ΑΠΟΨΗ

Μαρία Κωλέτση: Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα

Μαρία Κωλέτση: Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα

Στις 6 του Γενάρη «αγανακτισμένο» πλήθος οπαδών του προέδρου Τραμπ εισβάλλει στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον, αμφισβητώντας το επίσημο αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών στις ΗΠΑ. Στα μάτια των συνωμοσιολόγων υποστηρικτών της QAnon το Καπιτώλιο φαντάζει ίσως σαν μια «αντεστραμμένη» Βαστίλλη. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί αμήχανα την ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φαρσοκωμωδία. Η δημοκρατία του δυτικού πολιτισμού απειλείται, ενώ η δημοκρατική Αμερική αμύνεται. Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον πολιτικό διάλογο, στην άσκηση εξουσίας και επιρροής γίνεται καθολικό θέμα συζήτησης.

Αναπόφευκτα, δημιουργούνται συνειρμοί με γεγονότα που συνέβησαν τα προηγούμενα χρόνια στην Ελλάδα. Σε κάθε όμως σύγκριση και ανάλυση πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορετική ιστορική, κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική αφετηρία αυτών των περιστατικών. Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» εμφανίζεται στην Ελλάδα το 2011. Οι κινητοποιήσεις εμπνέονται από την Αραβική Ανοιξη και τους Ισπανούς Indignados. Στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα «Like» και τα «Follow» παρουσιάζονται ως συλλογική διαμαρτυρία απέναντι στην κρίση εξυπηρέτησης του χρέους. Οι «Αγανακτισμένοι» στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από ιδεολογικοπολιτική ανομοιογένεια. Χωρίς να αποτελούν οργανωμένο κοινωνικό κίνημα, περιλαμβάνουν αιτήματα από άμεση δημοκρατία έως και στάση πληρωμών με τη συμμετοχή και περιθωριακών κοινωνικών ομάδων που απορρίπτουν συνολικά τη δημοκρατία. Φλερτάρουν με τη βία, κινούνται από τον χώρο της εξεγερσιακής αναρχίας και των «γνωστών-αγνώστων» μέχρι και τους ψηφοφόρους της μετα-ναζιστικής (post-nazism) Χρυσής Αυγής. Γεγονότα που σηματοδοτούν την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην εμφάνιση μιας «à la carte» ριζοσπαστικοποίησης με αντιφατικές κατευθύνσεις. Σηματοδοτούν, όμως, και την αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να αφομοιώσει αυτή την τεχνολογία που θα προωθούσε την κοινωνική ενσωμάτωση και θα απέφευγε τον κοινωνικοπολιτικό κατακερματισμό.

Λίγα χρόνια μετά, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχεί το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, με ερώτημα την αποδοχή ή απόρριψη του σχεδίου των θεσμών (Ε.Ε., ΕΚΤ και ΔΝΤ) σχετικά με την ανάληψη νέων οικονομικών μέτρων αντιμετώπισης του ελληνικού χρέους. Ενα δημοψήφισμα που πραγματοποιείται σε συνθήκες πολιτικής πόλωσης, με τα hashtags #greferendum, #ΟΧΙ, #ΝΑΙ να γίνονται δημοφιλή στο ελληνικό Twitter και την πρωτοβουλία «Μένουμε Ευρώπη» να εκφράζει σε διαμαρτυρία τον φόβο ενός ενδεχόμενου #Grexit.

Η Συμφωνία των Πρεσπών του 2019 γίνεται αφορμή ανάδυσης ενός άλλου μορφώματος με πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολιορκούνται από εικόνες πολεμοχαρών «Μακεδονομάχων», με δόρατα και περικεφαλαίες. Η γραφική έκφραση ενός οργισμένου εθνικισμού συνοδεύεται από ρητορική μίσους και ευθείες απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας πολιτικών προσώπων.

Τον Οκτώβριο του 2020 η καμπάνια ενημέρωσης «Δεν είναι αθώοι» και η δημόσια αναμετάδοση της δίκης στελεχών της Χρυσής Αυγής, από την πρωτοβουλία #GDtrial στο Twitter, αντικατοπτρίζουν την πολυετή σύγκρουση μέρους της ελληνικής κοινωνίας με φαντάσματα του παρελθόντος. Οι δολοφονίες του Παύλου Φύσσα και του Σαχζάτ Λουκμάν, οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών και στελεχών πολιτικών κομμάτων γίνονται μείζον θέμα συζήτησης στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης. Το ίδιο συμβαίνει με το αίτημα «Justice For Zak/Zackie» με αιτία την αυτοδικία εναντίον του Ζακ Κωστόπουλου, δύο χρόνια νωρίτερα. Στις πλατφόρμες επικοινωνίας συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι, ο ένας νοσταλγεί το παρελθόν και ο άλλος το μέλλον.

Μέσα σε μια δεκαετία βαθιάς οικονομικής κρίσης, η Βουλή και οι θεσμοί του κράτους, πολιτικοί και κόμματα, διαφορετικά άτομα και ομάδες αποτελούν, ολοένα και πιο συχνά, στόχο λεκτικής και φυσικής βίας. Υβριστικός λόγος, ψευδείς ειδήσεις, σενάρια συνωμοσιολογίας, διακινούνται ευρέως σε λογαριασμούς κοινωνικής δικτύωσης, μετατρέποντας την πολιτική πράξη σε προσωπικό στοίχημα, τη συλλογική μνήμη σε πεδίο ιδεολογικής διεκδίκησης. Γεγονότα αμφισβητούνται, η πληροφορία κατακερματίζεται και η «μετα-αλήθεια» γίνεται κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής. Μια «συναισθηματική» πολιτική κουλτούρα που συμβαδίζει με την ταχύτητα της τεχνολογίας. O ρομαντισμός λειτουργεί αποτελεσματικά ως άμεσος μηχανισμός επίλυσης των αντιφάσεων που φέρνει μαζί του ένας κόσμος σε αλλαγή. Ανιμισμός και κοσμοπολιτισμός αναμειγνύονται σε εκδηλώσεις συμπεριφορών, τείνοντας πότε προς την κοινωνική πρόοδο και πότε προς τη συντήρηση, με χρήση ειρηνικών ή βίαιων μέσων. Το πληροφοριακό αποτύπωμα της «συναισθηματικής» πολιτικής, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μοιάζει να αποτελεί τον καταλύτη κοινωνικών πρακτικών με πολιτικές προεκτάσεις.

Ο προσβλητικός λόγος, η ρητορική μίσους και ο αντισημιτισμός, που βρίσκει πρόσβαση στις κυρίαρχες πλατφόρμες επικοινωνίας, ενεργοποιούν τα πολιτικά αντανακλαστικά σε ευρωπαϊκό, και όχι μόνο, επίπεδο προκειμένου να ληφθούν μέτρα ρύθμισης της λειτουργίας τους με κύριο μέλημα την προστασία των πολιτών (οδηγία Ε.Ε. 1818/2018). Η παγκοσμιοποιημένη, όμως, επικοινωνία υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια, καθιστώντας δύσκολη την εφαρμογή εθνικών ρυθμιστικών κανόνων. Παράλληλα, «εναλλακτικά» μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Parler, Gab) «κανιβαλίζουν» την ελευθερία της έκφρασης και υποδαυλίζουν τη δημοκρατία. Η δημοσιογραφία των πολιτών στις πλατφόρμες επικοινωνίας εμφανίζεται ταυτόχρονα ως διεύρυνση του δημοκρατικού δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και ως κίνδυνος και απειλή των ίδιων θεσμών που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Το Παρίσι συγκλονίζεται από ταραχές ενάντια στον πρόσφατο νόμο για την απαγόρευση βιντεοσκόπησης αστυνομικών από πολίτες και τα γεγονότα βρίσκουν ανταπόκριση στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με αφορμή ένα νόμο για την «καθολική ασφάλεια», που περιορίζει τη δημοσιογραφία των πολιτών, αυξάνεται η βία.

Αναπάντητο παραμένει ακόμη το ερώτημα εάν πρέπει οι υποστηρικτές «ακραίων» απόψεων να αποκλείονται από τις πλατφόρμες επικοινωνίας ή εάν η δημοκρατία οφείλει να υπερασπίζεται την ελεύθερη έκφραση ακόμη και όταν δοκιμάζονται τα όριά της.

Σε αυτό το πλαίσιο, στην Ελλάδα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντανακλούν τις παγκόσμιες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Το κυριότερο όμως είναι ότι εξελίσσονται σε κοινωνικό και πολιτικό επιταχυντή που διασφαλίζει την πολιτική επικοινωνία και τον διάλογο αλλά δεν μπορεί να εγγυηθεί για τις συνέπειές του.
 
* Η δρ Μαρία Κωλέτση είναι κοινωνική ψυχολόγος και ερευνήτρια στο Εργαστήριο Δυνητικής Πραγματικότητας του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.