ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Θύματα κακοποίησης μιλούν στην «Κ»: Δεν ήξερα γιατί υπάρχω, δεν ήξερα ποια είμαι

Θύματα κακοποίησης μιλούν στην «Κ»: Δεν ήξερα γιατί υπάρχω, δεν ήξερα ποια είμαι

«Θα είναι τρεμάμενη η φωνή μου και ίσως να κομπιάζω», λέει στο τηλέφωνο η 45χρονη Εβελίνα ενώ ετοιμάζεται να μιλήσει για την εμπειρία που συγκλόνισε τη ζωή της. Από τα επτά της χρόνια και μέχρι την πέμπτη δημοτικού, την κακοποιούσε σεξουαλικά ο αδελφός της μητέρας της, εξομολογείται στην «Κ». Εκείνη συνήθως μαγείρευε στο διπλανό δωμάτιο.  

«Φυσικά ήταν κάτι που δεν μπορούσα να μοιραστώ με κανέναν», σημειώνει, «εννοείται ένιωσα ότι έφταιγα»… Oταν ήταν 12 ετών, το εξομολογήθηκε σε έναν ιερέα – της είπε ότι αφού δεν υπήρξε διείσδυση μπορούσε να το ξεχάσει, ότι «δεν ήταν αμαρτία». Στη συντηρητική και θρησκόληπτη μητέρα της δεν μίλησε ποτέ για αυτό, αλλά πρόσφατα αντιμετώπισε τον θείο της. «Θυμάμαι τι μου έκανες όταν ήμουν παιδάκι», του είπε. «Δεν μπορώ να σου πω τίποτα πέρα από μια μεγάλη συγγνώμη», της απάντησε. Αλλά δεν είχε καμία σημασία. «Δεν μπορώ να πω ότι έχω οργή», λέει η ίδια, «έχω μια θλίψη, λυπάμαι για ό,τι μου συνέβη». Για τη μητέρα της όμως νιώθει θυμό – «δεν με προστάτευσε». 

Πάνω από 60 γυναίκες μοιράστηκαν τις δικές τους εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης ή παρενόχλησης με την «Κ» με τη βοήθεια της διαδικτυακής πλατφόρμας «Υπέροχες Γυναίκες», η οποία μετράει πάνω από 55.000 μέλη και ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια από την οικονομολόγο και κοινωνική επιχειρηματία Μαρία-Νεφέλη Χατζηιωαννίδου για να δώσει χώρο σε γυναίκες να αλληλεπιδράσουν, να εκφραστούν και να αλληλοϋποστηριχθούν. Ολες δήλωσαν ευγνώμονες για την ευκαιρία να μιλήσουν –κάποιες για πρώτη φορά– για βιώματα που τις στιγμάτισαν. Εξηγούν γιατί καμία από αυτές δεν κατήγγειλε τη βία που υπέστη. Ολα αυτά μετά την «ιστορική», συγκλονιστική καταγγελία – αποκάλυψη της Σοφίας Μπεκατώρου. 

Ηταν καλοκαίρι. Οπως κάθε καλοκαίρι, η 13χρονη Σ. και η οικογένειά της περνούσαν τις διακοπές τους στην Πάρο, όπου τους φιλοξενούσε η αδελφή του πατέρα της. Ενα βράδυ βγήκαν όλοι μαζί, έφαγαν πίτσα και παγωτό. Η Σ. θυμάται ότι φορούσε μια τζιν φούστα και ένα πράσινο μπλουζάκι, θυμάται ότι τα μαλλιά της ήταν μακριά, θυμάται ότι ήταν πολύ χαρούμενη. Η θεία της, ο άνδρας της και εκείνη πήγαν για ποτό. Τελειώνοντας, η θεία της θα γυρνούσε με τα πόδια και η Σ. με το μηχανάκι του θείου της. Αλλά δεν πήγαν σπίτι, την πήγε στο λιμάνι. Κι όταν τελικά γύρισαν, ξάπλωσε πάνω της, της έκλεισε το στόμα. Τα παιδιά του κοιμούνταν στον ίδιο χώρο. «Εκανε ό,τι έκανε κι εγώ δεν μίλησα, δεν μιλούσα, δεν είχα φωνή», λέει στην «Κ» η 27χρονη σήμερα Σ. «Το μαρτύριό μου τελείωσε το επόμενο πρωί». Αυτή ήταν η πρώτη της φορά. Την επόμενη μέρα είπε στη μητέρα της ότι ο θείος της την «ακούμπησε λίγο παραπάνω». «Μήπως δεν κατάλαβες καλά;» τη ρώτησε. Πρόσφατα είπε στους γονείς της όλη την αλήθεια – η μητέρα της δεν μπορεί να συγχωρήσει τον εαυτό της. Η θεία της όμως το γνώριζε και έμεινε μαζί του. Κάποια στιγμή ανέφερε ότι ίσως έφταιγε η Σ., «εγώ “κουνήθηκα” ήταν η λέξη, θυμάμαι, που χρησιμοποίησε». Οταν ήταν 19 χρόνων, η θεία της την πήρε τηλέφωνο λέγοντας πως ο άνδρας της ήθελε να ζητήσει συγγνώμη. «Δεν μπόρεσα να κρατήσω το ακουστικό», λέει η Σ. Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. «Πήρα ένα μαχαίρι και αποφάσισα ότι δεν ήθελα άλλο αυτή τη ζωή», λέει η ίδια, «δεν ήθελα το χρησιμοποιημένο και άρρωστο σώμα μου» – ήταν η τρίτη απόπειρα αυτοκτονίας. «Με σταμάτησε η αδελφή μου με κλάματα», θυμάται.

Στην παραλία

Οταν η Ν. ήταν 16 χρόνων η οικογένειά της και η οικογένεια του «κολλητού» του πατέρα της, ο οποίος την ήξερε από μωρό, πήγαν για νυχτερινό μπάνιο σε μια παραλία της Αττικής. Κάποια στιγμή έμεινε μόνη μαζί του στη θάλασσα. Κόλλησε το στέρνο του πάνω της, άρχισε να χαϊδεύει την πλάτη και το στήθος της. Τον έσπρωξε, εκείνος την τράβηξε πιο δυνατά. Βγήκε από τη θάλασσα σαν υπνωτισμένη. «Προσπάθησα να συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει», λέει στην «Κ». Για δύο εβδομάδες κλείστηκε στο δωμάτιό της και έκλαιγε, μέχρι που η μητέρα της τη ρώτησε αν είχε συμβεί κάτι εκείνο το βράδυ στην παραλία, αν έκανε κάτι ο φίλος τους. Η Ν. άρχισε να κλαίει. «Θεωρώ πως το κατάλαβε», λέει, «για κάποιο λόγο, που δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα, δεν έκανε κάτι». Ο φίλος τους συνέχισε να έρχεται στο σπίτι τους. Η Ν. στην αρχή τον φοβόταν, σκεφτόταν μήπως έφταιξε εκείνη – «χρειάστηκα πολύ καιρό με την ψυχολόγο μου για να καταλάβω ότι εγώ δεν έκανα κάτι». Λίγο αργότερα, όταν ο πατέρας της πήγε να την αγκαλιάσει, ταράχτηκε. «Με έπιασε ένα άγχος», λέει η τώρα 37χρονη Ν., «είχα χάσει την εμπιστοσύνη μου γενικά σε όλους τους άνδρες». Ηθελε να μιλήσει στη γυναίκα του φίλου του πατέρα της, αλλά σκεφτόταν πως θα διέλυε την οικογένειά του, πως θα πλήγωνε τις κόρες του. «Τελικά δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν», λέει. «Τώρα πια, όταν τον βλέπω αισθάνομαι απέχθεια», λέει στην «Κ». Τώρα πια δεν τον φοβάται. 

Η 26χρονη Δέσποινα παρενοχλούνταν σεξουαλικά από τον θείο της από τα 11 μέχρι τα 13. Την απειλούσε να μη μιλήσει. «Αρχισα να σιχαίνομαι τον εαυτό μου, να αισθάνομαι ότι φταίω και ότι εγώ το προκάλεσα, “είναι θείος μου, γιατί δεν μ’ αγαπάει;” σκεφτόμουν». Εκανε στα κρυφά εμετό, στα οικογενειακά τραπέζια έπρεπε να τον ανέχεται να την κοιτάζει γελώντας. Μια μέρα τη στρίμωξε στο μαγαζί των γονιών της. «Η αηδιαστική ανάσα του και η ευχαρίστησή του εκείνη τη στιγμή με πάγωνε, δεν ήξερα γιατί υπάρχω, δεν ήξερα ποια είμαι», λέει. «Οσο εγώ μεγάλωνα άρχισε να σταματάει, ίσως γιατί φοβόταν ότι θα μιλήσω αφού μεγάλωνα», λέει η Δέσποινα. «Κάθε φορά που άκουγα το όνομά του ήθελα να πεθάνω», συμπληρώνει. Για τρία χρόνια το μυαλό της έσβησε κάθε ανάμνηση από ό,τι συνέβη. Μίλησε στους γονείς της όταν ήταν 19 και ευτυχώς την πίστεψαν – τελικά παρενοχλούσε και την ξαδέλφη της. Εκείνος εξαφανίστηκε. Στην αστυνομία δεν πήγε γιατί δεν είχε στοιχεία. Μετά άρχισαν οι κρίσεις πανικού, οι λιποθυμίες, η κατάθλιψη. «Αρχισα να βάζω κιλά, να μην θέλω να είμαι ελκυστική», αναφέρει, «τα κιλά μου είναι η προστασία μου, η ασπίδα μου». «Ημουν ένα απροστάτευτο παιδί κι εγώ, που δεν έζησα την εφηβική μου ηλικία από τον φόβο και τις ενοχές μου», δηλώνει. 

«Σιωπητήριο» για να μη διαταραχθεί η «οικογενειακή γαλήνη»

Μία 24χρονη λέει στην «Κ» πως την παρενόχλησε σεξουαλικά ο άντρας της θείας της, ο οποίος είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά και την ξαδέρφη της, όταν ήταν 14 χρόνων. Η θεία της δεν ήθελε να μιλήσουν στην αδερφή τους για να μη διαταραχθεί η «οικογενειακή γαλήνη», ο πατέρας της δεν ήθελε να μιλήσουν γιατί δεν θα το άντεχαν οι παππούδες. Ο πρώτος ξάδερφος μιας 17χρονης την παρενοχλούσε όταν ήταν 7 και μετά τα 10 μέχρι τα 13. Οι σχέσεις διακόπηκαν όταν μαθεύτηκε, το θέμα δεν έφτασε στην αστυνομία. Οταν ήταν 16 χρόνων, μία κοπέλα παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα της κολλητής της. Δεν ένιωσε ότι είχε το περιθώριο να μιλήσει στους συντηρητικούς γονείς της γιατί δεν είχε καλή σχέση με τον καταπιεστικό πατέρα της. Την 20χρονη Ε. την πίεζε σεξουαλικά ένας συγγενής της όταν ήταν 10 χρόνων και αυνανιζόταν μπροστά της. «Αν μιλήσω, θα το βιώσουν η μητέρα, ο πατέρας μου, ο αδερφός μου», λέει η ίδια, συμπληρώνοντας ότι αφού εκείνη το ξεπέρασε, οι υπόλοιποι δεν χρειάζεται να το ζήσουν. «Αντε και πήγα νομικά όμως, άντε και μίλησα, μετά από 15 χρόνια – “τώρα το θυμήθηκε;” θα πουν, αυτό θα πουν», λέει. «Και είμαι ευγνώμων που δεν μου έκανε κάτι χειρότερο», αναφέρει η ίδια, «πόσο θλιβερό ακούγεται αυτό». Μία 34χρονη εξομολογείται πως από όταν ήταν 9 ετών και μέχρι τα 11 την κακοποιούσε σεξουαλικά ο πατέρας της. Είχε δεχθεί σωματική βία από τη μητέρα της, οπότε δεν μπορούσε να της μιλήσει. Τον αδερφό της δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει. Οταν μιλάει για αυτό σε φίλους της τώρα, τις περισσότερες φορές δεν την πιστεύουν, λέγοντας ότι ήταν μικρή, άλλες φορές μένουν αδιάφοροι. «Δεν είμαστε κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι σε τέτοια θέματα και η ρητορική μίσους είναι αυτή που επικρατεί, κυρίως από άντρες», σημειώνει, συμπληρώνοντας πως υπάρχει ανάγκη για σωστή και συνεχή εκπαίδευση, «καθώς πολλά ξεκινάνε από την ελλιπή παιδεία στα σχολεία αλλά και στα σπίτια μας». Με τους γονείς της δεν έχει πλέον ιδιαίτερες σχέσεις, ενώ πολλές φορές θα ήθελε να μιλήσει στον πατέρα της. «Αλλά φοβάμαι ότι θα πάθει κανένα έμφραγμα και θα φταίω εγώ», αναφέρει. 

Μία 23χρονη λέει πως ο πρώτος ξάδερφός της πήγε να τη φιλήσει, ενώ όταν ήταν 15 χρόνων ο 20χρονος αδερφός της μέθυσε και ήθελε να αυνανιστεί μπροστά της. Την επόμενη μέρα άγγιξε τα γεννητικά της όργανα. «Ο λόγος που δεν μίλησα ήταν αφενός γιατί δεν ένιωθα και ούτε νιώθω ότι έχω ένα περιβάλλον να με στηρίξει, καθώς οι γονείς μου νιώθουν αμήχανα σε αυτά τα θέματα και ποτέ δεν μας μίλησαν γι’ αυτά και οι φίλες μου από το χωριό πιστεύουν ότι ο φεμινισμός είναι υπερβολή», λέει η ίδια. Αναφέρει και άλλες περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης –από έναν περαστικό, έναν γιατρό, έναν πρώην, φίλους του πατέρα της– που αντιμετώπισε με σιωπή. «Κάθε φορά που ακούω για μια σεξουαλική παρενόχληση νιώθω το ίδιο εγκλωβισμένη και θυμωμένη», σημειώνει.

Μία 30χρονη γυναίκα η οποία κακοποιούνταν σεξουαλικά από έναν ξάδερφό της 8 χρόνια μεγαλύτερο όταν η ίδια ήταν παιδί, πιστεύει πως ένα κομμάτι του προβλήματος είναι η ανεπαρκής επικοινωνία μέσα στην ελληνική οικογένεια. Η ίδια μίλησε στη μητέρα της για πρώτη φορά πριν από λίγα χρόνια όταν ο ξάδερφός της ασέλγησε σε μία φίλη της. «Μου απάντησε ότι καλό θα ήταν να το αφήσω πίσω μου και να μη μιλήσω γι’ αυτό ποτέ στον πατέρα μου μιας και θα διαταραχθεί η ισορροπία της οικογένειας και μιας και η μητέρα του ξαδέρφου μου δεν θα το αντέξει», λέει. Αργότερα μίλησε και σε άλλους συγγενείς της, των οποίων αναφέρει πως η αντίδραση ήταν «καλύτερη» αλλά τελικά δεν άλλαξε κάτι, οι σχέσεις τους με τον ξάδερφό της έχουν παραμείνει ίδιες. 

Αβολο θέμα

«Αυτό που πιστεύω ότι στη δική μου περίπτωση έφταιξε, ώστε να μη μιλήσω τότε στην οικογένειά μου, ήταν ότι μιλούσαμε ελάχιστα μεταξύ μας γενικότερα», σημειώνει. «Δεν μου είχε γίνει ποτέ καμία συζήτηση για το σώμα μου και για το ποιος έχει δικαίωμα να με αγγίζει», συμπληρώνει, λέγοντας πως θέματα γύρω από το σεξ ήταν άβολα για τους γονείς της. «Δεν μίλησα επειδή έτσι λειτουργούσε η οικογένειά μου, επειδή επρόκειτο για ένα συγγενικό πρόσωπο και καταλάβαινα ότι είναι περισσότερο σημαντικό να διατηρήσουμε τους δεσμούς μας με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας παρά να μιλήσω και επειδή φοβόμουν ότι έφταιγα κι εγώ», δηλώνει.

Η Νατάσα Κεφαλληνού, υπεύθυνη επικοινωνίας του Κέντρου Γυναικείων Μελετών και Ερευνών Διοτίμα, λέει στην «Κ» πως σε αρκετές περιπτώσεις, το τραύμα που δημιουργεί «μια τέτοιου τύπου κακοποιητική συμπεριφορά θέλει σίγουρα τον χρόνο του». Σημειώνει πως μία γυναίκα μπορεί να το απωθήσει –«νιώθει ντροπή, πιθανόν ενοχές», αναφέρει– και συχνά μπορεί να πυροδοτηθεί ξανά το τραύμα αυτό σε μια μεταγενέστερη φάση, όπως συνέβη σε πολλές από τις γυναίκες που έχουν ήδη αναφερθεί. Παράλληλα, καθώς ζούμε σε μία περίοδο που τα ζητήματα έμφυλης βίας έχουν αποκτήσει σημαντική ορατότητα στον δημόσιο λόγο, πολλά θύματα επεξεργάζονται τις εμπειρίες τους ξανά, και μπορεί τώρα να αναγνωρίζουν τα σημάδια της έμφυλης βίας, σημειώνει. Πολλές φορές, ο θύτης είναι ένα πρόσωπο συγγενικό στα θύματα, άλλες μπορεί να είναι ακόμα και ο νυν ή ο πρώην σύντροφός τους, που νόμιζε πως «κατά βάθος το ήθελες», ή κάποιος φίλος τους, που «απλά έκανε πλάκα». 

Τα περιστατικά βιασμών από πρώην και νυν συντρόφους, αλλά και φίλους

Εννέα νεαρές γυναίκες λένε στην «Κ» πως έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά από άνθρωπο με τον οποίο διατηρούσαν ερωτική σχέση. Η φύση της σχέσης τους θόλωσε τα νερά της εμπειρίας τους ακόμα περισσότερο, καθιστώντας κάποιες από αυτές ανίκανες να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς ο δράστης ήταν ο νυν ή τέως σύντροφός τους, και ανήμπορες να το καταγγείλουν, καθώς φοβούνταν πως κανείς δεν θα τις πιστέψει ή θα τους πουν ότι «ήθελες και τα έπαθες». 

«Είμαι 24, όταν ήμουν 14 βιάστηκα από το τότε αγόρι μου ενώ του έλεγα επανειλημμένα πως δεν θέλω και ότι δεν είμαι έτοιμη, παρ’ όλα αυτά δεν το σεβάστηκε διότι ήθελε να δει αν είμαι παρθένα», αναφέρει μια κοπέλα, λέγοντας πως το γεγονός διαστρέβλωσε την ιδέα της σεξουαλικής πράξης μέσα της. «Θα κάνω σεξ με έναν άνθρωπο απλώς επειδή το θέλει αυτός και δεν θα μπω στη διαδικασία να σκεφτώ αν το θέλω εγώ», σημειώνει, συμπληρώνοντας πως το θύμα πολεμάει με τον εαυτό του μέχρι να καταφέρει να τον αγαπήσει. «Οταν βιάστηκα ένιωθα μόνο ενοχές, πήρα όλη την ευθύνη πάνω μου», δηλώνει. 

Την 27χρονη Ελενα τη βίασε παρά φύσιν το αγόρι της όταν ήταν 15 ετών, σαν τιμωρία που μίλησε για τη σχέση τους στον αδελφό του. «Αυτό ήταν για να μάθεις να μιλάς», της είπε αφού κατά τη διάρκεια της πράξης τής κρατούσε τα χέρια και τον λαιμό. Μίλησε στους φίλους της, της είπαν πως έπρεπε να το περιμένει από έναν άνθρωπο οξύθυμο όπως ήταν αυτός και ότι πήγαινε γυρεύοντας, αλλά στράφηκαν όλοι εναντίον του. «Κανένας μας όμως δεν αναγνώρισε το περιστατικό ως βιασμό, αφού ήδη κάναμε σεξ», λέει η ίδια. 

Την Πρωτοχρονιά του 2016, η 23χρονη σήμερα Β. πήγε σε ένα πάρτι φίλου, το βράδυ θα το περνούσαν εκεί. Κάποια στιγμή πήγε να ξαπλώσει σε ένα δωμάτιο γιατί δεν ένιωθε καλά. Το πρώην αγόρι της πήγε να δει πώς αισθανόταν. «Του ζήτησα να με αφήσει μόνη», λέει η Β. Ηρθε από πάνω της, τον έσπρωξε, του ζήτησε ξανά να την αφήσει. «Δεν μπορούσα να τον διώξω», θυμάται. «Το ξέρω ότι το θες, μην μου το παίζεις δύσκολη, γουστάρεις κατά βάθος», της έλεγε. Εκείνη επέμενε να σταματήσει, άρχισε να κλαίει. Ο πρώην της δεν έφευγε. Κατά τη διάρκεια της πράξης, η Β. λέει πως έκλαιγε κάθε λεπτό. Μετά, δεν μίλησε σε κανέναν. Γύρισε σπίτι, έκανε μπάνιο τρεις φορές. Εγινε ανήμπορη να εμπιστευτεί τους ανθρώπους. 

«Τότε δεν πέρασε καν από το μυαλό μου να μιλήσω σε κάποιον, γνωρίζοντας ότι δεν θα με πιστέψουν, καθώς όλοι ήξεραν την ιστορία μας και τα συναισθήματά μου για εκείνον», λέει. «Αλλά ακόμα και τώρα δεν το συζητάω γιατί για την κοινωνία το ζήτησα επειδή έπινα, κατά βάθος ήθελα και επειδή δεν ήμασταν μαζί έφτιαξα αυτή την ιστορία και άλλα τόσα», σημειώνει η Β., αναφέροντας ότι δύο χρόνια μετά, ένας φίλος που ήταν σε εκείνο το σπίτι εκείνη την Πρωτοχρονιά τής είπε πως όλοι είχαν ακούσει τι συνέβη, αλλά πίστευαν ότι το ήθελε. «Μακάρι να είχα μιλήσει τότε», λέει η Β. 

Αλλες δέκα γυναίκες αναφέρουν τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν από ανθρώπους που θεωρούσαν φίλους. Η πρώτη ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή της Ρίτας ήταν στα 15 της χρόνια, όταν τον Αύγουστο του 1997 τη βίασε ένας 17χρονος από την παρέα της. Τη φώναξε να της μιλήσει, κλείδωσε την πόρτα, εκείνη άρχισε να φωνάζει, αλλά η μουσική ήταν δυνατά, δεν την άκουσε κανείς. Της έκλεισε το στόμα. Η Ρίτα λέει πως πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις, αλλά ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Πονούσε. «Πονάς; Τώρα θα σου δείξω τι θα πει πόνος», της είπε. 

Τάσεις αυτοκτονίας

«Κάποια στιγμή πάγωσα και ένιωσα πως είχα βγει από το σώμα μου», θυμάται. «Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν θα είμαι ξανά η ίδια». Εκείνος αργότερα παραδέχτηκε πως τη βίασε, της ζήτησε συγγνώμη, δεν τον συγχώρεσε. «Ενιωθα μικρόψυχη που δεν μπορούσα να τον συγχωρήσω και τρομερά ένοχη», λέει. Δεν το κατήγγειλε γιατί «ήμουν μικρή, ντρεπόμουν, ένιωθα υπεύθυνη και δεν ήθελα με τίποτα να φορτώσω τέτοιο βάρος στην οικογένειά μου. Είχα την ανάγκη να το θάψω, να μην το συζητώ καθόλου. Τα λόγια με πλήγωναν πολύ. Το έπαιξα πολύ γενναία και αυτό ήταν ριψοκίνδυνο, γιατί φλέρταρα πολλές φορές με την αυτοκτονία». 

Εξι χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 2015, τρεις «φίλοι» μιας 20χρονης πλέον κοπέλας τη στρίμωξαν, την ξάπλωσαν σε έναν καναπέ, της κρατούσαν τα χέρια και τα πόδια, την άγγιζαν στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, προσπαθούσαν να της ανοίξουν το φερμουάρ. Αλλοι δύο κοιτούσαν χωρίς να αντιδρούν. Προσπαθούσε να τους κλωτσήσει, κάποια στιγμή το ένα της πόδι αποδεσμεύτηκε και κλώτσησε τον έναν, αυτός εξοργίστηκε, της είπε πως της έκαναν πλάκα. Μία μέρα μετά, είπε σε έναν από αυτούς πως ένιωσε άσχημα. Η απάντηση ήταν ότι έφταιγε εκείνη που έχει ωραίο σώμα – «δεν μπορώ να το ελέγξω», της είπε σε μια διαδικτυακή συνομιλία. «Κατά κάποιον τρόπο τον πίστεψα ότι έφταιγα εγώ», λέει στην «Κ». 

«Δεν βρήκα το θάρρος να μιλήσω σε κανέναν, ούτε σε φίλες, πόσο μάλλον σε κάποιο καθηγητή, γιατί θεωρούσα πως είχα μεγάλο μερίδιο ευθύνης, πίστευα πως σε οποιονδήποτε από το σχολείο και αν το έλεγα θα πίστευε ότι “το ζητούσα” και ότι το προκάλεσα με τη συμπεριφορά μου προς τα αγόρια και με τον τρόπο ντυσίματός μου», αναφέρει.

«Ολο αυτό κράτησε λιγότερο από 5 λεπτά και σε σημείο δυο λεπτά μακριά από το σπίτι μου», λέει μια 17χρονη αναφορικά με τον βιασμό της από ένα αγόρι ένα χρόνο μεγαλύτερό της, από το σχολείο της, πριν από 11 μήνες. Εκείνη ούρλιαζε, εκείνος της είπε να το πάρει σαν βιασμό. «Βιάζουν είτε φοράμε μαύρο φούτερ και τζιν στις 12.30 της 23ης Φεβρουαρίου του 2020, είτε κοντό φόρεμα στις τρεις το ξημέρωμα», λέει. Δεν μίλησε γιατί φοβήθηκε πως δεν θα την πιστέψουν, δεν είχε αποδείξεις, δεν ήθελε να το μάθουν οι γονείς της. Ενιωθε αδύναμη, ένιωθε ντροπή. «Ντράπηκα για κάτι χωρίς να φταίω», δηλώνει. «Γιατί μάλλον τον προκάλεσα με το μαύρο φούτερ και το τζιν μου».

Αντί για τους θύτες ενοχοποιούνται τα θύματα

Πέρα από τους συγγενείς, τους φίλους, τους συντρόφους και τους γνωστούς, οκτώ γυναίκες περιγράφουν στην «Κ» σεξουαλική κακοποίηση ή παρενόχληση από δασκάλους και καθηγητές τους, ακόμα και από γιατρούς τους, όταν εκείνες ήταν ανήλικες ή νεαρές γυναίκες. Μία κοπέλα ήταν στο λύκειο όταν ο καθηγητής που της έκανε ιδιαίτερα στο σπίτι έβαζε το χέρι του μέσα από τη φόρμα της και έπιανε το εσώρουχό της, αφήνοντας το χέρι του εκεί μέχρι να τελειώσει το μάθημα. Δεν το είπε ποτέ σε κανέναν. Μία άλλη την κακοποιούσε σεξουαλικά ο δάσκαλός της στην τετάρτη δημοτικού. Δεν μίλησε. 

Η 21χρονη Ι. παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από έναν γιατρό όταν ήταν 16 χρόνων και χειρουργημένη στο νοσοκομείο. Ακόμα δεν έχει μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτό. «Φοβήθηκα πως θα πουν ήταν η ιδέα σου, παρεξήγησες και όλα τα σχετικά», λέει, «γενικά το έθαψα». Μία άλλη καταγγέλλει πως την προσέγγισε σεξουαλικά πριν από δέκα χρόνια ένας ειδικευόμενος στο Πανεπιστημιακό Λάρισας όταν είχε διαγνωστεί με σοβαρή ασθένεια, αργότερα έμαθε πως είχε προσεγγίσει και άλλη ασθενή. Μία 31χρονη λέει πως όταν ήταν 17 χρόνων την παρενόχλησε σεξουαλικά ένας 53χρονος καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και φίλος των γονιών της, που της έκανε ιδιαίτερα στο σπίτι. Της έλεγε πως εκείνη τον αποπλάνησε, μέχρι που το πίστεψε και η ίδια. Κάποια στιγμή το είπε στη μητέρα της, η αντίδραση της οποίας ήταν να το κρατήσουν κρυφό. «Αν κάτι όλα αυτά τα χρόνια με πληγώνει πιο πολύ απ’ όλα είναι οι γονείς μου», λέει στην «Κ», «οι τόσο αφελείς και ηλίθιοι γονείς μου». Μία 23χρονη αναφέρει πως ένας παθολόγος στην Κρήτη ξεκούμπωσε μόνος του το σορτσάκι της και μετά την παρενόχλησε, ακουμπώντας τα γεννητικά του όργανα στο χέρι της όσο την εξέταζε. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Σκεφτόταν πως ίσως έφταιξε η εμφάνισή της, το σορτσάκι που φορούσε. Δεν ήθελε να ξαναπάει. Αλλά οι γονείς της, στους οποίους δεν είχε μιλήσει, την πίεσαν να τον επισκεφθεί ξανά γιατί θεωρείται «ο καλύτερος». Πήγε με έναν από τους δύο. Δεν την άγγιξε. 

Η Κατερίνα παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από τον δάσκαλο του καράτε όταν ήταν έφηβη. Ηθελε να πάει στην αστυνομία. Η μητέρα της της είπε πως έχει δίκιο, «αλλά θα ήταν καλύτερα να σταματήσει όλο αυτό εδώ γιατί αν το μάθαινε ο πατέρας μου, θα έκανε καμιά τρέλα και θα κατέληγε είτε στο νοσοκομείο είτε στη φυλακή». Συμφώνησε. Μίλησε σε μία φίλη της, ζητώντας της να μην το πει πουθενά. Σε δύο μέρες το είχε μάθει όλο το σχολείο – όλοι την κατηγόρησαν πως ήταν μυθομανής. Αλλαξε σχολείο, σταμάτησε να εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Δέκα χρόνια αργότερα, είδε τυχαία έναν από τους παλιούς συμμαθητές της, έναν από εκείνους που είχαν υποστηρίξει με θέρμη τον δάσκαλο και είχε πει τα χειρότερα για εκείνη. Της ζήτησε συγγνώμη, της είπε πως λίγο αργότερα ο δάσκαλος του καράτε άφησε μία κοπέλα από τη σχολή έγκυο. Μετά βγήκαν στο φως και άλλες καταγγελίες. «Μου έλεγε την ιστορία ο παλιός συμμαθητής και δεν ένιωθα καμία δικαίωση, ήθελα να κάνω εμετό», λέει η ίδια. «Ενιωσα άσχημα για όλα τα κορίτσια που βρέθηκαν στη θέση μου», συμπληρώνει, λέγοντας πως αν είχε μιλήσει στην αστυνομία ίσως κάποιες να είχαν γλιτώσει. «Ισως βέβαια και όχι, αν κρίνω από την αντιμετώπιση του κόσμου όταν μαθαίνει τέτοια περιστατικά», αναφέρει. Ο παλιός συμμαθητής της της ζήτησε και πάλι συγγνώμη. Αλλά δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει. «Κανέναν τους δεν μπορούσα να συγχωρήσω», δηλώνει η Κατερίνα. «Η σιωπή η δική μου και η αντιμετώπιση η δική τους δίνουν δύναμη σε αυτά τα τέρατα να συνεχίζουν ανενόχλητοι και πιο δυνατοί κάθε φορά που τη βγάζουν καθαρή».

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο για μία γυναίκα-θύμα έμφυλης βίας να μιλήσει, ιδίως σε μία κοινωνία που αναπαράγει τις πατριαρχικές δομές, πρακτικές και αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό και ενοχοποιεί τα θύματα, αντί για τους θύτες», λέει στην «Κ» η πρόεδρος του ΧΕΝ Ελλάδος Ολγα Γκίνη. «Ωστόσο, το ότι αρχίζουν τα θύματα να μιλάνε και να απενοχοποιούνται είναι μια αισιόδοξη αρχή», συμπληρώνει.

Τα «αγγίγματα» στα μέσα μεταφοράς και όχι μόνον 

Τριάντα ακόμα γυναίκες μοιράστηκαν τραυματικές εμπειρίες, κάποιες σεξουαλικής κακοποίησης, άλλες σεξουαλικής παρενόχλησης, που είναι πλέον τόσο συνήθεις ώστε σχεδόν δεν τους κάνουν πια εντύπωση. Τα «τριψίματα» στο λεωφορείο, τα αγγίγματα στα ευαίσθητα σημεία τους από περαστικούς στον δρόμο, τα «πιασίματα» στο κλαμπ, τα υπονοούμενα από εργοδότες και καθηγητές. Ενας ταξιτζής, γνωστός της οικογένειάς της, παρενόχλησε σεξουαλικά μία 15χρονη. Ενας εργαζόμενος στο εξοχικό ενός κοριτσιού που τότε ήταν στο δημοτικό, το ίδιο. Ενας μεσήλικας παρενόχλησε σεξουαλικά μία κοπέλα όταν έβγαινε από το μετρό στο Σύνταγμα. Κι άλλες μίλησαν για τις παρ’ ολίγον σεξουαλικές κακοποιήσεις από αγνώστους, που όμως δεν τις στιγμάτισαν λιγότερο. Ενας άγνωστος πήγε να βιάσει την 31χρονη σήμερα Ιωάννα στον δρόμο, αλλά ευτυχώς πέρασε ένας περαστικός και γλίτωσε. Ενας άλλος άγνωστος προσπάθησε να βιάσει την Αντα στην είσοδο της πολυκατοικίας της, αλλά κατάφερε να μπει μέσα και να τον κλείσει απέξω. Δύο άγνωστοι προσπάθησαν να παρασύρουν ένα 12χρονο κορίτσι όταν ήταν διακοπές με τους γονείς του στην Κέρκυρα. Αυτές είναι κάποιες από τις ιστορίες που μοιράστηκαν μαζί μας τώρα, τώρα που μίλησε η Σοφία Μπεκατώρου, πάνω από 60 γυναίκες, αλλά ο πραγματικός αριθμός είναι ασύλληπτος, τα παραδείγματα ατελείωτα, τα θύματα τραυματισμένα και καταδικασμένα στη σιωπή. «Ηθελα να καταθέσω την ψυχή μου», λέει στην «Κ» μία κοπέλα που παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από ένα γιατρό όταν ήταν 15. «Να μιλήσει η ψυχή μου». Τα θύματα έχουν ανάγκη να ακουστούν. Οι περισσότερες, παρά τις εμπειρίες που τις συγκλόνισαν, ελπίζουν σε έναν κόσμο που δεν θα υπάρχουν πλέον άλλα παρόμοια περιστατικά.