ΑΠΟΨΗ

Ενδυνάμωση ψηφιακών δεξιοτήτων

Ενδυνάμωση ψηφιακών δεξιοτήτων

Στην περίοδο της κρίσης που διανύουμε, η πανδημία COVID-19 αποτελεί σε όρους διοικητικής επιστήμης ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα (wicked problem). Ο κοινωνικός πλουραλισμός (πολλαπλά συμφέροντα και διαφορετικές αξίες των ενδιαφερόμενων μερών), η θεσμική πολυπλοκότητα (που συνδέεται και με την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση) και η επιστημονική αβεβαιότητα (κατακερματισμός και κενά στην αξιόπιστη γνώση) προσδιορίζουν τα δυσεπίλυτα προβλήματα. Στο πλέον διάσημο άρθρο των Rittel και Weber «Διλήμματα στη γενική θεωρία του σχεδιασμού» (1973), οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η επίλυση κρίσιμων προβλημάτων μέσω μιας μηχανιστικής προσέγγισης είναι πλέον αδύνατη, καθώς τα σύγχρονα ζητήματα δεν επιδέχονται λύσεις επί τη βάσει γενικών θεωρήσεων και αυτοματισμών.

Η παγκόσμια πανδημία επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη υγειονομική, οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση σε όλο τον πλανήτη. Στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2020 σχετικά με τις επιπτώσεις της επιδημίας COVID-19 στην εξωτερική πολιτική, το ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι οι συνέπειες της πανδημίας έχουν επιδεινώσει τις παγκόσμιες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, επηρεάζοντας δυσανάλογα τους φτωχότερους και τα άτομα που ανήκουν στις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και καλεί τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. να μετριάσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της. Επιπλέον, ειδική αναφορά γίνεται στις γυναίκες που επωμίζονται σε ανησυχητικό βαθμό το οικονομικό κόστος της υγειονομικής κρίσης, ενώ είναι πολλαπλώς εκτεθειμένες στην ενδοοικογενειακή βία. Σύμφωνα μάλιστα με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων, με τις ανισότητες να εστιάζονται στα πεδία της εξουσίας, του χρόνου και της εργασίας (Gender Equality Index 2020: Digitalisation and the future of work).

Η πρόσβαση σε ευκαιρίες διά βίου μάθησης εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ανισότητες. Ειδικότερα για τη χώρα μας, οι οικογενειακές υποχρεώσεις καταγράφονται ως ο σαφώς σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας για τη συμμετοχή σε προγράμματα επιμόρφωσης.

Επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι το εργατικό δυναμικό γηράσκει με γοργούς ρυθμούς παγκοσμίως. Σε επίπεδο Ε.Ε., τα συστηματικά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής μεταβάλλουν διαρκώς τη σύνθεση της ηλικιακής πυραμίδας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω θα αποτελούν το 31,3% του πληθυσμού της Ε.Ε.-27 έως το 2100, σε σύγκριση με ποσοστό 20,2% το 2019.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει η αδήριτη ανάγκη για ενίσχυση της κατά το δυνατόν εξατομικευμένης και ευέλικτης διά βίου μάθησης με έμφαση στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και στην αποτελεσματικότερη διασύνδεσή τους με την αγορά εργασίας. Για την εξασφάλιση καλύτερων αποτελεσμάτων, είναι σημαντικό να προηγείται ο εντοπισμός των υφιστάμενων δεξιοτήτων, καθώς και εκείνων που χρειάζονται αναβάθμιση (π.χ. μέσω της αξιοποίησης ενός ηλεκτρονικού αυτοδιαγνωστικού εργαλείου).

Ο ΟΟΣΑ (OECD Skills Outlook 2019: Thriving in a Digital World) επισημαίνει ότι, υποστηρίζοντας τους εργαζομένους να αποκτήσουν τον απαραίτητο ευρύ συνδυασμό δεξιοτήτων, οι χώρες μπορούν να διασφαλίσουν ότι η τεχνολογική εξέλιξη θα βελτιώσει τη ζωή όλων. Ανταποκρινόμενοι στις προκλήσεις της μετά COVID-19 εποχής, κυβερνήσεις, εργοδότες, επαγγελματικές ενώσεις, πάροχοι εκπαίδευσης και επιμόρφωσης καλούνται να αναπτύξουν νέες διαδρομές διά βίου μάθησης με έμφαση στην ενδυνάμωση των ψηφιακών δεξιοτήτων.
 
* Η κ. Εύη Δραμαλιώτη είναι αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, διδάκτωρ Διοικητικής Επιστήμης, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου.