ΑΠΟΨΗ

Ηλίας Αναγνωστόπουλος: Τεκμήριο αθωότητας και τιμωρητική ανυπομονησία

Ηλίας Αναγνωστόπουλος: Τεκμήριο αθωότητας και τιμωρητική ανυπομονησία

«Εις όλας τας εγκληματικάς διαδικασίας… έκαστος, προ της καταδίκης του, δεν λογίζεται ένοχος».

Με αυτόν τον πανηγυρικό τρόπο η Γ΄ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις της Τροιζήνος διασάλπισε το έτος 1827 το τεκμήριο αθωότητας στο Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος, εμπνεόμενη από το άρθρο 11 της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789.

Το θεμελιώδες δικαίωμα του υπόπτου ή κατηγορουμένου, να μη στιγματίζεται προκαταβολικώς ως ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, καθιερώνεται στα άρθρα 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Eνωσης, 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών και 71 του ημέτερου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αποτελεί δε συστατικό στοιχείο του φιλελεύθερου κράτους δικαίου.

To τεκμήριο αθωότητας χαρακτηρίζεται δικαίως ως «υπέρτατη ρυθμιστική αρχή της ποινικής διαδικασίας» και υποχρεώνει τα όργανα της πολιτείας να μην προεξοφλούν την ενοχή του κατηγορουμένου και να τον αντιμετωπίζουν ως ενδεχομένως αθώο έως ότου αποφανθεί για την ενοχή του ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Η εμβέλεια του τεκμηρίου υπερβαίνει όμως το πλαίσιο της εκάστοτε ποινικής διαδικασίας και το αναδεικνύει σε βασική αρχή κοινωνικής οργάνωσης που αναπτύσσει την ισχύ της έναντι όλων.
Πράγματι, στις φιλελεύθερες δημοκρατίες το τεκμήριο αθωότητας ενσαρκώνει ευρύτατη κοινωνική συναίνεση για τη διαδικασία προσάψεως της μομφής της ενοχής για ορισμένο έγκλημα. Αυτή επιφυλάσσεται μόνον στα ποινικά δικαστήρια, με αποκλεισμό οιασδήποτε άλλης παράλληλης, μη δικανικής μορφής στιγματισμού.

Η απαρέγκλιτη τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας είναι κατεξοχήν αναγκαία στις υποθέσεις που προσελκύουν το δημόσιο ενδιαφέρον, διότι σ’ αυτές ο κατηγορούμενος χρειάζεται περισσότερο την προστασία του. Εντούτοις, στον παρ’ ημίν δημόσιο βίο παρατηρείται –με αυξανόμενη ένταση– η σωρευτική, σχεδόν καθημερινή παραβίασή του, με συνήθεις πρωταγωνιστές παράγοντες της πολιτικής και μέσα μαζικής επικοινωνίας και δικτύωσης.

Το 2019 ο τότε πρωθυπουργός βιάστηκε να πανηγυρίσει ενώπιον της Βουλής για τη σύλληψη ενεχυροδανειστή τον οποίο χαρακτήρισε ως «εγκέφαλο εγκληματικής οργάνωσης» που «είχε ξεζουμίσει δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας». Yστερα από λίγες εβδομάδες αποδείχθηκε ότι όλες οι κατηγορίες ήσαν σαθρές και ο ενεχυροδανειστής απηλλάγη αφού είχε διαπομπευθεί ανεπανόρθωτα στο πανελλήνιο. Πολύ πρόσφατα, η δημόσια καταγγελία πρώην πρωταθλήτριας για γενετήσια κατάχρηση εις βάρος της στο μακρινό παρελθόν ξεσήκωσε κύμα συμπαράστασης σε ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ιδίως στα τελευταία αυτά, η «ενοχή» του «δράστη» της απεχθούς πράξης θεωρείται ως ήδη αποδεδειγμένη.

Η ανάγκη να ενθαρρυνθούν τα θύματα τέτοιων πράξεων να τις καταγγέλλουν εγκαίρως είναι αναμφισβήτητη. Ο προκαταβολικός αναθεματισμός, όμως, των προσώπων που καταγγέλλονται πριν καν τα αρμόδια για τη διερεύνηση των υποθέσεων δικαστικά όργανα σχηματίσουν με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα ασφαλή κρίση για τη βασιμότητα όσων τους καταλογίζονται, δεν είναι δείγμα προηγμένης κοινωνίας.

Οσοι σπεύδουν να συμμετάσχουν στον λιθοβολισμό των σημερινών αποδιοπομπαίων δεν συμβάλλουν καθόλου στην προστασία των θυμάτων εγκληματικών πράξεων. Απλώς, εκτονώνουν την τιμωρητική ανυπομονησία τους και δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον που εξαγριώνει τα ήθη και απειλεί την ειρηνική κοινωνική συμβίωση. Αλλωστε, δεν αποκλείεται οι σημερινοί κυνηγοί κεφαλών να βρεθούν στο μέλλον στη θέση όσων σήμερα καταδιώκουν. Τότε, ίσως κατανοήσουν την πολύτιμη αξία του τεκμηρίου αθωότητας που βάρβαρα περιφρονούν.
 
* Ο κ. Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών και πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων.