο να φέρουν ριζικά αποτελέσματα.

Υπάρχουν όμως και μία σειρά από άλλα σημαντικά προβλήματα, λιγότερο δομικά, που ίσως αντιμετωπίζονται γρήγορα και αποτελεσματικά. Σε αυτά τα προβλήματα, που τα βλέπουμε να επαναμβάνονται σχεδόν αυτούσια σε πολλές από τις αξιολογήσεις των Πανεπιστημιακών τμημάτων, θα αναφερθούμε παρακάτω.  

Τα αρνητικά. Προβλήματα που μπορούν να λυθούν γρήγορα και αποτελεσματικά

Αυτά είναι κυρίως απότοκα χρονιζουσών νοοτροπιών που έχουν ριζώσει και η υπέρβασή τους απαιτεί κυρίως καλή θέληση, οργάνωση και συντονισμένη δράση.

Έλλειψη κουλτούρας μέντορα από πιο ώριμους και επιτυχημένους καθηγητές προς νεώτερους. Στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, με πολύ λίγες εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως σε νεώτερα τμήματα, δεν υπάρχει καμμιά πολιτική για τη βελτίωση των δεξιοτήτων των μελών του καθηγητικού προσωπικού και την προώθηση της επαγγελματικής τους ανάπτυξης. Αντίθετα, υπάρχει κάποτε έντονος και συχνά υποβόσκων ατομοκεντρισμός. Αυτή η νοοτροπία οδηγεί σε μια πανεπιστημιακή μονάδα (σχολή, τμήμα) πολλαπλών ταχυτήτων, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω σχετικά με το φαινόμενο των ουκ ολίγων προβληματικών καθηγητών. Αντίθετα, μια σειρά από στοχευμένες παρεμβάσεις (μηνιαία συνάντηση μεταξύ μέντορα και νεώτερου καθηγητή, τακτική ανασκόπηση συγκεκριμένων δράσεων σε θέματα οργάνωσης της έρευνας, προγραμματισμού δημοσιεύσεων κλπ.) μπορεί να αποτελέσει μια από τις αποτελεσματικώτερες επενδύσεις για την εδραίωση μιάς κουλτούρας προς συνεχή και αδιαπραγμάτευτη προσέγγιση υψηλής ακαδημαϊκής ποιότητας.

Χρόνια προβλήματα ΕΛΚΕ και Γραφείου Διασύνδεσης / Mεταφοράς Τεχνολογίας. Ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) έχει συσταθεί από το κάθε Πανεπιστημιακό ίδρυμα για την δημοσιονομική στρατηγική και διαχείρηση των χρημάτων που διατίθενται κυρίως για ερευνητικές δραστηριότητες αλλά και για διδασκαλία, αναπτυξιακά έργα και για τη γενικώτερη λειτουργική αρτιότητα του ιδρύματος. Η ένταξη των ΕΛΚΕ στο δημόσιο λογιστικό δημιουργεί υπερβολική γραφειοκρατία και καθυστερήσεις για την παραμικρή χρηστική δαπάνη. Παραδείγματος χάριν, για την αγορά κάποιου αντικειμένου χρειάζονται: αίτημα στην επιτροπή ερευνών, αναμονή έγκρισης, αναζήτηση 3 προσφορών από ανάλογους προμηθευτές και τέλος παραγγελία και αγορά. Για εμάς στο εξωτερικό χρειάζεται μια υπογραφή! Ο  ΕΛΚΕ είναι επίσης επιφορτισμένος με την ενημέρωση για ερευνητικές επιχορηγήσεις αλλά και την παροχή βοήθειας για νέες ερευνητικές προτάσεις. Ωστόσο, οι καθηγητές/ερευνητές διαχρονικά είναι απογοητευμένοι με την ανεπάρκεια της υποστήριξης κατά την προετοιμασία ερευνητικών προτάσεων και την μετέπειτα λογιστική διαχείρηση των κονδυλίων που θα κερδηθούν. Ο ΕΛΚΕ πρέπει να συμβάλλει ενεργά στην υποστήριξη των καθηγητών, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί στην προσέλκυση εξωτερικής χρηματοδότησης: αυτό είναι κάτι στο οποίο επενδύουν εκ συστήματος όλα τα καλά πανεπιστήμια διεθνώς. Ο ΕΛΚΕ μπορεί ακόμη να βοηθήσει ώστε ένα μέρος των κονδυλίων overheads να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση εκκίνησης (startup funds) των νεοεκλεγέντων καθηγητών.  Η απουσία τέτοιων αρχικών επιχορηγήσεων για την πλειοψηφία των πρωτοδιόριστων καθηγητών είναι κοινή διαπίστωση και μεγάλο πρόβλημα, ιδίως την στγμή που τέτοιες επιχορηγήσεις αποτελούν τον κανόνα έξω. Γενικά, οι λογιστικές πτυχές της ακαδημαικής ζωής (όπως π.χ. οι συχνά χρονοβόρες διεργασίες διαχείρησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων από τους ίδιους τους καθηγητές) πρέπει να περάσουν σε κατάλληλα καταρτισμένο διοικητικό προσωπικό σε στενή συνεργασία με το προσωπικό του τμήματος.

Η έλλειψη επιχειρηματικότητας που αποθαρρύνει την πρωτοβουλία. Ιδεοληπτικές εμμονές παρουσίαζαν για δεκαετίες ως ασύμβατο το δημόσιο Πανεπιστήμιο με την επιχειρηματικότητα και ευρύτερα με κάθε «εκτός κουτιού» πρωτοβουλία πέρα από τη διδασκαλία και την έρευνα, και, πιό οριακά, κάποιες κοινωνικές δράσεις. Δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που τονίζουμε την ανάγκη της απρόσκοπτης υποστήριξης και ενθάρρυνσης της επιχειρηματικότητας μεταξύ των καθηγητών και ερευνητών με απτά κίνητρα, ακόμη και οικονομικά/μισθολογικά. Όμως αυτή πρέπει να γενικευθεί σαν κάτι το απολύτως φυσικό και κοινωνικά θεμιτό που όχι μόνο δεν αντιβαίνει αλλά και συμπληρώνει τον εκπαιδευτικό και ερευνητικό χαρακτήρα των δημοσίων ΑΕΙ μας.  Δεν είναι τυχαίο ότι τα πιο διακεκριμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα διεθνώς είναι επίσης αυτά με την υψηλότερη απόδοση όσον αφορά τις επιτυχημένες νεοσύστατες επιχειρήσεις (start-ups, spin-offs) και τις αμφίδρομες συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα και την ευρύτερη οικονομία. Ένα δείγμα της συνεργασίας αυτής είναι η τάση εταιρειών έντασης γνώσης (knowledge-intensive) να εγκαθίστανται οι ίδιες ή παραρτήματά τους σε τεχνολογικά πάρκα στα campus αυτών των πανεπιστημίων. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελούν οι καταξιωμένες θέσεις καθηγητών (endowed chairs) χρηματοδοτούμενες εν όλω ή εν μέρει από τον ιδιωτικό τομέα ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα. Η θεμελίωση μιάς παράδοσης επιχειρηματικότητας απαιτεί κίνητρα στα πλαίσια μιας ευρύτερης θεσμοθέτησης ανταμοιβής της αριστείας.  Έτσι, εκτός από την επιχειρηματικότητα με την στενή έννοια, κάθε άλλη ρηξικέλευθη πρωτοβουλία που αναβαθμίζει καθοριστικά την ποιότητα της έρευνας και της διδασκαλίας μπορεί και πρέπει να αναγνωρίζεται με την επιβράβευση ατόμων ή ομάδων μέσω της διανομής διακριτικών κεφαλαίων  (discretionary funds) που θα μπορούσαν να  διατεθούν για εκπαιδευτικές και ερευνητικές ανάγκες υψηλού ρίσκου/υψηλής απόδοσης. Παρόμοιοι μηχανισμοί ανταμοιβής είναι ακόμη επιβεβλημένοι προκειμένου να αποφευχθεί ο εκπατρισμός σημαντικού ποσοστού μεταξύ των πιο επιτυχημένων και ανταγωνιστικών καθηγητών.

Έλλειψη εξωστρέφειας. Τα ανώτατα Ιδρύματα συμμετέχουν σε ικανοποιητικό βαθμό σε σχήματα διεθνών ανταλλαγών και κινητικότητας φοιτητών και καθηγητών όπως το εμβληματικό πρόγραμμα Erasmus+ της Eυρωπαϊκής Ένωσης όμως η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να γίνει πολύ πιο εξωστρεφής. Λόγω των πολλαπλών καθηκόντων τους και της σχετικής γραφειοκρατίας. οι έλληνες καθηγητές που εξασκούν το θεσμοθετημένο δικαίωμά τους για εκπαιδευτική άδεια (sabbatical leave) είναι αναλογικά πολύ λιγώτεροι σε σχέση με τους συναδέλφους τους σε καλά ξένα πανεπιστήμια. Επίσης, παρ όλο που κάποιοι ερευνητικά δραστήριοι καθηγητές μετακινούνται στο πλαίσιο διεθνών συνεργασιών στο εξωτερικό, αυτοί αντιπροσωπεύουν ακόμη μικρό ποσοστό μεταξύ των μελών των πανεπιστημίων.  Με δεδομένο το τεράστιο ενδιαφέρον από τη διεθνή φοιτητική κοινότητα όχι μόνο για σύντομες επισκέψεις αλλά και για ολοκληρωμένες σπουδές στην Ελλάδα, είναι άμεση ανάγκη να επεκταθούν και να γενικευθούν τα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και οι διδακτορικές σπουδές στην Αγγλική (και δευτερευόντως σε άλλες ξένες γλώσσες).  Παράλληλα, πρέπει να οργανωθούν συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα στοχευμένα προγράμματα «σπoυδών εξωτερικού» (Study Abroad Programs) για ξένους φοιτητές σε τομείς όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα και αναπτύσσει δυναμική υπεροχή (Κλασσικές Σπουδές, Αρχιτεκτονική, Επιστήμες Μηχανικού, Ιατρική και Επιστήμες Υγείας, Περιβαλλοντικές Σπουδές, Βιώσιμη Γεωπονία, κ.ά). Εκτός από την πολύ σημαντική οικονομική τόνωση των πανεπιστημίων και της τοπικής κοινωνιας , η εισροή ξένων φοιτητών θα αυξήσει τη διεθνή ερευνητική συνεργασία και σε επίπεδο καθηγητών και ερευνητών και θα προσδώσει στα ανώτατα Ιδρύματα την επίζηλη εκείνη επωνυμία (branding) που χαρακτηρίζει τα καταξιωμένα πανεπιστημιακά τμήματα διεθνώς.

Ασφυκτικός έλεγχος από το Υπουργείο και ιδεοληπτική πολιτική που αποδυναμώνει καλές κατά καιρούς καινοτομίες. Είναι τοις πάσι γνωστό ότι το Υπουργείο Παιδείας ανεξαρτήτως πολιτικού προσήμου ελέγχει εν τοις πράγμασι τα ελληνικά ΑΕΙ σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ό,τι συμβαίνει σε άλλα προηγμένα κράτη με δημόσια πανεπιστήμια. Είναι επίσης μία συνήθης πρακτική ο εκάστοτε Υπουργός να γκρεμίζει το έργο τού προηγούμενου σε μία προσπάθεια βελτίωσης των πραγμάτων πού όμως έχει μικρό και αναποτελεσματικό αποτύπωμα διαχρονικά. Η αποκλειστικότητα της χρηματοδότησης από την πολιτεία της δίνει θαρρείς το δικαίωμα και στην δεσμευτική / καταναγκαστική (prescriptive) επιβολή ελέγχου που περιορίζει την αυτονομία των πανεπιστημίων και εμποδίζει την ανεξάρτητη ακαδημαϊκή τους ανταπόκρισή στα διακυβεύματα του σήμερα και του αύριο. Δυο πρόσφατα παραδείγματα αρκούν.  Τα Συμβούλια Ιδρύματος (ΣΙ) που θεσμοθετήθηκαν με τον  Ν. 4009/2011 από μια κυβέρνηση, αποδυναμώθηκαν από την επόμενη και καταργήθηκαν από την μεθεπόμενη.  Η χωρίς σχεδιασμό και ακαδημαϊκά κριτήρια κατάργηση των ΤΕΙ και η συγχώνευσή τους με ΑΕΙ από μία κυβέρνηση και η αποδοχή της κατάστασης από την διάδοχο κυβέρνηση έχουν δημιουργήσει μια δυσλειτουργική πραγματικότητα. Είναι καιρός τα πανεπιστήμια να κινηθούν μέσα σε ένα σταθερό, ευέλικτο και γενικό πλαίσιο κανόνων και να αφεθούν επί τέλους ελεύθερα να οργανωθούν υπεύθυνα με τις δικές τους ακαδημαϊκές προτεραιότητες, αλλά και με λογοδοσία σε ό,τι αφορά τη χρήση των δημόσιων πόρων, να αναπτύξουν τη φυσιογνωμία τους και να αφήσουν το στίγμα τους στην τοπική κοινωνία, στον εθνικό χώρο, στον παγκόσμιο στίβο. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους τα ανώτατα ιδρύματα θα μπορούσαν να κατοχυρώσουν την αυτονομία τους είναι η επαναθεσμοθέτηση μιας μορφής Συμβουλίου Ιδρύματος αλλά με σαφή δικαιοδοσία σε ό,τι αφορά τον εσωτερικό έλεγχο της διαχείρησης και λειτουργίας του πανεπιστημίου. Τα Συμβούλια αυτά, αποτελούμενα ξανά από επιφανείς ομογενείς επιστήμονες και επιτυχημένα στελέχη της κοινωνίας των πολιτών, με την συλλογική πείρα τους και την καταξίωσή τους θα είναι πολύτιμη ασφαλιστική δικλείδα για τα εκλεγμένα όργανα διοίκησης  (Πρυτανικό Συμβούλιο, Σύγκλητος) και επί πλέον θα συμβάλουν στην ανάπτυξη καλύτερων συνεργασιών με τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της Ελλάδας και με την διεθνή ακαδημαϊκή και επιχειρηματική κοινότητα, όπως συμβαίνει με ανάλογα όργανα στα προβεβλημένα πανεπιστήμια του εξωτερικού.

H προοπτική της ελπίδας

Με βάση την παραπάνω νηφάλια ανάλυση, θέλουμε να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι για το μέλλον των Πανεπιστημίων μας υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοσθούν σύντομα οι πρέπουσες θεσμικές και εσωτερικές αλλαγές ώστε αυτά να γίνουν οικοσυστήματα νέων ιδεών και φιλόδοξων στόχων σε έναν κόσμο που εξελίσσεται ταχύτατα.  Τα απελευθερωμένα και εξωστρεφή ελληνικά Ιδρύματα μπορούν να αποβούν διεθνώς ανταγωνιστικοί φορείς ευημερίας και κοινωνικής ανέλιξης για τη χώρα μας καθώς επανακτά το βηματισμό της μετά από μια δεκαετή κρίση.

………………………………………………………………………………………………………………………….

*Ο Σπύρος Αγάθος είναι Ομότιμος Καθηγητής Bιολογικής Μηχανικής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο Λουβαίν (Βέλγιο), Μέλος του Τομεακού Επιστημονικού Συμβουλίου (ΤΕΣ) Επιστημών Περιβάλλοντος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) και υπηρέτησε ως μέλος Συμβουλίου Ιδρύματος στο Πολυτεχνείο Κρήτης (2013-2017)

*Ο Νίκος Κτιστάκης ειναι ερευνητής στη Μοριακή και Κυτταρική Βιολογία, και εργάζεται στο Ινστιτούτο Babraham, αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό και ερευνητικό ιδρυμα του Πανεπιστημίου του Cambridge απο το 1996