LUCIANO CALESTINI

Θα εργαστούμε για την ευημερία των παιδιών

Θα εργαστούμε για την ευημερία των παιδιών

«Στην Ελλάδα τα παιδιά κατέχουν μοναδική θέση, τα έχετε σαν μικρούς θεούς στην οικογένεια και αυτό αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για τη δουλειά που έχουμε μπροστά μας». Αυτό ισχυρίζεται ο Luciano Calestini, πρώτος εκπρόσωπος του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά, δηλαδή της UNICEF, μιλώντας στην «Κ» λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη καθηκόντων του στην Ελλάδα. Οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο κ. Calestini είναι πολλές, καθώς καλείται να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη της ελληνικής κοινωνίας, έπειτα από τη θυελλώδη διακοπή λειτουργίας της Ελληνικής Αντιπροσωπείας της UNICEF, ενώ ταυτόχρονα φιλοδοξεί να αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής των παιδιών στην Ελλάδα, η οποία είναι ουραγός στην Ε.Ε. Η λέξη που επαναλαμβάνει στη διάρκεια της συνέντευξής μας είναι «restart» και το όνειρό του για τα επόμενα πέντε χρόνια που θα επιχειρεί με έδρα την Αθήνα, είναι η χώρα μας να γίνει ένας τόπος όπου θα θέλει να ζήσει κάθε παιδί. 

Η μάνα που κρατάει ψηλά στα χέρια το παιδί της, αρχετυπική εικόνα, αποτέλεσε το σήμα-κατατεθέν της UNICEF, η οποία ξεκίνησε μεταπολεμικά τη δράση της στην Ελλάδα. Από το 1947 έως το 1959, η UNICEF, της οποίας η χώρα μας είναι μέλος ήδη από την ίδρυσή της, παρείχε επισιτιστική βοήθεια (γάλα, τυρί, κρέας, ψάρια, λάδι γάδου και φιστικοβούτυρο) σε περίπου ένα εκατομμύριο Ελληνόπουλα και μητέρες. Αργότερα, η Εθνική Επιτροπή συγκέντρωνε χρήματα για τις διεθνείς εκστρατείες του οργανισμού – ως επί το πλείστον στην Αφρική. Κάθε νοικοκυριό προμηθευόταν τετράδια της UNICEF και έστελνε ευχές με κάρτες UNICEF· πολλοί ήταν εκείνοι που συνεισέφεραν στον ετήσιο τηλεμαραθώνιο προσφέροντας τον οβολό τους. Η σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες της Ελλάδας, που συχνά ένιωθαν μεγαλύτερη σιγουριά δίνοντας χρήματα σε έναν διεθνή οργανισμό παρά σε μια τοπική οργάνωση, έληξε βίαια προ ετών, όταν ήρθαν στο φως της δημοσιότητας ατασθαλίες. Μάλιστα, για πρώτη φορά στην ιστορία του οργανισμού, το εκτελεστικό συμβούλιο της UNICEF απέσυρε το 2018 το χρίσμα από την τοπική οργάνωση της Ελλάδας, αφού δεν έγινε δεκτή από την ελληνική πλευρά η πρόταση για μεταρρυθμίσεις με στόχο την εύρυθμη λειτουργία της. Η UNICEF επανέρχεται τώρα στην Ελλάδα με άλλη νομική μορφή, διαφορετικό προσωπικό και εντελώς νέο προσανατολισμό. Ο κόσμος, όμως, ακόμη αναρωτιέται τι ακριβώς συνέβη… 

«Η Ελληνική Αντιπροσωπεία ήταν μια οργάνωση που ιδρύθηκε το 1977 και ζήτησε την άδεια από τη UNICEF να κάνει χρήση του ονόματός της, προκειμένου να την εκπροσωπεί και να συλλέγει πόρους για τις εκστρατείες της στον Τρίτο Κόσμο», εξηγεί ο κ. Calestini, «πρόκειται για συνήθη πρακτική που εφαρμόζεται σε άλλες 33 χώρες». Τα κακώς κείμενα στη δράση της Επιτροπής προσδιορίζονται χρονικά το διάστημα 2013-2017. «Δεν πρόκειται για οικονομική απάτη, αλλά για κακή διαχείριση», διευκρινίζει ο ίδιος, «τα τελευταία δύο χρόνια, το 2016 και το 2017 συγκέντρωσαν 6,5 εκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων απέδωσαν το 69% στα κεντρικά της UNICEF στη Νέα Υόρκη». Το ποσοστό που δίδεται κατά μέσον όρο είναι 75% των εσόδων. Δημοσιεύματα της εποχής κάνουν λόγο για υπέρογκους μισθούς για τα δεδομένα της χειμαζόμενης από την οικονομική κρίση Ελλάδας και «οικογενειοκρατία». Επισήμως, η UNICEF μιλάει για πρακτικές που δεν συνάδουν με το πνεύμα του οργανισμού, λόγω των οποίων έλαβε την παραπάνω απόφαση. 

Ο προσανατολισμός

«Εχω έρθει με την ιδιότητα του πιστοποιημένου διπλωμάτη στην Ελλάδα, όπως ακριβώς γίνεται με τα μέλη της Υπατης Αρμοστείας ή του ΠΟΥ», διευκρινίζει ο κ. Calestini, ο οποίος ηγείται μιας ομάδας 32 ατόμων. Στις 20 Νοεμβρίου 2020, το ελληνικό κράτος και η UNICEF συμφώνησαν στην ίδρυση ενός μόνιμου γραφείου του οργανισμού στην Ελλάδα. «Αντίστοιχου τύπου γραφεία λειτουργούν στην Κροατία, στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, όπου είχαμε διπλωματικές αποστολές προτού ενταχθούν στην Ε.Ε. και τις διατηρήσαμε έπειτα από παράκληση των εθνικών τους κυβερνήσεων». Το νέο γραφείο της UNICEF έχει διαφορετικό προσανατολισμό. «Θα εργαστούμε για την ευημερία των δύο εκατομμυρίων παιδιών που ζουν στο ελληνικό έδαφος», λέει ο κ. Calestini. Συνεπώς, στο εξής δεν θα συγκεντρώνονται χρήματα εδώ για προγράμματα εκτός των ελληνικών συνόρων. 

«Δεν ανταγωνιζόμαστε κανέναν και διαφέρουμε από όλους, καθώς έχουμε την εμπειρία 75 χρόνων και ταυτόχρονα τη δυνατότητα και τη δικαιοδοσία να συνεργαζόμαστε με την ελληνική κυβέρνηση και τους φορείς του Δημοσίου, στους οποίους μπορούμε να μεταφέρουμε την τεχνογνωσία μας», τονίζει ο ίδιος. «Στόχος μας είναι η ενδυνάμωση του εθνικού συστήματος και η διασφάλιση ότι το κράτος εφαρμόζει τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού». Ως εκ τούτου, «εμείς θα είμαστε εταίροι σε προγράμματα από κοινού με οποιαδήποτε δημόσια αρχή (γραφείο του πρωθυπουργού, υπουργεία κ.ά.). Ενα από τα πρότζεκτ, με το οποίο θα ασχοληθούμε μαζί με την υφυπουργό Κοινωνικών Υποθέσεων, Δόμνα Μιχαηλίδου, είναι η προώθηση του θεσμού της αναδοχής», απαντά, «3.000 παιδιά βρίσκονται σε ιδρύματα, κάτι που πρέπει να αλλάξει, καθώς είναι κοινώς αποδεκτό ότι η οικογένεια αποτελεί το καταλληλότερο περιβάλλον για να μεγαλώσει ένα παιδί». Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει εκστρατεία ευαισθητοποίησης αλλά και πολλές τεχνικές παρεμβάσεις. «Εχουμε βρει αρκετά στατιστικά στοιχεία για τη ζωή των παιδιών στην Ελλάδα, με εξαίρεση τη μείωση της παιδικής θνησιμότητας, που έχει σταθμιστεί στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στους υπόλοιπους πυλώνες υπολείπεστε των άλλων χωρών-μελών», εξηγεί, «ως προς την παιδική φτώχεια, πιο χαμηλά από την Ελλάδα βρίσκονται μόνον η Ρουμανία και η Βουλγαρία». Τα δεδομένα αυτά προβληματίζουν τον έμπειρο αξιωματούχο, που έχει υπηρετήσει στα πιο δύσκολα πόστα. «Αυτοί οι αριθμοί οφείλονται σε πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί έως σήμερα, αλλά σχετίζονται και με τις επικρατούσες νοοτροπίες, εξ ου και πρέπει να εργαστούμε με όλους – με την Εκκλησία, τα πανεπιστήμια, τον ιδιωτικό τομέα». 

Η επόμενη ημέρα

Τα σενάρια για την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι δύο. «Είτε θα συνεχίσουμε στο μονοπάτι στο οποίο βρίσκεστε, με επίγνωση ότι θα βελτιωνόμαστε σταδιακά αλλά ότι θα είμαστε πάντοτε πίσω από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες εξίσου θα βελτιώνονται, είτε θα θέσουμε για την επόμενη δεκαετία σαφείς στόχους, π.χ. να μειώσουμε την παιδική φτώχεια από 33% στο μισό, κάτι που θα είναι επαναστατικό και θα ανατρέψει το αφήγημα». Ο ίδιος κρίνει ότι υπάρχει η πολιτική βούληση –ειδικά εκ μέρους του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη– και εκτιμά πως συχνά τα παιδιά εξελίσσονται στο ιδανικό όχημα για σοβαρές κοινωνικές αλλαγές. «Για την υλοποίηση όσων σχεδιάζουμε, υπολογίζουμε σε πόρους που μπορούμε να αποσπάσουμε από κοινού με το Δημόσιο από την Ε.Ε., αλλά και στον ιδιωτικό τομέα της Ελλάδας, τη ναυτιλία, τον τουρισμό, τις τηλεπικοινωνίες» επισημαίνει, «φιλοδοξώ επίσης να αξιοποιήσω ένα νέο trend, τους διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι επενδύουν σε πρότζεκτ που εξυπηρετούν τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ». Ο κ. Calestini θεωρεί τις παραπάνω παρεμβάσεις κομβικές για την εξέλιξη της Ελλάδας. «Το μέλλον κάθε χώρας καθορίζεται από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας».