ΑΠΟΨΗ

Θ. Βασιλακόπουλος: Ευκαιρία για τα ΑΕΙ και την κοινωνία

Θ. Βασιλακόπουλος: Ευκαιρία για τα ΑΕΙ και την κοινωνία

Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας έχει γεννήσει δημόσια διαβούλευση (ως ώφειλε) με επίκεντρο δυστυχώς το θέμα της φύλαξης των ΑΕΙ (ως μη ώφειλε). Η φύλαξη και η ελεγχόμενη πρόσβαση στα ΑΕΙ είναι ασφαλώς απαραίτητη, ιδίως σε κάποια πανεπιστημιακά ιδρύματα, όπου σε παγκόσμια πρωτοτυπία, ολιγομελείς ομάδες (αρκετά συχνά εξω-πανεπιστημιακές) επιδίδονται σε ηθικά, ποινικά ή/και υγειονομικά κολάσιμες δραστηριότητες, ή/και επιβάλλουν τη μειοψηφική τους άποψη, ευτελίζοντας στην πράξη δημοκρατικές διαδικασίες, που είναι βασικός πυλώνας ενός σύγχρονου σοβαρού πανεπιστημίου. Η συζήτηση αυτή δεν θα έπρεπε να κυριαρχεί, καθώς αποπροσανατολίζει τον διάλογο από τα σημαντικά μεταρρυθμιστικά άρθρα αυτού του νομοσχεδίου.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια, για πρώτη φορά στην ιστορία τους, αποκτούν αυτονομία από το υπουργείο Παιδείας και μπορούν να αυτο-προσδιορίζουν (εντός προκαθορισμένων ορίων) την ελάχιστη βάση εισαγωγής ανά σχολή αλλά και το εξεταζόμενο μάθημα που θα έχει ανά σχολή τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Με τον τρόπο αυτό στις καλύτερες σχολές θα εισάγονται οι καλύτεροι εν δυνάμει φοιτητές και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους καλύτερους φοιτητές και τους πανεπιστημιακούς δασκάλους θα δρα ευεργετικά –και πολλαπλασιαστικά– για την επιστήμη και κατ’ επέκταση για την κοινωνία. Επιπλέον θα δημιουργείται ευγενής άμιλλα σε τμήματα – σχολές διαφορετικών ΑΕΙ με παρεμφερές αντικείμενο, με στόχο την αυτοβελτίωση και την προσέλκυση ακόμα καλύτερων φοιτητών, με τους οποίους θα ανέβει ακόμα περισσότερο το γνωσιακό επίπεδο σπουδών, η παραγόμενη έρευνα και η νέα γνώση. Αυτή θα οδηγεί επαγωγικά και σε επιπλέον χρηματοδοτήσεις από κρατικούς, διεθνείς και εμπορικούς – ιδιωτικούς οργανισμούς. Αυξημένη χρηματοδότηση σημαίνει μεγαλύτερη αύξηση δυνατοτήτων του πανεπιστημίου για εκπαιδευτικές και ερευνητικές υποδομές (και άρα καλύτερη εκπαίδευση και παραγωγή νέας γνώσης – έρευνας). Και να μην ξεχνάμε ότι οι απόφοιτοι των αναβαθμισμένων αυτών σχολών θα είναι σαφώς ανταγωνιστικότεροι στην αγορά εργασίας σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο, αυξάνοντας τη φήμη του πανεπιστημίου.

Η ελάχιστη βάση εισαγωγής θα «θεραπεύσει» επίσης μια βασική διαχρονική παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας και του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Για πολλές δεκαετίες, κοινωνία και οικογένεια θεωρούν –πλέον λανθασμένα– ότι τα παιδιά μας πρέπει υποχρεωτικά να φοιτήσουν στο πανεπιστήμιο, ως δείγμα κοινωνικής καταξίωσης και μετέπειτα οικονομικής εξασφάλισης. Και αυτό ανεξάρτητα από το ποια είναι η διαχρονική μαθησιακή τους απόδοση και οι δεξιότητές τους, με αποτέλεσμα κάποιες σοβαρές συνέπειες:

1. Το μέσο γνωσιολογικό υπόβαθρο υποβαθμίζεται, οδηγώντας σε υποβαθμισμένα, μη ανταγωνιστικά πανεπιστήμια.

2. Σημαντικό ποσοστό φοιτητών δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει τις σπουδές, κάτι που πέρα από τις κοινωνικές συνέπειες, αποτελεί μια τεράστια σπατάλη για το δημόσιο (επιδοτούμενο από όλους μας δηλαδή) σύστημα παιδείας της χώρας μας.

3. Η σοβαρότερη συνέπεια όμως είναι ότι η χώρα δεν εκπαιδεύει επαρκή αριθμό νέων με τεχνικές δεξιότητες, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η τεχνική γνώση είναι ζητούμενο και η τεχνολογία οδηγεί τις εξελίξεις.

Η ελάχιστη βάση εισαγωγής δεν θα αποκλείσει τους νέους από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά με τον κατάλληλο επαγγελματικό προσανατολισμό θα τους οδηγήσει στην –εθνικά και εκπαιδευτικά– απαραίτητη κατεύθυνση της τεχνολογικής εκπαίδευσης, ιδίως μετά την πρόσφατη ουσιαστική κατάργησή της από την προηγούμενη κυβέρνηση με την –λαϊκής κατανάλωσης ψευδεπίγραφη– «αναβάθμιση» των ΤΕΙ (Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων) σε πανεπιστήμια με έναν αδιανόητης λογικής νόμο.

Η προ των πυλών μεταρρύθμιση αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία και θα είναι πολλαπλώς κρίσιμη και χρήσιμη για όλους τους συμμέτοχους. Αλλωστε, η μεγάλη επιστημονική επιτυχία του εμβολίου του κορωνοϊού σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα υπερτονίζει τον ρόλο της επιστήμης ως προς την παλαιότερη πολιτικοϊδεολογική ηγεμονία εντός των πανεπιστημίων, κατάλοιπο άλλων εποχών. Και προσοχή, αυτό δεν σημαίνει ελάττωση της κριτικής σκέψης, ενός από τους πυλώνες της ανώτατης εκπαίδευσης.

Στο πνεύμα των ημερών, θα έλεγα ότι η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει το «εμβόλιο» που θα προσφέρει μακροπρόθεσμη «ανοσία στις παθογένειες» κοινωνίας και τριτοβάθμιας παιδείας, αλλά και στην εξελισσόμενη υποβάθμιση των πανεπιστημίων μας, εξαφανίζοντας κάποια στιγμή ακόμα και την παρούσα ανάγκη του οποιουδήποτε ελέγχου και αστυνόμευσης.
 
* Ο κ. Θεόδωρος I. Βασιλακόπουλος MD, PhD, είναι καθηγητής Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.