ΑΠΟΨΗ

Γ. Ανδρουτσόπουλος: Μια αχρείαστη ρήξη

Γ. Ανδρουτσόπουλος: Μια αχρείαστη ρήξη

25 Μαρτίου 1987. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρ. Σαρτζετάκης και ο πρωθυπουργός Ανδρ. Παπανδρέου προσέρχονται στη Μητρόπολη Αθηνών για τη δοξολογία της εθνικής επετείου. 

Ωστόσο, η επίσημη Εκκλησία δεν βρίσκεται εκεί, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το νομοσχέδιο του Αντ. Τρίτση που προέβλεπε τη μεταβίβαση μέρους της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Πολιτεία, με λαϊκή συμμετοχή στη διαχείρισή της. 
6 Ιανουαρίου 2021. Αυτή τη φορά, τα πράγματα αντιστρέφονται. Η επίσημη Πολιτεία δεν δίνει το «παρών» στις θρησκευτικές εκδηλώσεις για την εορτή των Θεοφανίων, τις οποίες, ελέω πανδημίας, η ίδια έχει απαγορεύσει. Και στις δύο περιπτώσεις, Εκκλησία και Πολιτεία δεν είναι στα καλύτερά τους. 

Αλλωστε, η σχέση αυτών των, ούτως ή άλλως, «δύσπιστων» εταίρων ποτέ δεν ήταν μονοσήμαντα προσανατολισμένη, αλλά έχει περάσει από πολλά κύματα, με την αμοιβαία καχυποψία να αποτελεί το πλέον ευδιάκριτο αποτύπωμά της…

Η διαχείριση της πανδημίας δοκίμασε για άλλη μια φορά την πολυκύμαντη αυτή σχέση. Τούτο ήταν εύλογα αναμενόμενο, αφού η Πολιτεία συρρίκνωσε το δικαίωμα της ελευθερίας της λατρείας, με τους κατά καιρούς περιορισμούς που επέβαλλε κυρίως στη συλλογική έκφρασή του. 

Στο πλαίσιο αυτό, η απροειδοποίητη αλλαγή της νομοθεσίας για τα Θεοφάνια, με την αυστηροποίηση των μέτρων για τη λειτουργία των ναών, προκάλεσε την έντονη δυσφορία της Εκκλησίας απέναντι στην Πολιτεία, αποτελώντας το τελευταίο, για την ώρα, επεισόδιο σε ένα εν εξελίξει bras de fer με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές… 

Το ζήτημα έχει, νομίζω, δύο πλευρές· μία πολιτική και μία νομική.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας ανήκουν, τόσο κατά το περιεχόμενο όσο και κατά τον χρόνο επιβολής τους, στην αποκλειστική ευθύνη και ευχέρεια της Πολιτείας, που οφείλει, πάντως, να τεκμηριώνει την αναγκαιότητά τους. 

Για τον σκοπό αυτό, προστρέχει στις εισηγήσεις και στα πορίσματα των ειδικών επιστημόνων. Εν προκειμένω, η Πολιτεία είχε επιτρέψει, κατ’ εξαίρεση, την περιορισμένη παρουσία πιστών στους ναούς μόνο σε τρεις περιπτώσεις, δηλαδή τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια. 

Η αιφνίδια μεταβολή αυτού του status quo για την ημέρα των Φώτων δεν παρίσταται δικαιοπολιτικά ορθή και επιβεβλημένη. Τούτο δε, διότι παραγνωρίζει, θεωρώ, δύο παραμέτρους· η αναγκαιότητά της δεν φαίνεται να (ή δεν αποδείχθηκε ότι) στηρίζεται σε εισήγηση των ειδικών, με βάση τα επικαιροποιημένα επιδημιολογικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να είναι αμφίβολο εάν αποτελεί το ηπιότερο μέσο που μπορούσε να ληφθεί. 

Περαιτέρω, υποτιμά τη μέχρι τότε συμμόρφωση της Εκκλησίας στα περιοριστικά μέτρα, παρά την εγγενή δυσκολία της τελευταίας να διαχειριστεί το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών της, γεγονός που συνέβαλε στην επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας. Υπήρχε, άλλωστε, το θετικό προηγούμενο των Χριστουγέννων, που συνηγορούσε για τη διατήρηση του ισχύοντος modus vivendi. Δημιουργήθηκε, έτσι, από κακή εκτίμηση της κατάστασης, μία ρήξη που θα μπορούσε (ή μάλλον όφειλε) να είχε αποφευχθεί…

Από την άλλη, εύλογες επικρίσεις προκάλεσε η αντίδραση της Εκκλησίας, η οποία προτίμησε την «ειρηνική ανυπακοή», κρατώντας ανοικτούς τους ναούς σε περιορισμένο αριθμό πιστών και με σεβασμό στα υγειονομικά μέτρα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εκκλησία υιοθέτησε την προτροπή «εώμεν τους νόμους καθεύδειν», στοιχήθηκε, με άλλα λόγια, με την αδρανοποίηση του νόμου, ο οποίος μπορεί ενίοτε και να μην εφαρμόζεται… 

Επραξε ορθώς; Κατά τη γνώμη μου, όχι, έστω και εάν η διαχείριση του ζητήματος από την Πολιτεία δεν ήταν η ενδεδειγμένη, έστω και εάν εκδηλώθηκε από διάφορες πλευρές μία à la carte ευαισθησία για την προάσπιση της νομιμότητας… Οφειλε, όπως και –ορθώς– έπραξε τελικώς, να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα των μέτρων και όχι να επιλέξει μιας μορφής «αυτοδικία»…

Η ανάδειξη της αξίας της αλληλεγγύης και της συνεργασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι μία από τις ελάχιστες ειδήσεις με θετικό πρόσημο που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει στο επάρατο 2020. 

Στο πλαίσιο αυτό, Πολιτεία και Εκκλησία οφείλουν, με σεβασμό στους διακριτούς ρόλους τους, να συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται από την ίδια πλευρά του τραπεζιού. Η κρισιμότητα των συνθηκών δεν αφήνει άλλη επιλογή…
 
* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.