ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ-ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ

Σκηνές που συναντάς μόνο στη βιβλιογραφία

Το περιστατικό ακραίας δύσπνοιας σε κλινική COVID-19 του «Σωτηρία». Η μάχη στην «κόκκινη ζώνη» δεν έχει τελειώσει ακόμη.

Αρχικά νόμιζαν ότι η ασθενής είχε πέσει από το κρεβάτι. Την αντιλήφθηκαν από τις κάμερες που έχουν τοποθετηθεί στους θαλάμους νοσηλείας COVID-19. Ντύθηκαν με τις προστατευτικές στολές και έσπευσαν κοντά της. Η ασθενής είχε τις αισθήσεις της. Είχε παραμερίσει το κομοδίνο της, ίσως είχε πιαστεί από το συρτάρι στην προσπάθειά της να στηριχθεί και το είχε αφήσει ορθάνοιχτο. Είχε κάτσει στο πάτωμα, με την πλάτη στον τοίχο, το κεφάλι σκυμμένο και το δεξί γόνατο λυγισμένο στο στήθος της. Πάσχιζε να αναπνεύσει και μόνο αυτή η ασυνήθιστη θέση φαινόταν πρόσκαιρα να την ανακουφίζει. Ηταν μία εικόνα που οι θεράποντες γιατροί είχαν «αντικρίσει» μέχρι τότε μόνο στη βιβλιογραφία.

Η Γαρυφαλλιά Πουλάκου, παθολόγος-λοιμωξιολόγος στη Γ΄ Παθολογική Κλινική του «Σωτηρία» και επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγκλονίστηκε όταν είδε πρώτη αυτή την εικόνα στο μόνιτορ. «Από το 1991 που έχω πάρει το πτυχίο μου δεν είχα δει άνθρωπο με αυτή την ακραία έκφραση δύσπνοιας», λέει στην «Κ». Η συγκεκριμένη ασθενής έχει υποκείμενο νόσημα για το οποίο χρειάζεται ούτως ή άλλως παροχή οξυγόνου. «Είχε φτάσει όμως σε τελικό στάδιο δύσπνοιας και δεν ανακουφιζόταν με τη μάσκα της. Αναγκαζόταν να σκύβει και να παίρνει θέσεις που θα την ανακούφιζαν και θα αύξαναν την καρδιακή παροχή», λέει η κ. Πουλάκου.

Οι ασθενείς ανακαλύπτουν μόνοι τους αυτές τις θέσεις, ενστικτωδώς, όταν δεν τους επαρκεί άλλο ο αέρας. Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό έβρισκε τη συγκεκριμένη νοσηλευόμενη σε άλλες αφύσικες θέσεις στο κρεβάτι, ποτέ όμως στο πάτωμα. Αφού μέτρησαν τα αέρια αίματος χρειάστηκε να τη διασωληνώσουν. Μέχρι και σήμερα παραμένει σε ΜΕΘ.

Η ορθόπνοια, το να μην μπορεί δηλαδή να πλαγιάσει ένας άρρωστος και να κάθεται στο κρεβάτι ή στην καρέκλα προκειμένου να αναπνεύσει δεν ήταν άγνωστη ως εικόνα στο προσωπικό της κλινικής. Στη σχετική βιβλιογραφία αναφέρεται ότι η θέση της ορθόπνοιας επιτρέπει τη λειτουργία όλων των αναπνευστικών μυών, καθώς κατέρχεται το πιεζόμενο διάφραγμα και διευκολύνεται σημαντικά η αναπνοή. Υπάρχουν όμως και πιο ακραίες μορφές.

Ο λοιμωξιολόγος Θωμάς Νιτσοτόλης εντόπισε ότι η εικόνα που αντίκρισαν οι συνάδελφοί του στο «Σωτηρία» αποκαλείται «στάση μετάνοιας ή προσευχής μωαμεθανών» στο βιβλίο «Κλινική Εξέταση και Διάγνωση» με επιμελητές έκδοσης τους Δ. Καραμήτσο, Μ. Σιών, Γ. Γιαννόγλου. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα διδασκόταν στους φοιτητές Ιατρικής στη Θεσσαλονίκη και στα Ιωάννινα. Εκεί αναφέρεται ότι ορισμένοι ασθενείς «κατεβαίνουν από το κρεβάτι, κάθονται σε μια καρέκλα και στηρίζουν όλον τον κορμό και τα χέρια τους στο κρεβάτι ή σε ένα τραπέζι. Σε ακραίες μορφές δύσπνοιας, ή σε βαριά συμπιεστική περικαρδίτιδα, οι άρρωστοι προσπαθούν να ελαφρύνουν την αναπνευστική τους δυσχέρεια στηριζόμενοι στα γόνατα και στους αγκώνες τους».

«Ασυνείδητα, χωρίς να το ξέρει, η ασθενής βρήκε τη μοναδική θέση που θα μπορούσε να πάρει λίγο οξυγόνο παραπάνω. Είναι αγωνιώδης ο τρόπος που νοσούν αυτοί οι άνθρωποι. Αυτή η γυναίκα δεν μπορούσε να καλέσει βοήθεια. Υπάρχουν ειδικές θέσεις που παίρνουν οι άρρωστοι όταν δυσπνοούν, αλλά αυτή είναι η πιο ακραία. Περιγράφεται στα βιβλία αλλά δεν την είχα δει ποτέ», λέει στην «Κ» ο Κώστας Συρίγος, διευθυντής της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής στο «Σωτηρία» και καθηγητής Παθολογίας. «Αυτή η εικόνα, αυτή η περιγραφή της κατάστασης, είναι η απάντηση σε εκείνους που αμφισβητούν τον ιό», προσθέτει.

Από το πρώτο κύμα της πανδημίας, με τη συγκατάθεση των ασθενών, είχαν τοποθετηθεί κάμερες στους θαλάμους νοσηλείας των κλινικών COVID-19 στο «Σωτηρία». Με αυτόν τον τρόπο είναι πιο εύκολη η συνεχής παρακολούθηση των ασθενών, εξοικονομείται αναλώσιμο υλικό και περιορίζεται ο χρόνος που απαιτείται για τη διαδικασία του συνεχούς ντυσίματος και ξεντυσίματος με τον προστατευτικό εξοπλισμό.

«Σίγουρα έπαιξε ρόλο ο συνδυασμός του υποκείμενου νοσήματος και της COVID-19, η οποία ως ασθένεια δεν επιτρέπει συχνά στον άρρωστο να αισθανθεί το λαχάνιασμα, να καταλάβει την υποξυγοναιμία. Γιατί αλλιώς θα είχε βάλει τη μάσκα της και θα είχε χτυπήσει το κουδούνι της ενδοεπικοινωνίας», λέει η κ. Πουλάκου.

Εχουν περάσει 20 ημέρες από αυτό το περιστατικό. Οπως παρατηρεί η κ. Πουλάκου, το τελευταίο διάστημα έχει μειωθεί ο αριθμός των εισαγωγών και έχουν αυξηθεί τα εξιτήρια από τις ΜΕΘ. Ωστόσο, εξακολουθούν να φτάνουν στους θαλάμους ασθενείς σε βαριά κατάσταση, ορισμένοι χρειάζονται διασωλήνωση δύο 24ωρα μετά την άφιξή τους. Αυτή την περίοδο οι περισσότεροι ασθενείς είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, αρκετοί άνω των 70 ετών, με υποκείμενα νοσήματα. «Εχω την εντύπωση ότι τα μέτρα που λήφθηκαν ίσως να έχουν αναχαιτίσει τη νόσο στον κόσμο που κυκλοφορούσε. Εχουν προλάβει όμως να μολυνθούν κάποια άνθρωποι μέσα στις οικογένειές τους», λέει η παθολόγος. Στην «κόκκινη ζώνη» η μάχη του προσωπικού δεν έχει τελειώσει ακόμη.